Ποιήματα
Και τότε ήρθε ένα κύμα.
Ανέβηκε πάνω από το κορμί μας
πάνω από όσα ξέρουμε.
Πανέξυπνο και μονάκριβο
Όλα όσα είχαμε
τα δανείσαμε για λίγο στον καιρό.
Και εκείνος, εξόχως γενναιόδωρος
μας έκανε να νομίσουμε για λίγο
ότι κάτι υπάρχει.
Σβήνουν μέσα σε ένα χρυσό κάδρο.
Σφήκες που εργάζονται
στις απαλές σκιές
ενός στιβαρού δέντρου.
Κοίτα το βάθος.
Τυφλώνει.
Πήγαινε λίγο παραπέρα.
Θλιμμένες θεόρατες σκάλες.
Δεν τελειώνουν.
Ανεβαίνουν σαν σύννεφα.
Μπήκα στο μπάνιο τάχα μου για λίγο·
πέρασαν, για να βγω, τέσσερις ώρες.
Όρθια στο ντους. Ποιος ξέρει σε ποιες χώρες
βρισκόμουνα. Αδύνατον να φύγω.
Συνήθως προσπαθείς να με γιατρέψεις·
μες στο μαλλί της γριάς θα φυτέψεις
δραμαμίνες. Και μπούκωμα μερέντα
με κάρδαμο απ’ τα χέρια σου ώστε ρέντα
Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους
της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν,
μαζί του στο ανσανσέρ, ενώ ανερχόμουν
στον τρίτο, με ψαλιδισμένους ώμους
Μικρές οι πτήσεις του απρόοπτου
στο σύνορο της μέρας –
η κοίλη πλευρά των κοχυλιών
το ράγισμα του οστράκου
Τις νύχτες με ξυπνά η μακρινή βοή
διαδηλώσεων που έλειψα
σχήματα καπνών βουβές χειρονομίες
Πάλλονται σώματα
φωνές ο αέρας πήζει
τα πέλματα χτυπάνε καταγής
μικρό ρυθμό χταπόδι
που απλώνει τρίμματα τριγμούς
ψίχουλα τόπου μέλλοντος
Kυλούν αργά τα μέτρα
κάτω από τα πόδια του
σερνάμενα βήματα εκατό
φθείροντας τις παντόφλες του
στο στενόμακρο μπαλκονάκι
Σγουρό μελίσσι ηλιόλουστο
και πράσινος σκαντζόχοιρος στην πέτρα
ανθίζει με φωνούλα κίτρινη
και στάζει στα δυο χέρια σου
κρήνη της ευωδιάς
Τι είναι;
Η μέλισσα ξαναγυρνά
στα άδυτα του ιβίσκου
το νερό στο σκοτεινό του μέταλλο
Κόκκινος τρύγος στο παρτέρι
απομυζά κρυψίνοια κάλλους
δίπλα του της πηγής ροή
κατέρχεται
σε εύφορο ορυχείο
ΜΑΚΡΥΚΟΥΠΟ λάμνει το φως
στη θάλασσα της Ελευσίνας
λειώνοντας τα βαριά καράβια
σε άθυρμα πάχνης