Δεν ξέρω αν θα πάρει η Αγγελοπούλου, ή κάποιος άλλος χορηγός της κυβέρνησης, παρανόμως κανάλι-δώρο από τον Τσίπρα και τον Καμμένο, με τη σύμφωνη γνώμη βέβαια μέρους της αντιπολίτευσης. Aυτό που ξέρω είναι ότι ένα τέταρτο του αιώνα τώρα, από το ’90, από τότε δηλαδή που διαμόρφωσαν με τον τρόπο τους το τοπίο στα τηλεοπτικά πράγματα, το Κανάλι 29 και το Κανάλι 67, κυρίως αυτά, αλλά και ένα μάτσο ακόμη παράνομοι σταθμοί που πουλιόνταν και αγοράζονταν και άλλαζαν ιδιοκτήτες και ονόματα μέσα σε μια νύχτα (το Τηλετώρα του εκβιαστή Μιχαλόπουλου, το ΙΤΑ8 του αισθησιακού Λεωνίδα, το 902 τού ΚΚΕ κ.ά.), εξακολουθούν και παίζουν δυνατά στο παιχνίδι, όχι με την Άλλη Όψη του Γιαννόπουλου, το Ερωτοδικείο της Μιχαλονάκου, τις ανταποκρίσεις από τις λαϊκές αγορές και το Γωγουλίνι, αλλά κανονικά και με τον νόμο του εργάτη. Δεν με συμφέρει που το γράφω, αλλά διάολε, αδιανόητο-ξεαδιανόητο, ακόμη είναι στα πράγματα ο Κουρής. Η Αυριανή μάς έχει νικήσει και ασελγεί συστηματικά επάνω μας. Και όλη αυτή η τρέλα συνεχίζεται. Τα τετελεσμένα θα εξακολουθήσουν να υπερτερούν των νόμων. Απέραντη αηδία. Και μόνη ελπίδα θα είναι, πάντα, η καλοκαγαθία των Μεγάλων Δυνάμεων. [§] ΥΓ. Και ας πάψουμε πια να λέμε ότι δεν έχουν σχέδιο, είναι ηλίθιοι και βαδίζουν στα κουτουρού. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. (Όχι αναφορικά με το «ηλίθιοι»).
Στήλες
Από τις αγριότητες του Εμφυλίου και μετά, ποτέ άλλοτε η ελληνική Αριστερά δεν ετρώθη τόσο πολύ ηθικά, όσο από τις μουσολινικού τύπου (όχι αλά Τσαουσέσκου: αλά Μουσολίνι) φιέστες τού συνεργάτη τού Καμμένου, Τσίπρα: φιέστες οργανωμένες και στημένες για την καρτουνίστικη, τραγελαφική αποθέωσή του. Ο Τσίπρας (όχι μόνο Ο Τσίπρας Που Πανηγυρίζει Παραληρητικά Τον Μνημονιακό Του Εαυτό: ο Τσίπρας) είναι μία φιγούρα κόμιξ, και τίποτε άλλο. Αλλά: η μνήμη των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους πολύ πριν πεθάνουν, για τα ιδανικά που πίστευαν και που τους έκαιγαν το στήθος και το μυαλό, αγαθοί και τραγικοί όλοι τους, αμαυρώνεται μέρα με την ημέρα και πασαλείβεται λάσπη, και θα σβήσει διά παντός χάρη και μόνο σ’ αυτόν τον μέτριο, ανελλήνιστο μαθητή ενός κακού εκπαιδευτικού συστήματος. Οι αλλαγές που συμβαίνουν στον χώρο της Αριστεράς (και δη στην Ελλάδα, όπου η Αριστερά υπήρξε ένα φαντασιωτικό Αγαθό) είναι δυσανάλογες με το εκτόπισμα του ανδρός, αλλά θα φανούν, και θα κατανοηθούν και από τους πολλούς, πολύ συντομότερα από ό,τι πιστεύεται. Όμως πέραν τούτου: το πλήγμα που υφίσταται η Αριστερά εξαιτίας του Τσίπρα θα ρίξει παράλληλα και πολύ κόσμο στην Ακροδεξιά και στους ναζί: όλους αυτούς τους ανθρωπάκους που ζητούν μεταφυσικού τύπου ηγετικό λόγο, και που θα νιώσουν εξαπατημένοι και προδομένοι από τον μέτριο μαθητή. Αυτό το κακό, που ακόμη δεν έχει ξεκινήσει, θα το λουστούμε όλοι, και θα μας πλήξει εξίσου με τη φτώχεια που έρχεται, αν όχι περισσότερο. Έχουμε φτιάξει ένα γκροτέσκο τέρας που χαμογελάει ηλίθια, αποκτηνωμένο και βουτηγμένο σε αβυσσαλέα μοναξιά, και από τα τέρατα αυτά δεν γλίτωσε ποτέ κανείς. Όχι αναίμακτα. [§] Έρχονται δύσκολες ημέρες.
Χθες ήταν η ημέρα που, ανά δύο εβδομάδες, πηγαίνω το μεσημεράκι στη Στοά Μοδιάνο για να αγοράσω λαθραία τσιγάρα, χρειάζομαι μία ώρα πήγαιν’-έλα για αυτό, που τον κλέβω από τη δουλειά, αλλά αξίζει τον κόπο, και ας με τρώνε οι ενοχές που με την παρανομία μου αυτή επιβαρύνω κάτι (το ΑΕΠ; τα κρατικά έξοδα; κάτι τέτοιο), έχουμε πει ότι είμαι βαρύς καπνιστής και εδώ και ένα χρόνο και κάτι δεν μας περισσεύουν χρήματα στο σπίτι για πολλά, πόσο μάλλον για εκλεπτυσμένο κάπνισμα, και στον δρόμο, επειδή είχα μια κουβέντα με ένα φίλο πριν και μου ’λεγε για τα πρόσφατα ταξίδια που έκανε στο εξωτερικό και για τα επόμενα που έχει προγραμματίσει να κάνει, και καθώς —όσο να πεις— διάφοροι άλλοι φίλοι επιδεικνύουν κάθε ημέρα ποικίλες εκδοχές πλούτου με φωτογραφίες, αναφορές, θαυμαστικά κλπ., και επειδή η επιδίωξη της ευτυχίας περνά μόνο μέσα από τον πλούτο για έναν ελεύθερο άνθρωπο (και για μία ελεύθερη χώρα), επειδή ο πλούτος, ναι, είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο και συντελεί στην καλλιέργεια ενός πνεύματος το ίδιο ή και παραπάνω από τα βιβλία (μάλλον πολύ παραπάνω, αν θέλετε τη γνώμη μου), μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν σκεφτόμουν διάφορα για μένα, πώς τα κατάφερα κι έχω να βγω έξω επίσης κοντά ένα χρόνο τώρα ή κάτι τέτοιο (όχι έξω από την Ελλάδα, έξω για φαγητό ή ποτό, εννοώ), ή πώς τα καταφέραμε πολλοί τέλος πάντων από εμάς και μας πήρε η κάτω βόλτα, και με έπιασε μια άλφα απελπισία, που χρωμάτισε και την υπόλοιπη ημέρα μου (σταχτιά, θα έλεγα, αλλά είναι κιτς και δεν το λέω), μία ημέρα απαιτητική όπως όλες (ξύπνησα εφτάμισι, τώρα είναι δύο παρά μετά τα μεσάνυχτα, κι ακόμη οι δουλειές δεν έχουν τελειώσει — αλλά τελείωσε η απαιτούμενη ενέργεια: καθιζάνουμε), και αν κάτι πραγματικά με ενόχλησε είναι η καθαυτό ενόχλησή μου, κι αυτό γιατί βρίσκομαι και πάλι πολύ πιο ψηλά από ένα σωρό άλλους φτωχοδιάβολους (δεν μιλώ καν εδώ για την πληρότητα που βιώνω καθημερινά στο σπίτι μας με την Κ.), που αυτοί κι αν τη βγάζουν δύσκολα, αυτοί κι αν περνούν σταχτιές ημέρες και νύχτες, αυτοί κι αν μας φθονούν κι αν μας μισούν κι αν θέλουν να τα χάσουμε όλα. Είμαστε όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, μία μικρή Ελλάδα ο καθένας μας, μία μικρή έρημη χώρα που φθονεί και μισεί και βγάζει νύχια.
Μας κατέβαλε αποτροπιασμός από την επίδειξη συναισθηματικής αμορφωσιάς των αγροτών με τα «δρώμενά» τους (τι αισχρή λέξη!), αλλά ξεχνούμε ή αρνιόμαστε να θυμηθούμε κι ας μας το φωνάζουν καθημερινά επί χρόνια ότι στο μεγαλύτερο πλαίσιο, σε ένα ευρύ πλαίσιο, αυτό της Ευρώπης —επειδή τα πάντα έχουν τις αναλογίες τους, τα πάντα έχουν τις αντιστοιχίσεις τους, σε κάτι άλλο—, οι αγρότες είναι η Ελλάδα (και ότι αποτροπιασμός καταλαμβάνει μονίμως την Ευρώπη με το ελληνικό θέατρο σκιών, με τα ελληνικά δρώμενα): βρόμικοι, ελεεινοί, κλέφτες, τεμπέληδες, χαραμοφάηδες, εκβιαστές του άστεως, με εκπροσώπους που δεν μπορούν να συνεννοηθούν σε γλωσσικό επίπεδο παρά μόνο κορνάροντας με τα τρακτέρ και χύνοντας το γάλα, είμαστε το επιδοτούμενο σπυρί της ηπείρου. Μέχρι τώρα, το κόλπο έπιανε, και τα χρήματα για να βιάζονται σωρηδόν και ανελέητα τα ξένα κορίτσια μας από την αγροτική ιπποσύνη που δεν παρήγε το παραμικρό εξασφαλίζονταν και χώνονταν μάτσα-μάτσα στα λιπαρά χέρια. Το κόλπο δεν θα συνεχίσει να πιάνει. Η Ευρώπη αντιστέκεται στον φελαχολαό που απαιτεί όλα τα λεφτά για όλα τα κιλά. Και καλά κάνει. Κι αν δεν μας αρέσουν οι χαρακτηρισμοί: βρόμικοι, ελεεινοί, κλέφτες, τεμπέληδες, χαραμοφάηδες, εκβιαστές, είναι δικό μας πρόβλημα πλέον, και μόνο. Αρέσουν στην πραγματικότητα, και αρέσουν και στην αλήθεια. [§] Έφτασε ο καιρός για να αλλάξουν όλα, αν και δυστυχώς με τον μόνο τρόπο που απέμεινε: τον πολύ δύσκολο, αυτόν που θα μας πονέσει όλους. Ας διαβάσουμε τώρα ένα βιβλίο, ας απομακρύνουμε για άλλη μία φορά τα μάτια μας από τον καθρέφτη: Σάββατο ειναι.
Όταν δεν προλαβαίνω να ετοιμάσω αυτό το κομμάτι αποβραδίς, οπότε και πρέπει, καλήν ώρα, να το γράψω το πρωί, είμαι άλλος. Έχει συμβεί ελάχιστες φορές αυτούς τούς δέκα μήνες, μα πάντα είμαι άλλος, και όχι επειδή αντιστέκομαι τάχα στις απαιτήσεις της ημέρας ή επειδή ακόμη με καλεί το κρεβάτι μου. Αυτά τα έχω κάνει ήδη από τις εφτά, όταν μάς ξυπνά ο Αρσέν. Απλώς, το πρώτο που κάνω ερχόμενος από έξω, κι αφού έχω ντυθεί και ετοιμαστεί και ψήσει τον καφέ μου, είναι να περιτρέξω τις timeline μου, που όλη τη νύχτα φόρτωναν με ειδήσεις από τον πραγματικό κόσμο, και όχι από τα ρεκάσματα, αίφνης, του πρωθυπουργού, του λειτουργικά αναλφάβητου χαζούλη —πλην θρασύτατου— υπό εποπτεία καταθλιπτικού και περίγελου του κόσμου, και της συντροφίας. Αυτά γίνονται όλη την ημέρα, στα διαλείμματα από τη δουλειά. όχι: το πρωί βρίσκομαι μπροστά σε ένα σερί από ανθρώπινα επιτεύγματα, εκρήξεις τέχνης, λαμπρά παραδείγματα ορθολογικού ή λυρικού λόγου, ειδήσεις από το φωτεινό κομμάτι της Σελήνης, ειδήσεις από τη μεριά που γεννάει τα όνειρα — βρίσκομαι μπροστά στην πραγματικότητα ως έχει, μια πραγματικότητα που υφάνθηκε το βράδυ, όταν η Ελλάδα κοιμόταν. Όταν δεν προλαβαίνω να ετοιμάσω αυτό το κομμάτι αποβραδίς, και πρέπει, καλήν ώρα, να το γράψω τώρα δα, θυμάμαι τι σημαίνει ομορφιά, γίνομαι άλλος και δεν θέλω να το γράψω, γιατί η απουσία της πραγματικότητας ως έχει, αυτής που γράφεται πάντα σε άλλες γλώσσες, με πονάει. Γιατί είμαι εδώ. Και δεν θέλω, δεν μου αρκεί να είμαι εδώ. Σε κανέναν μας δεν πρέπει να αρκεί αυτή η άθλια μοίρα.
Το μόνο που λειτουργεί, και λειτουργεί καλά, στη χώρα, είναι το ΤΑΙΠΕΔ. Και δόξα τω Θεώ: αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα είχαμε να παρουσιάσουμε τίποτε θετικό, πουθενά. Ο Πρόεδρός του, Στέργιος Πιτσιόρλας, μολονότι κάτι τέτοιο προφανώς δεν θα συμφέρει διόλου τον ίδιο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης —ούτε σήμερα τον συμφέρει, ίσα-ίσα: και όχι μόνο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης—, μακάρι να συνεχίσει σε αυτή τη θέση, ή σε άλλη, υψηλότερη, σχετική με το αντικείμενο των αποκρατικοποιήσεων, της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, του μικρότερου κράτους εντέλει, και στην επόμενη κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Είμαι σίγουρος πως θα τον ήθελαν, ελπίζω να του το ζητήσουν, ελπίζω να δεχτεί, και ελπίζω να μην αργήσει να γίνει όλο αυτό.
Ο Βαρουφάκης, ο Καμμένος, ο Κοτζιάς, η Κωνσταντοπούλου, ο Λαφαζάνης, ο Παππάς, ο ράπερ, όλο το μεσσιανικό λεφούσι που γύρισε το ρολόι της Ελλάδας προς τα πίσω για να κονομήσει — είναι ο Τσίπρας: εξακολουθούν να είναι ο Τσίπρας. Η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα σήμερα, η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα αύριο, είναι συμπόρευση με όλους τούς υπόλοιπους, είτε βρίσκονται ακόμη μαζί του, είτε είναι τάχα απέναντί του. Δηλαδή, είναι συμπόρευση προς τον πολιτικό αφανισμό. Γιατί ο Τσίπρας θα καταποντιστεί, με θόρυβο και κρότο, πολύ πιο γρήγορα από όσο περιμέναμε. Τον νου σας.
Διάβασα χιαστί, λοξώς και γρήγορα και το δεύτερο ιλαρό non paper του βλάκα Ιάσονα Σχινά, του όχι και τόσο alter ego του Κασσιδιάρη, της Μαντάμ Σουσούς των Ορέων, και βέβαια αμέσως εντύπωση μου έκανε, όπως και στον καθένα μας, ο άλλος λόγος, η φινέτσα στο επικοινωνιακό στυλάκι, το αλά Καθημερινή ύφος, τελικώς το rewriting (ο ίδιος είναι λειτουργικά αναλφάβητος) από μία σοφή βοηθητική χείρα, έναν καλό φίλο, έναν γραμματιζούμενο σ/φο, που το γέμισε με «επιτάσσουν», με «πρότερη κατάσταση», με ανθρώπους «που χαίρουν της πολιτικής και προσωπικής εμπιστοσύνης», με «σε ό,τι αφορά», με «πάλαι ποτέ»και με «εν τέλει», έτσι, με δύο λέξεις, για να ’χει πιο πολλή αξία, να ’ναι πιο σοφολογιώτατο. :-) Το μάλωσαν το καημένο, το φτύσανε στα μούτρα, το κατσάδιασαν, φίλοι, γνωστοί και υπό διορισμόν συγγενείς, του ’πανε πόσο ρεζίλι τούς έκανε οικογενειακώς, και του μίσθωσαν και καθαρολόγο γραφέα, όπως τα σόγια των υποδίκων προσλαμβάνουν νεαρούς, φτηνούς πλην φιλόδοξους δικηγόρους, ώστε με τη δύναμη των σωστών λέξεων να μετριάσει κάπως την οργή του κόσμου. Λοιπόν, μπορεί όλο αυτό να μην έχει (στο τέλος της ημέρας τους…) κανένα αποτέλεσμα, όπως θα δουν, αλλά παρά ταύτα: καλά κάνανε. Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, με τα σεμεδάκια στο εικονοστάσι, είναι σοφή και δεν αφήνει τα παιδιά της αβοήθητα. Μακάρι να το κάνανε και άλλοι, μακάρι —τώρα που το σκέφτομαι— να ’χαμε και ένα ελληνικό Indymedia (αυτό το άντρο του γλωσσικού μικροαστισμού) γραμμένο σε καλά ελληνικά. Η γλώσσα είναι πιο δυνατή από τις σιδηρογροθιές. [§] Αυτά για σήμερα. [§] Παρεμπιπτόντως, και μολονότι δεν ξέρω πόσα τους πήρε ο καλός συνάδελφος, εγώ ζητώ 100 ευρώ ανά επιστολή, –20% φόρος, +23% ΦΠΑ, περισσότερα είναι κλέψιμο, καθαρό κλέψιμο.
Στη στήλη προσπαθώ, αφενός, να μη γράφω θέματα που έχουν πολλαπλώς αναλυθεί από την κοινή συνεισφορά των δημοσιολογούντων μπας και πρωτοτυπήσω λιγάκι για το κοινό καλό (ανεπιτυχώς, καθώς σπανίως θα με απασχολήσει κάτι πρωτότυπο) και αφετέρου, κι αυτό βέβαια αφορά μόνο εμένα, να βρίσκω θέματα χωρίς να τα ψάχνω επί πολύ: δεν έχω χρόνο να κατατρίβομαι με την επικαιρότητα, όπως όσοι είμαστε στο τρέξιμο για το μεροκάματο και κυνηγάμε τις δόσεις και τους λογαριασμούς (επίσης ανεπιτυχώς). Αλλά αυτό με τον ράπερ και την οικογένειά του που προσελήφθησαν στον κρατικό μηχανισμό έπεσε τόσο πολλές φορές μπροστά μου, που μου θυμίζει να πω το εξής: όλο αυτό με τη ραπ, τη χιπ-χοπ, το λόου-μπαπ και τα συναφή υποείδη της μουσικής του δρόμου των προαστίων είναι, πλην στατιστικά ασήμαντων εξαιρέσεων, όχι απλώς μουσική για τα μπάζα, φτηνή και μικρής σημασίας (που είναι), δεν με νοιάζουν οι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις, αλλά ένα από τα δύο βασικά ηχητικά μπακγκράουντ της βίαιης πολιτικοποίησης των εφηβικών Δύο Άκρων, του λούμπεν περιθωρίου που δέρνει, μαύρου, κόκκινου, μαυροκόκκινου και μοβ — το άλλο είναι η πανκ των καταλήψεων. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, που αντιγράφει, όπως όλη η φελαχοπεριφέρεια, αλλά και στις ΗΠΑ ακόμη (οκέι, εκεί ομνύει και στους φόνους, όχι απλώς στη «βία»). Και τα δύο είδη μαζί δεν θα δώσουν ποτέ ένα τραγούδι επιπέδου Παντελίδη, τον οποίο γνώρισα σήμερα — και δεν θα ξανακούσω ποτέ.
Οι αντιδράσεις —σχεδόν παιδικές, αναφανδόν γελοίες, απολύτως ιταμές, ξεκαρδιστικά αστείες— της κυβέρνησης και κάποιων από τα μεγάλα στελέχη της —μεγάλων υπό μία σαρκαστική έννοια και μόνον, αυτών των ψηλών νάνων κατά τα άλλα— μετά την απόφαση της πλειοψηφίας των μελών της Νέας Δημοκρατίας να πάρουν τα πράγματα επάνω τους επιλέγοντας έναν 100% καινούριο τύπο αρχηγού που αλλάζει τα πάντα στο πολιτικό παιχνίδι και στον χάρτη των πολιτικών-κομματικών δυνάμεων ανακατατάσσοντάς τες και σηματοδοτώντας την πολύ πιο γρήγορη από το προσδωκόμενο αλλαγή —τη θορυβώδη πτώση του καρτουνίστικου βασιλείου της κακομοιριάς και το διά παντός κλείσιμο της αριστερής, κουρδικού τύπου, παρένθεσης—, μπορεί να γεμίζουν τις timelinesμας με τον διασκεδαστικό απόηχό τους και να είναι γενικώς ψυχωφελείς όπως κάθε δελαπατριδισμός, αλλά δεν πρέπει να μας τυφλώνουν τόσο ώστε να ξεχνάμε το εξής: πριν την προδιαγεγραμμένη του πτώση, η τελική αντίδραση του θηρίου που φτιάξαμε, αυτού του πυώδους, ανώμαλου, εθνικολαϊκιστικού τέρατος, του φτιαγμένου από το χώμα και το σάλιο μας, θα είναι θηριώδης, πυώδης και ανώμαλη. Αυτά που θα δούμε πριν το τέλος τους θα ωχριούν μπροστά σε όσα ήδη πρόλαβαν να κάνουν. Σημειώστε το αυτό, και περιμένετε αδιανόητες επιθέσεις από τα χαρακώματα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της μαύρης αντίδρασης. Ο αντίστροφος χρόνος της απελπισίας τους έχει αρχίσει ήδη να μετράει. Το γκόλεμ θα χιμίσει.
Παρατηρούνται τρεις νέες συζητήσεις πλέον. Τι είναι τάχα καλύτερο, λέει η πρώτη: να πέσουν άμεσα, τώρα, με την πρώτη ευκαιρία, ή να πέσουν αφού πρώτα περάσουν κάποια αναπόφευκτα μνημονιακά μέτρα; αντέχουμε οικονομικά —συνεχίζουν— άλλη μία εκλογική διαδικασία σε μικρό διάστημα από τις προηγούμενες, ή όχι; Δεν θα το ανέφερα, αν δεν το έβλεπα διαρκώς. Γιατί μου φαίνεται, και ας με συγχωρήσουν, γελοίο. Και παρελκυστικό προφανώς, αλλά κυρίως: γελοίο. Για την κυβέρνηση των Τσίπρα-Καμμένου, που διέλυσε τη χώρα —και όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας—, έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να τη δούμε στα αντιπολιτευτικά έδρανα, και στους δρόμους και στα πεζοδρόμια και όπου θέλει, παρά να συνεχίσει να καταστρέφει ό,τι απέμεινε να καταστραφεί, όχι απλώς στην οικονομία αλλά και σε όλα τα άλλα, χωρίς καν να υπολογίζω εδώ το πραξικόπημα που ετοίμαζε επί χρόνια για την αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Η δεύτερη συζήτηση αφορά την ανασύνταξη της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, ή τέλος πάντων του «ευρύτερου προοδευτικού χώρου». Αυτή εκκινείται κυρίως, αν όχι μόνο, από το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που έχει σπαραχθεί όσο κανένα τα τελευταία χρόνια: δεν έχει χάσει μόνο τα ποσοστά του καταρρέοντας εκλογικά, δεν έχει απλώς πληρώσει πολύ ακριβά την πλάτη που έβαλε για να μη διαλυθεί η Ελλάδα, αλλά απώλεσε και δύο σημαντικούς ηγέτες: τον Παπανδρέου και τον Βενιζέλο (ο δεύτερος, βέβαια, δεν έχει ακόμη δικό του πολιτικό σχηματισμό). Και οι δύο συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη βεβαιότητα (ασχέτως προώρων δημοσκοπήσεων) της νίκης τής ΝΔ στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, και με το πώς θα μπορέσει ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος να πλασαριστεί στο πολιτικό παιχνίδι και στις αναπόφευκτες μετεκλογικές συνεργασίες: συμπολιτευόμενος ή αφανιζόμενος. Το κατανοώ αυτό, και ας γίνεται εν πολλοίς με λάθος τρόπους. Προσωπικά, πολύ θα ήθελα να ενωνόταν εκλογικά υπό ένα σχηματισμό η Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ, Κίνημα, Ποτάμι, η όποια ΔΗΜΑΡ απέμεινε), ώστε να συγκυβερνήσει με τον Μητσοτάκη. Μακάρι να τα καταφέρουν, αν και το αποκλείω. Ας είναι. Η τρίτη συζήτηση είναι ενδοοικογενειακή, και έχει να κάνει με ερωτήματα του στιλ, «Να ανανεώσουμε τη συνδρομή μας στο New York ή να πληρώσουμε εκείνη τη δόση τού ΦΠΑ; Μήπως φάμε καμιά προσαύξηση; Να χάσουμε δυο-τρεις μήνες ακόμη από το Nation ή να πληρώσουμε τον ΟΤΕ του γραφείου; Το κόβουν αμέσως πια. Να πάρουμε ψάθα πλαστική ή από καλάμια για το μπαλκόνι; Πόσο πάει το μέτρο;» Τέτοια, πολλά.
Παίρνουν όλο τηλέφωνο τον μπαμπά μου από τα νεκροταφεία εδώ και κάτι μήνες, για να του πουν ότι πέρασαν αρκετά χρόνια πια και ότι, λυπούνται, αλλά θα ξεχώσουν τη γιαγιά (και κάτι θα κάνουν με τα κόκαλα μετά, δεν πολυκαταλάβαμε τι, λογικά θα τα πετάνε, τι να τα κάνουν; αν έχουν απομείνει και καθόλου δηλαδή, που δεν νομίζω), και για να το αποφύγουμε αυτό θέλουν κάτι χρήματα, 50-60 ευρώ τον μήνα, ή κάπου 800 ευρώ τον χρόνο, κάτι τέτοιο, νομίζω, σε πέντε ή έξι δόσεις, θα τα βρούμε, του λένε, δεν είναι εκεί το πρόβλημα, ελάτε από δω. Το συζητούσαμε πίνοντας καφέ τις προάλλες στο καφενείο και σχεδόν μάς έπιασαν τα γέλια και γεμίσαμε άχνες από το μαστιχάτο λουκούμι που τον συνόδευε, στα παντελόνια μας και στα χείλια. Πάντα περνάμε καλά με τον μπαμπά μου.
Δεν ξέρω πώς ακριβώς γλιτώσαμε την τελευταία στιγμή από το να γίνουμε μια μικρή χαριτωμένη Ουκρανία (με την απόσχισή μας από τη Δύση, την απόλυτη και σε dtκατάρρευση της οικονομίας, την απουσία χρημάτων και αγαθών, τις οργανωμένες ομάδες κρούσης των Δύο Άκρων και την εφόρμηση της απελπισίας, του πιο βίαιου όπλου, ένας αστικός εμφύλιος δεν θα ήταν το μεγαλύτερο από τα προβλήματά μας: θα ήταν ένα πλαίσιο), ή, έστω, αυτή τη στιγμή δεν έχει τρόπον τινά σημασία, καθώς οι συνταγματάρχες της καρπαζιάς έχασαν την μπουκιά από το στόμα και ορισμένα από τα δόντια τους και (λέμε, αφελώς) ας κάτσουμε να το απολαύσουμε αυτό, αλλά ξέρω πως ένα κονκλάβιο παρανοϊκών και ιδεοληπτικών προετοίμαζε ακριβώς αυτό: μεθοδικά· με σχέδιο· από χρόνια· με κάθε επιτελικό βλάκα στη θέση του. Και ζούμε, εμείς, οργανωνόμαστε, δουλεύουμε, κοιτάμε το αύριο, κάνουμε τα χόμπι μας, επικοινωνούμε, μαλώνουμε, βλέπουμε και συζητάμε το Star Wars, σάμπως όλο αυτό να αφορούσε, πραγματικά, την Ουκρανία, κάτι πέρα από μας. Κι ενώ οι περισσότεροι από δαύτους ζουν ανάμεσά μας. Και οργανώνονται και δρουν αλλιώς: smoothly. Να δεις που οι πρωταίτιοι δεν θα κάτσουν καν στο δικαστήριο: είμαστε ικανοί ακόμη και γι’ αυτό. [§] Κυρίως δε, είμαστε για κλάματα. Κυρίως, δε, δεν ανήκουμε στη Δύση. Αλλά σωζόμαστε από αυτήν. Για πόσο ακόμη;
Πολλοί φίλοι που, έχοντας ένα λογαριασμό στα socialmedia και πέντε δράμια κοινό νου, έτυχε να πειστούν με τα πολλά πως θα ήταν καλό για την Ελλάδα να εκλεγεί αρχηγός στη Νέα Δημοκρατία ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντί οποιουδήποτε άλλου υποψηφίου για το χρίσμα αυτό, οπότε και έσπευσαν κάποιοι από αυτούς να πάρουν μέρος στις αρχαιρεσίες του κόμματος, άρχισαν ήδη από χθες-προχθές να δυσανασχετούν και να αναψοκοκκινίζουν γιατί δεν βλέπουν να υλοποιείται αυθωρεί το όνειρό τους για μια κεντροαριστερή Νέα Δημοκρατία, για μια πούρα φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία, για μία σοσιαλφιλελεύθερη («φιλελέφτ», που έλεγα κι εγώ χαριτολογώντας προ μερικών ετών, μην τολμώντας να φανταστώ ότι ο όρος θα ημινομιμοποιούνταν) Νέα Δημοκρατία κ.ο.κ. Ας μου επιτραπούν δύο σημειώσεις εδώ, δύο μόνο σχόλια: [§] Ψηφίσαμε τον Μητσοτάκη όλοι εμείς οι πολύ λίγοι εξωκομματικοί που το κάναμε (επαναλαμβάνω: είμαστε λίγοι, κι ας ισχυρίζεται το Twitter ότι είμαστε λεγεών — δεν υπάρχουν στοιχεία που να πιστοποιούν το πλήθος μας, ίσα-ίσα) για να έχουμε βάσιμες ελπίδες ότι η ΝΔ θα νικήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εθνικές εκλογές μήπως και, συνεπακόλουθα, ορθοποδήσει η χώρα κλείνοντας, διά των εκλογών αυτών, την αριστερή παρένθεση και θέτοντας τις βάσεις για μία δεύτερη συγκυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ (και Ποταμιού, πλέον), μήπως και ξαναφτάσουμε στα επίπεδα του φθινοπώρου τού 2014: αυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν τον ψηφίσαμε επειδή είδαμε στο πρόσωπό του τον Έλληνα Μπαράκ Ομπάμα των ονείρων μας. (Ας αφήσουμε στην πάντα το γεγονός ότι μπορεί να αποδειχτεί τέτοιος — μακάρι, μακάρι!) Τον ψηφίσαμε γιατί μόνο αυτός μπορεί να το κάνει, για μία σειρά από λόγους (τους αναλύσαμε διά μακρών το δίμηνο που μας πέρασε). Αυτό ήταν το πρώτο σχόλιο. [§] Το δεύτερο σχόλιό μου είναι αυτό: Έχω μία στέρεη ιδεολογία, παραδοσιακά φιλελεύθερη και καλά εκσυγχρονισμένη, μοντέρνα και πλούσια σε ιδέες, πραγματικά σπουδαία και τέτοια που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη ασυζητητί (ειλικρινά, δεν δέχομαι να μπω καν σε συζητήσεις επ’ αυτού: έχω την καλύτερη ιδεολογία από όλους σας). Λοιπόν, εάν γινόταν πράξη, αυτή τη στιγμή, μονοκοπανιά (επειδή ως εκ θαύματος θα ανακηρυσσόμουν ένα είδος μεγάλου και τρανού κυβερνήτη), εάν την εφάρμοζα ως έχει και ολόκληρη διαμιάς, η σπουδαία και μακράν καλύτερη όλων ιδεολογία μου θα βύθιζε τη χώρα στην καταστροφή και στα δάκρυα: θα ζούσαμε το αντίστοιχο της απελευθέρωσης όλων των ζώων ενός ζωολογικού κήπου στην πόλη. [§] Ας έχουμε μια στάλα περισσότερο εμπιστοσύνη. Με το κίνημα ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ ξύπνησε μία μεγάλη, πολύ μεγάλη δύναμη, και τώρα παίρνει, σιγά-σιγά, σάρκα και οστά.
Ήθελα να γράψω για το ότι άρχισαν ήδη οι προσπάθειες περιχαράκωσης των λογής στρατοπέδων (έστω και με παρωχημένη, σκουριασμένη, αφελή ρητορική τύπου «Μας χωρίζει άβυσσος», ρητορική δηλαδή που δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει ούτε έναν κομματικό οπαδό που φοράει ακόμα με παντελόνι καμπάνα), και ότι είναι παραπάνω από λογικό αυτό, και ότι άλλωστε δεν πέφτει σε κανέναν μας λόγος (τα κόμματα είναι πολυπρόσωποι, κατά το «πολυκύτταροι», οργανισμοί —ζουν, μεγαλώνουν και ωριμάζουν, και πεθαίνουν βέβαια, όπως καθετί ζωντανό), και ότι είναι φυσικό να πολεμούν ό,τι τα αποδυναμώνει, έστω και άτσαλα, και ότι, για την ακρίβεια, είμαστε ακόμη στην αρχή των όποιων αντιδράσεων θα γίνουμε μάρτυρες, καθώς η προεδρία Μητσοτάκη θα έχει τον πρώτο καιρό, και μέχρι το συνέδριο του Μαρτίου, τα πάνω της και τα κάτω της, τόσο μέσα στο ίδιο το κόμμα όσο και από την πολεμική αντίπαλων πλην σαφέστατα όμορων υπό πολλές έννοιες χώρων (όπως το ΠΑΣΟΚ: το ΠΑΣΟΚ είναι γειτονικό κόμμα με τη ΝΔ, μη γελιόμαστε, και όχι μόνο εν τοις πράγμασι ή όπως απέδειξε η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου που κράτησε ζωντανή τη χώρα), αλλά προτιμώ να αναφερθώ σε κάτι άλλο που όλο το αμελώ, και που το ξέρουμε βέβαια καλά και το συζητάμε όλοι χαμογελώντας, αλλά που δεν παύει να μου κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση: πιστεύω πολύ στον παράγοντα Κυριάκος Μητσοτάκης, και στο ότι προχθές αναδείχτηκε ο επόμενος πρωθυπουργός, ο επικεφαλής δηλαδή της νέας κυβέρνησης συνασπισμού που θα αναδειχθεί από τις εθνικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν, αλλά —είναι αστείο— όλο αυτό, που θα σημάνει τόσα για τη χώρα, κατέστη δυνατόν χάρη σε ένα λάθος, χάρη σε ένα σύστημα που δεν δούλεψε καλά, χάρη σε ένα πρόγραμμα που έσκασε, χάρη σε κάποια φτηνά τάμπλετ που κράσαραν. Αν είχαν διεξαχθεί χωρίς τεχνικά προβλήματα οι πρώτες εκλογές τής ΝΔ, με εκείνη την περίεργη, χωρίς σάιτ, εταιρεία που τις είχε αναλάβει, ο Μητσοτάκης δεν θα είχε κάνει την άριστη προεκλογική εκστρατεία που εντέλει τού δόθηκε χρόνος να κάνει, και (μολονότι όχι μόνο εξ αυτού) δεν θα περνούσε καν στον δεύτερο γύρο. Δεν θυμάμαι ατύχημα που να ωφέλησε τόσο μια χώρα, που να επηρέασε την πορεία της (γιατί θα την επηρεάσει) τόσο δραματικά. Για να το πω και αλλιώς: αν αυτό το βλέπαμε στο House of Cards, θα σηκώναμε ειρωνικά το φρύδι με τις υπερβολές του σεναριογράφου.