Παρασκευάς Κονόρτας (1956-2026): εδραίωσε στην Ελλάδα την Οθωμανική Ιστορία

Παρασκευάς Κονόρτας (1956-2026): εδραίωσε στην Ελλάδα την Οθωμανική Ιστορία

Οι στιγμές που σημαδεύουν τη ζωή του ανθρώπου είναι η απώλεια των γονέων του και των δασκάλων του. Είναι μεγάλη τύχη και ευλογία να συναντήσει κανείς στη ζωή του τον δάσκαλο που θα του διαμορφώσει καθοριστικά την επιστημονική σκέψη και το επιστημονικό ήθος του.

Ευτύχησα σε ώριμη ηλικία να έχω ακόμη τους γονείς μου, όμως πρόσφατα  αποχαιρέτισα τον δάσκαλό μου. Ο Παρασκευάς Κονόρτας,  αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών υπήρξε από τους πρωτοπόρους της επιστήμης του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Καθοριστική ήταν η συμβολή του με το διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό και διδακτικό έργο του στην εδραίωση της Οθωμανικής Ιστορίας στη χώρα μας.

Η επιστημονική του συγκρότηση ήταν η συνισταμένη εξαιρετικών σπουδών σε Ελλάδα και Γαλλία, αλλά και μιας ευφυΐας και αγάπης για τη γνώση, ήδη, από τα μαθητικά του χρόνια στη Βαρβάκειο Σχολή. Μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απέκτησε Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (DEA) από γαλλικά πανεπιστήμια στο Δημόσιο Δίκαιο του Πανεπιστημίου Paris X Nanterre, στην Ιστορία του Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Κόσμου του Πανεπιστημίου Paris I Pantheon Sorbonne, καθώς και στην Ιστορία της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής του Πανεπιστημίου École des Hautes Études en Sciences Sociales. Επίσης, ήταν κάτοχος διπλώματος τουρκικής γλώσσας και οθωμανικής παλαιογραφίας από το Πανεπιστήμιο Paris III-Institut National des Langues Orientales Vivantes. Είναι γεγονός ότι στο Παρίσι ευτύχησε να μαθητεύσει πλάι σε επιστήμονες διεθνούς κύρους. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Σπύρος Ασδραχάς, Irène Beldiceanu-Steinherr, Jacques Phytillis, Alexandre Popovic.

Η συμβολή του Παρασκευά Κονόρτα στην ιστοριογραφία κρίνεται από τους ομοτέχνους του ως καθοριστική. Η επιμονή του στην προσέγγιση της Οθωμανικής Ιστορίας μέσα από τη μελέτη των οθωμανικών πηγών άνοιξε νέους ιστοριογραφικούς δρόμους. Στο παρελθόν επεξεργάστηκε φορολογικά κατάστιχα και κανονιστικά κείμενα για την οικονομική και δημογραφική ιστορία του θεσσαλικού χώρου, ενώ τα τελευταία χρόνια είχε την επιστημονική ευθύνη της έκδοσης οθωμανικών τεκμηρίων για την Ελληνική Επανάσταση, έργο που δεν ευτύχησε να δει ολοκληρωμένο, αφού πρόλαβε την έκδοση μόνο του πρώτου τόμου από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Μελέτησε και δίδαξε την ιστορία των μουσουλμανικών κοινοτήτων στον ελλαδικό και ευρύτερα στον βαλκανικό χώρο, ενώ στα Πανεπιστήμια που υπηρέτησε παρέδιδε επί μακρόν μαθήματα –μεταξύ άλλων– για τον αραβοϊσλαμικό κόσμο, καθώς και για την ιστορία των τουρκικών λαών έως τον 14ο αιώνα. Όμως, το επιστημονικό και ερευνητικό έργο του συνδέθηκε κυρίως με την Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού τεκμηρίωσε, μέσα από τη συστηματική μελέτη των βερατίων, την άποψη ότι το Πατριαρχείο καθίσταται σταδιακά θεσμός του οθωμανικού κράτους. Με το βιβλίο του Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Βεράτια για τους προκαθήμενους της Μεγάλης Εκκλησίας (17ος-αρχές 20ού αιώνα) (Αλεξάνδρεια, Αθήνα  1998), αλλά και με την επιστημονική αρθρογραφία του, ήδη από τη δεκαετία του 1980, ανέτρεψε παραδοσιακές αντιλήψεις για τη σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την οθωμανική εξουσία. Απέδειξε ότι οι Οθωμανοί  ενέταξαν το Πατριαρχείο στον διοικητικό μηχανισμό τους μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην αναθεώρηση της έως τότε ιστοριογραφίας στο ζήτημα του ορισμού του χρόνου της θεσμοθέτησης των «μιλλέτ». Επίσης, τεκμηρίωσε αξιοποιώντας και τη χρήση των οθωμανικών όρων στα αρχειακά έγγραφα, ότι η ένταξη του Πατριαρχείου στο σύστημα της οθωμανικής διοίκησης έγινε μέσα από τον φορολογικό μηχανισμό της Υψηλής Πύλης σταδιακά από τον 16ο αι. και εντεύθεν, κατά κύριο λόγο την εποχή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων κι όχι μέσα από το σύστημα των αρχικών «προνομίων» του Γένους.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο Παρασκευάς Κονόρτας είχε στρέψει το ερευνητικό του ενδιαφέρον στη μελέτη της οθωμανικής Θράκης σε σχέση και με το λεγόμενο βουλγαρικό ζήτημα. Άφησε σημαντικό έργο σχετικό με την ιστορική και γεωγραφική προσέγγιση της ιστορίας της περιοχής κατά το 19ο αιώνα, καθώς και τη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων την περίοδο της ανάδυσης των βαλκανικών εθνικισμών. Καθοδήγησε την έρευνα νεότερων επιστημόνων, όπως και τη δική μου, σε αυτό το ερευνητικό πεδίο. Πιστός πάντα στην αντίληψή του ότι η έρευνα πρέπει να διέρχεται μέσα από τη γνώση της γλώσσας, στην οποία έχουν συνταχθεί οι ιστορικές πηγές, έμαθε και τη βουλγαρική γλώσσα, προκειμένου να μελετήσει και να προσεγγίσει από το πρωτότυπο σχετικά αρχειακά τεκμήρια.

Το μεγαλύτερο ίσως ταλέντο του υπήρξε η διδασκαλία. Χαρισματικός κι επιδραστικός δάσκαλος, αφιέρωνε χρόνο και κόπο στις φοιτήτριες και στους φοιτητές του πέρα από τα μαθήματά του. Είχε καταφέρει να μετατρέψει μια σοφίτα στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου σε εργαστήριο για τη μελέτη του μείζονος Ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ακόμη, δίδαξε αμισθί τουρκική γλώσσα και οθωμανική παλαιογραφία προκειμένου να υποστηρίξει φοιτήτριες και φοιτητές που επιθυμούσαν να εξειδικεύσουν τις σπουδές τους στο γνωστικό αυτό αντικείμενο. Τέλος, εκπαίδευσε πολλές γενιές νέων επιστημόνων στην προσέγγιση της Ιστορίας μέσα και από εκπαιδευτικά ταξίδια.

Είναι γεγονός ότι τα ταξίδια που οργάνωνε κάθε χρόνο στην Τουρκία υπήρξαν βιωματικά σεμινάρια Ιστορίας που μας έφεραν όλους σε επαφή με τον χώρο και τα μνημεία. Με αυτόν τον τρόπο, καταρρίψαμε στερεότυπα και μύθους για τη συνύπαρξή μας με τη γείτονα χώρα, απομυθοποιήσαμε τα «βάθη της Ανατολίας» και γίναμε καλύτεροι δάσκαλοι για τους δικούς μας μαθητές. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι είχαμε δάσκαλο τον Παρασκευά Κονόρτα προσεγγίζουμε με χαρακτηριστική επιμέλεια και ακρίβεια τη χρήση των ιστορικών όρων, δίνουμε έμφαση στη γεωγραφία, προσέχουμε κατά τη διδασκαλία την ορθολογική ερμηνεία των γεγονότων, εντοπίζουμε το χρόνο των μεταβολών, αντιπαραβάλλουμε τις πηγές, εξηγούμε τη λειτουργία των θεσμών του οθωμανικού κράτους καθώς και τις συνθήκες συνύπαρξης των διαφορετικών, γλωσσικών και θρησκευτικών ομάδων μέσα σ’ αυτό, όπως διδαχθήκαμε από ’κείνον.

Είχα το προνόμιο να πορευτώ για πολλές δεκαετίες μαζί του, να αποκομίσω γνώσεις και εμπειρίες και να κουβαλώ σήμερα τις παρακαταθήκες του. Είμαι ταυτόχρονα τόσο πλούσια και τόσο φτωχή μετά την απώλειά του. Το ίδιο αισθανόμαστε σήμερα όλες οι φοιτήτριες και οι φοιτητές του που μαθητεύσαμε κοντά του. Σ’ ευχαριστούμε, Δάσκαλε.

 

 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή