Στην αυριανή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για λόγους που πάνω-κάτω όλοι γνωρίζουμε, θα δρομολογηθούν εξελίξεις στο Ασφαλιστικό, του εξής τύπου: Έχουμε τόσους συνταξιούχους, αυξάνονται με τον τάδε ρυθμό, μας κοστίζουν τόσα λεφτά, εμείς θέλουμε να διαθέσουμε λιγότερα από τόσα, άρα τι κάνουμε; Άρα μειώνουμε τον ρυθμό που θα αφήνουν τη δουλειά τους οι δυνάμει νέοι συνταξιούχοι (πλην των χαριστικών συντάξεων, εννοείται) και κόβουμε ένα άλφα ποσοστό των συντάξεων. Σωστό; Σωστό. Δηλώσεις αμοιβαίας αντιπάθειας προς τις κάμερες, γρήγορη αλλαγή θέματος («Συζητήσαμε επίσης και το Προσφυγικό») κι έξω απ’ την πόρτα. Αυτή είναι μία λύση που την επιμερίζονται όλα τα κόμματα, και που συμφέρει τους πάντες. Εκτός από τους συνταξιούχους, θα πεις. Ναι. Αλλά δεν πειράζει: γιατί αυτοί ξέρουν ότι θα χάσουν επιπλέον χρήματα — ήδη έχουν χάσει κι άλλα, και περιμένουν και το δεύτερο κύμα. Και δεν συμφέρει και τους παραγωγικά απασχολούμενους φυσικά, ιδιώτες, ελεύθερους επαγγελματίες, όλους αυτούς που πληρώνουν με τους φόρους και τις εισφορές τους τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων: τους παραγωγικά απασχολούμενους που έχουν μειωθεί δραματικά, τόσο αυτοί όσο και οι απολαβές τους, ήτοι η φοροδοτική τους ικανότητα: κάποτε ένα κοπάδι αγελάδες τάιζε ένα χωριό, τώρα απέμεινε μία, κι αυτή κάτισχνη, και πρέπει να εξακολουθεί να το ταΐζει. Ωραία. Αυτό είναι ένα σκηνικό που το έχουμε συνηθίσει. Μπορεί να τελειώσει κάποτε (σύντομα· θα τελειώσει πολύ σύντομα), αλλά για την ώρα δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάτι άλλο. Δεν μπορούμε, φέρ’ ειπείν, να διανοηθούμε να θίξουμε καν το ζήτημα των υπέρογκων κρατικών δαπανών και της άμεσης μείωσής τους. Το κράτος είναι Ιερό. Το κράτος στηρίζει τον Τσίπρα με όλες του τις δυνάμεις. Και θα στηρίξει, αύριο-μεθαύριο, μια δεξιά λαϊκιστική κυβέρνηση, που θα άρχει επί τού τίποτε. Εκτός κι αν… [§] ΥΓ. Πρόβλεψη: θα πιέσουμε για οικονομική ενίσχυση σε σχέση με τους πρόσφυγες που έρχονται εδώ· θα την πάρουμε· και θα δοθεί όλη στις συντάξεις, σαν επιδότηση επιδοτήσεων.
Στήλες
Μια καθημαγμένη χώρα που οι πολίτες της τείνουν ευκολότατα να πειστούν, και δη εξακολουθητικά, από τα πιο αδιανοήτως γελοία ψέματα εφόσον φαινομενικά τούς συμφέρει να τα ακούν, επειδή είναι βαθιά, αρρωστημένα, απελπιστικά αμόρφωτοι —σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ηγεσίες τους, που πάντα ήσαν εξέχοντα μέλη της παγκόσμιας ελίτ, εξ ου και η δημοκρατία μας υπήρξε η κορυφαία σε όλα τα Βαλκάνια, με δεκάδες ανόθευτες εκλογικές διαδικασίες στο ενεργητικό της, σε πλήρη αντίθεση με όλους τούς γείτονές μας: από τις εκλογές του 1843 έως σήμερα έχουμε ψηφίσει για την ανάδειξη εθνικής Βουλής περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης—, σε μια χώρα που ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει σε τι δεινή βρίσκεται και τι πρόκειται να της συμβεί εντός ολίγου (οι περισσότεροι αγνοούν, επί παραδείγματι, ότι έχουμε capital controls —και ότι αυτά ήρθαν για να μείνουν—, ήτοι μια οικονομία με χειροπέδες, ή ότι ο τράπεζες έχασαν μέσα σε λίγους μήνες το 95% της αξίας τους: το 95%!), σε μια τέτοια χώρα τέλος πάντων μπορεί οποιοσδήποτε πλέον να λέει ό,τι θέλει, να υπόσχεται εκ νέου τον ουρανό με τ’ άστρα, να χασκογελά με τα χάλια μας, και όλοι μαζί να χαζεύουμε τις αθλητικές όπως το κάναμε και το ’80 και το ’90, να τα λέμε στα ουζερί όπως τα λέγαμε και το ’90 και το ’00, να γελάμε και να βρίζουμε για τον καιρό, επειδή ας πούμε έβρεξε δυνατά ή επειδή εξακολουθεί να κάνει ζέστη Νοέμβρη μήνα, σαν ήρωες ενός παλιού, μαυρόασπρου, κιτρινισμένου κόμιξ που βρέθηκε στα σκουπίδια και που τώρα το διαβάζει ένας κλοσάρ στο παγκάκι. Είμαστε σαν τις ιστορίες του Άντυ και της Φλώρας, είμαστε ο Άντυ και η Φλώρα: ζούμε τις ασήμαντες παλιές ιστορίες μας, τρωγόμαστε και ξαναγαπιόμαστε, εγκλωβισμένοι σε χάρτινα τσαλακωμένα κελιά, ενώ γύρω μας τα πάντα τρέχουν, τα πάντα αλλάζουν, βιάζονται, γεννιούνται, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται αλλαγμένα κάθε μέρα. Μια τέτοια μέρα —άγνωστο ποια: αλλά δεν θα ’ναι πολύ μακρινή, το αντίθετο— θα ξυπνήσουμε, θα βγούμε από τη σπηλιά μας, θα κάνουμε δυο σαστισμένα βήματα και δεν θα αναγνωρίζουμε τίποτε από τον κόσμο. Και δεν θα μας θυμάται, κι εμάς, κανείς.
Χθες ήταν η δεύτερη φορά αυτό το οκτάμηνο που δεν τα κατάφερα να γράψω το Ημερολόγιο Γεφύρας στην ώρα του, δηλαδή περί τα μεσάνυχτα: πριν τις 12, είχα γείρει στον καναπέ (βλέπαμε μια ταινία) και ήταν απλώς αδύνατον να ξανανοίξω τα μάτια μου· απλώς κάποια στιγμή αφέθηκα να με οδηγήσει η Κ. στο κρεβάτι. Οι ημέρες γίνονται όλο και πιο γεμάτες και πιο απαιτητικές, κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε για να ζούμε. Στο μεταξύ, τα μικρά γεγονότα της μεγάλης Ιστορίας μπορούν να κάνουν όσο λίγο ή πολύ θόρυβο θέλουν. Αρκεί να μη μας ξυπνούν. [§] Είχε πλάκα πιο πριν, καθώς είχα δεχτεί καταιγισμό απειλών από χρυσαυγίτες στο inboxμου, που με απειλούσαν (μα, δεν βαρέθηκαν τόσα χρόνια; words, words, words…) επειδή δήλωσα ότι είμαι με την Τουρκία. Προφανώς και είμαι, ο φασίστας Πούτιν πρέπει να μάθει να παίζει με τον πολιτισμένο κόσμο, και στην περίπτωσή μας να μη βγάζει γλώσσα στο ΝΑΤΟ, μια συμμαχία στην οποία τυχαίνει να είναι μέλος η φίλη Τουρκία — και, για κάποιο καιρό ακόμα, και η Ελλαδίτσα. Παιδάκια: όταν έχεις μπει στο υπόγειο του παλιού Super-3, του Κεντρικού, του μεγαλύτερου συνδέσμου τού ΑΡΕΩΣ, χωρίς να τρέμουν τα πόδια σου, κι ενώ όλη του η ηγεσία σε μισεί, τι να μου πείτε κι εσείς; :-D [§] Δεν έχει θέμα σήμερα (και πότε είχε, θα πεις), πάω για δουλειά: πρέπει να προσποιηθούμε ότι μπορούμε να προλάβουμε οτιδήποτε. Και να το πιστέψουμε.
Είναι κάτι περίεργο που μου συμβαίνει εδώ και κάμποσους μήνες τις νύχτες, όταν περπατώ στον δρόμο: νιώθω μια ζεστή, στερεή παρουσία να αναπνέει βαριά δίπλα μου και να με ακολουθεί, στερεή αλλά και πάλι κάπως ρευστή, με άνετο έλεγχο των κινήσεών της, που ποτέ δεν χάνει την περπατησιά μου, και που με κάνει να πιστεύω πως ξέρει από πριν αν θα στρίψω στη γωνία ή αν θα συνεχίσω ίσια. Όποτε γυρίσω απότομα να τη δω, παίρνει μιαν άυλη μορφή: γίνεται μια γκριζάδα ανάμεσα στις άλλες, και κοιτάζει αλλού, αδιάφορη, σταματώντας και να αναπνέει για λίγο. Είναι κάτι πιο λίγο από καπνός και πιο πολύ από μια ιδέα του μυαλού. Κι έπειτα πάλι, όταν ξαναστρέφω το κεφάλι και το σκύψω αναστενάζοντας, και συνεχίσω το περπάτημα, μαζεύει κι εκείνη πάλι τους ώμους και συνεχίζει να με ακολουθεί, κολλημένη πίσω από τον αριστερό μου ώμο, ζεστή και σαν στερεή, ωσότου κάτι συμβαίνει κάποια στιγμή, κάτι άσχετο από τη σχέση μας αυτή, ένας οποιοσδήποτε περισπασμός, και χάνεται λίγο μετά, δευτερόλεπτα αφότου βγει από το μυαλό μου. Θα πεις, είμαι τρελός. Και μπορεί να ’χεις δίκιο. Πόσο μάλλον που τώρα πια δεν τη νιώθω μονάχα τις νύχτες, αλλά και όταν ίσα-ίσα που αρχίζει να πέφτει το σούρουπο, εκεί κοντά κατά τις πέντε ή ώρα που βραδιάζει, κι ας είναι νωρίς, κι ας μην έχει πέσει ακόμη το σκοτάδι, γιατί εδώ και καιρό μάς κλείνει το μάτι ο χειμώνας, από την άνοιξη, πες, και πάει και μισοκλείνει τα φώτα νωρίς. Κι ακόμα, ακόμα χειρότερα: είναι τώρα κάτι μέρες που τη νιώθω —αυτή τη στερεή σκιά που λαχανιάζει στον ώμο μου— και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, να γλιστράει πίσω από τις κουρτίνες, να κρύβεται στην ντουσιέρα, να παραμονεύει δίπλα από τα ράφια με τα βιβλία. Συχνά νομίζω πως δεν θέλει καν να κρύβεται πια, και ίσα-ίσα που, έτσι να κάνω, θα μπορέσω να τη δω, ή να την πιάσω στα πράσα, να κάθεται στο γραφείο μου, να ανακατεύει τις σημειώσεις μου, να ψαχουλεύει μέσα στην ντουλάπα με τα πουκάμισα, να σκαλίζει το πατάρι με τις βαλίτσες. Ίσως (αν και δεν ξέρω να πω με σιγουριά) αυτή η ζεστή, στερεή σκιά να γράφει και τα σημειώματα που βρίσκω πια εδώ κι εκεί, πάνω στο τραπέζι του σαλονιού ή σάμπως περασμένα κάτω από την εξώπορτα, ή μέσα στις τσέπες των παντελονιών μου, γραμμένα όλα τους με το ίδιο μελάνι και από το ίδιο χέρι. Όλα λένε μια λέξη μόνο: «ΦΥΓΕΤΕ», κι αν κάτι ξέρω να πω με σιγουριά είναι πως δεν συνιστούν απειλή, όχι: είναι προτροπή. Η σκιά με συμβουλεύει, μας πονάει. [§] Αλλά κι αυτό το ΦΥΓΕΤΕ μια κουβέντα είναι, σχεδόν γλυκιά. Μακάρι να ’ταν στ’ αλήθεια απειλή. [§] Θα φύγουμε όταν γίνει.
Αν ορίζαμε τον, ας τον πούμε, μαχόμενο φιλελευθερισμό (λέω: αν) σαν τον διαρκή αγώνα υπέρ του δικαιώματος να είναι ελεύθερος κάποιος τρίτος, ο Άλλος, και όχι εμείς, σαν μία ογκώδη ηθική υποχρέωση να προασπίζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα των άλλων, των εκάστοτε μειονοτικών και των αδυνάτων, θα βλέπαμε πως δεν γίνεται να περιορίσουμε αυτόν τον τρίτο και αυτές τις ομάδες ανθρώπων με κανέναν τρόπο, εφόσον οι πράξεις του ή οι πράξεις τους δεν επηρεάζουν άλλους, μη συναινούντες — για παράδειγμα, κανείς μπορεί να έχει το δικαίωμα της απόλυτης αυτοδιάθεσης του σώματός του (της σύνολης ύπαρξής του), οπότε, φέρ’ ειπείν, δεν μπορεί να κατηγορηθεί, θα λέγαμε, αν εκπορνεύεται, αν κάνει χρήση ναρκωτικών ή αν φοράει ό,τι ρούχα θέλει, σε όποιον ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο θέλει, μια μπούργκα ας πούμε ή ένα λοφίο στο κεφάλι. Κάποια Δυτικά κράτη απαγορεύουν το κάλυμμα της κεφαλής στις γυναίκες για μία σειρά από λόγους, πολύ σοφούς όλους τους, όπως επίσης και την οπλοφορία: δεν μπορείς να κυκλοφορείς με τελετουργικό χατζάρι ή στιλέτο στη ζώνη, όσο και να σε καίει αυτό. Όμως… Όμως πραγματικά δεν έχω άποψη επ’ αυτού. Και θα ’ναι κρίμα να συνεχίσω με επιχειρήματα (υπέρ του δικαιώματος του άλλου να φορά ό,τι θέλει, υποθέτω — ή, αίφνης, να οπλοφορεί) όταν ολόκληρες σχολές σκέψης έχουν καταλήξει πως, όχι, δεν γίνεται να φοράς τσαντόρ σε ένα σχολείο των Παρισίων, και αλλού — ξέχνα το. Οπότε κλίνω την κεφαλή, και… Και αλλάζω θέμα. Ας πούμε, είχε γενέθλια ο σκύλος μας χθες, και του πήραμε ένα «γλυκό» σαν μικρή τούρτα, και του ανάψαμε κερί, και βγήκαμε φωτογραφίες, και μετά το ’φαγε. Αυτά. [§] ΥΓ. Ναι: εκχωρώ μετά λόγου γνώσεως μέρος των δικών μου ατομικών ελευθεριών, των Δυτικών δηλαδή, για να παταχθεί η τρομοκρατία. Και δεν το κάνω τώρα, με τους ισλαμοναζήδες, το κάνω μια ζωή, με καθετί. Η δικιά μου ιδεολογία (βάσει της οποίας, απροπό δεν ψηφίζω ποτέ) θα αμολούσε ένα τέρας στους δρόμους έτσι και εφαρμοζόταν: την έχω για να ακονίζω επάνω της τη συνείδησή μου, όχι για να την ασκώ — με τον ίδιο τρόπο που κανείς μπορεί να είναι δάσκαλος μιας εξαιρετικά σκληρής και αποτελεσματικής πολεμικής τέχνης χωρίς ποτέ σε όλη του τη ζωή να έχει χτυπήσει άνθρωπο. Ας προστατευτούμε, και ας προστατεύσουμε την Ελευθερία της ζωής.
Στις Εθνικές Εκλογές του Ιανουαρίου, πολλοί καλοί φίλοι, και γενικώς καλοί άνθρωποι, και πολλοί, πάρα πολλοί, συνέστηναν στους ψηφοφόρους να κάνουν κάτι μην τυχόν και βγει ο Τσίπρας και έχουμε δράματα. Οι ίδιοι σιχαίνονταν τους σαμαροβενιζέλους, και δεν θα τους ψήφιζαν που να τους κοπεί το χέρι. Κυρίως, δε, δεν θα ψήφιζαν με τίποτα Σαμαρά, Νέα Δημοκρατία, δηλαδή τον βασικό αντίπαλο του ΣΥΡΙΖΑ, αυτόν που κατά τούς ίδιους θα ανέκοπτε την επέλαση των επικίνδυνων τρελών τού Τσίπρα, επειδή που να τους κοπεί το χέρι αυτοί Δεξιά δεν ψηφίζουν. Θα ψήφιζαν πολίτευμα, θα κάθονταν σπίτι τους, θα πήγαιναν εκδρομή, θα το ’ριχναν κάπου χαβαλέ, θα προτιμούσαν μικρά κόμματα, θα, θα, θα. Δεν ψήφισαν την επάρατο λοιπόν, και μπράβο τους, βγήκε πανηγυρικώ τω τρόπω και άνευ αντιπάλου ο Τσίπρας, μπήκε από την πίσω πόρτα στη Βουλή και ο σημερινός ΗΕΘΑ που την επομένη του εμπιστεύτηκαν (όχι αυτοί που τον ψήφισαν, όχι αυτοί που ψήφισαν τον Τσίπρα: αλλά οι άλλοι) τα τανκς, και δώσ’ του διαπραγμάτευση, δώσ’ του πανηγύρια με αρνιά και κοντοσούβλια και Αμαλίες να χορεύουν καλαματιανούς το Πάσχα, δώσ’ του non passaran στους εβραιομασόνους ανθέλληνες δανειστές τοκογλύφους, δώσ’ του χαρά και οίηση, δώσ’ του περήφανα νιάτα και τιμημένα γηρατειά, δώσ’ του αξιοπρέπεια και κοιλιακούς Βαρουφάκη, δώσ’ του και το υπερέξυπνο διαπραγματευτικό ατού και υπερτέλειο μέτρο του δημοψηφίσματος, δώσ’ του δεκαεφτά ώρες σερί δουλειά για τον Αλέξη, δώσ’ του μετά τα capitalcontrolsκαι οι τιμημένες και περήφανες ουρές στα ΑΤΜ, δώσ’ του το φευγιό δεκάδων χιλιάδων επιχειρήσεων σε Βουλγαρία, Κύπρο, Αλβανία, δώσ’ του χορό οι Αγορές, , και ξαναδώσ’ του χορό οι Αγορές στον ζουρνά, στο νταούλι και στο κλαρίνο που τους παίζαμε, δώσ’ του η μετανάστευση αξίων ων ουκ έστιν αριθμός, δώσ’ του πρώτες κατοικίες και κούρεμα μισθών και συντάξεων οριζόντιο και ωραίο (ζήτω η ισότητα), φάε τώρα και την ΕΘΝΙΚΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ του ξεπουλήματος του τραπεζικού συστήματος έναντι εφτακοσίων… εκατομμυρίων ευρώ (!!!), όσο κάνει η Μπαρτσελόνα πάνω-κάτω, κι όλα καλά: όλα με το χαμόγελο. Δεν πάθαμε και τίποτα, δόξα τω Θεώ. Τουλάχιστον όμως οι ως άνω φίλοι δεν βούτηξαν το χέρι τους στα σκατά της Δεξιάς. Το βουτήξαμε μόνο εμείς, που την πολεμάμε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας με λύσσα. [§] Δεν θα πω άλλα. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τις σημερινές εκλογές. Μας αφορούν όλους εξίσου. Πάτε να ψηφίσετε κανέναν σοβαρό άνθρωπο, γιατί θα σας βγει κάνας Τζιτζικώστας που ’ναι κλώνος τού Τσίπρα διά τού δύο, και δεν θα «φταίνε» οι ψηφοφόροι του, ούτε αυτός: εσείς θα φταίτε.
Όπως σε ένα ναύαγιο εν αιθρία τα λάθη πλοήγησης τα χρεώνεται ο κυβερνήτης —αλλά πνίγονται οι επιβάτες—, έτσι και τα «λάθη» του Τσίπρα και του τρομώδους θιάσου του θα καταλογιστούν σε δαύτους — αλλά (θα) έχουμε πνιγεί εμείς. Μέσα σε μόλις ένα εξάμηνο θρασύτατων θηριωδιών και λιτότητας, η χώρα έχει μπει μέσα μέσα όσο σπατάλησε μέσα σε μία ολόκληρη δεκαετία ξέφρενης σπατάλης (και όταν λεμε η χώρα εννοούμε και οι πολίτες, όχι τάχα μου εκατό πολιτικοί και διακόσιοι επιχειρηματίες: άπαντες), υποχωρώντας σε όλους τους οικονομικούς δείκτες, στους ίδιους ακριβώς δείκτες που πρώτη φορά από το ξέσπασμα της Κρίσης είχαν ανακάμψει πριν από ένα περίπου χρόνο από τώρα που μιλάμε, επί των «τρισκαταράτων Σαμαροβενιζέλων», δίνοντας δουλειές στους νέους, ανοίγοντας δρόμους για τις επιχειρήσεις και κομίζοντας επενδύσεις, δηλαδή επιπλέον δουλειές, επιπλέον πλούτο και, επιτέλους, αξιοπρέπεια. Αυτά όλα πετάχτηκαν. Για ένα καπρίτσιο κάποιων μανικών. Και όχι μόνο πετάχτηκαν: κατρακύλησαν στον γκρεμό, μαζί με το κάρο και, κυρίως, μαζί με τη γαλαρία. Όμως δεν πήγαν μόνο οι πενταετείς θυσίες έντεκα εκατομμυρίων ανθρώπων στον βρόντο: πήγαν στον βρόντο οι πενταετείς τους θυσίες επί δέκα. Η Ελλάδα δεν θα επανακάμψει. Οι άνθρωποι που έφυγαν δεν θα ξαναγυρίσουν. Αυτοί που φεύγουν (άτομα και εταιρείες) δεν θα το ξανασκεφτούν. Οι δε πιθανότητες να γλιτώσουμε το Grexitείναι στατιστικά ασήμαντες. Και όλα αυτά δεν είναι πράγματα που διορθώνονται με χειραψίες και με ψελλίσματα γυμνασιόπαιδα που έχει κάτω από τη βάση σε όλα τα μαθήματα, πλην των Θρησκευτικών και χαμογελάει κι από πάνω — του βλάκα τού σχολείου, δηλαδή. Αυτά διορθώνονται με την αποβολή του. [§] ΥΓ. Σε περίπτωση που κληθεί μία νέα οικουμενική κυβέρνηση να εφαρμόσει το επαχθές Μνημόνιο της Αριστεράς (και να γλιτώσει τη χώρα και από πολιτειακά προβλήματα, τα οποία όλοι ξεχνάμε — όπως ξεχάσαμε όλοι ότι έχουμε capital controls, και ότι θα τα έχουμε για όλο το υπόλοιπο της δεκαετίας), η Αριστερά (η Αριστερά του εν λόγω γυμνασιόπαιδα, that is) κατ’ ανάγκην θα συμμετέχει, λένε. Αυτό όμως δεν θα την απαλλάξει: γιατί το κακό ήταν μέγα, θα μεγαλώσει τρομερά πολύ σύντομα, και είναι από την πρώτη στιγμή προσωπικό.
Το περισσότερο που αισθάνομαι απέναντι στους ασήμαντους που κυβερνούν (ποτέ στην ιστορία της χώρας δεν υπήρξαν τόσοι ασήμαντοι μαζί σε μία δημοκρατική κυβέρνηση, και σε τουλάχιστον μία μη δημοκρατική: και δεν υπολήπτομαι κανέναν ασήμαντο, ούτε με θεωρώ ίσο απέναντί του — είμαι ανώτερος, δεν είμαστε ίσοι), το περισσότερο που αισθάνομαι απέναντι στο freakshow είναι αδυναμία. Γιατί έχουν την αμέριστη και άνευ όρων στήριξη του Σοφού Λαού, αυτού του ιερού και σεπτού πράματος που αγαπά και επιδιώκει την αέναη αυτοσυντριβή του: αυτής της πρωτεϊκής οντότητας που μπορεί, όχι να αλλάζει σχήμα και μορφή, αλλά να αλλάζει κολαούζο, όπως αλλάζει βρακί όποτε παίρνει, πια, να ζέχνει. Αδυναμία μόνο. Ένας τυφλός χαζούλης πλην απατεωνίσκος που ακούει Φωνές, του Κυρίου και άλλες, οδηγεί το κίτρινο σχολικό που γράφει ΕΛΛΑΣ απέξω, και ο συνοδηγός του, ο Μέγας Βλαξ, αλλάζει κασέτες με λαϊκά (ποπάκια ελληνάκια) στο ηχοσύστημα ξύνοντας την κοιλιά του, ανάμεσα από δύο ρεψίματα. Στις μπροστά θέσεις τσακώνεται η Αγία Πλέμπα, τα λούμπεν στρατιωτάκια του κομματικού-κυβερνητικού στρατού, άνθρωποι μετρίως καλοί για παρέα σε παρακμιακό ουζερί —και πολύ λέω—, εκ των οποίων μπόλικοι δεν είναι απλώς ηλίθιοι, αλλά είναι και… κομουνιστές! Δεν ξέρουν καν τι πά’ να πει κομουνισμός, ή μαρξισμός-λενινισμός, αλλά είναι. Πώς; ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ. Και; Και κάπου στη γαλαρία είμαστε στριμωγμένοι όλοι οι υπόλοιποι, Έλληνες, μειονοτικοί, ξένοι μετανάστες — όλοι εμείς. Και είναι κατηφόρα, κι έχει και γκρεμούς. Και στον δρόμο μας μπροστά κυκλοφορούν πρόσφυγες, παραλοϊσμένοι και ανήμποροι και τους πατάμε. Και κυρίως: πάμε ανάποδα στον δρόμο. Όλη η Ευρώπη πάει προς την άλλη μεριά. Κι ούτε καν μόνο η Ευρώπη. [§] Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα, αν μείνουν ένα εξάμηνο ακόμη αυτοί οι προϊστορικοί κρατιστές και παροιμιωδώς άνοες στην εξουσία, να αποφύγουμε την καταστροφή. Ούτε μία. [§] Αδυναμία. Μόνο. Και αηδία.
Δεν χωρεί αμφιβολία πως και ο πιο κουτός στην κυβέρνηση (δεν μπορώ να βρω ποιος είναι αυτός, χρειάζεται πολλή σκέψη) έχει ήδη καταλάβει πως οποιαδήποτε προσπάθεια είτε διαπραγμάτευσης με οποιονδήποτε τρίτο, είτε, απλώς, σκέψης για να βρεθούν, φέρ’ ειπείν, «ισοδύναμα», άλλες πηγές εσόδων ή λύσεις στα προβλήματα που η ίδια δημιούργησε σε όποιον μιλά ελληνικά, ανεξαρτήτως γλωσσικού επιπέδου (και όχι η προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ, σε καμία περίπτωση όχι αυτοί), ακόμη και ο πιο κουτός, λέω, στην κυβέρνηση, όποιος και να ’ναι αυτός, έχει πια καταλάβει πως οποιαδήποτε πολιτική κίνηση, σκέψη, πράξη, παράσταση, ενδεχομένως και αναπνοή, αυτού του κυβερνώντος πράγματος μοιάζει με την προσπάθεια κάποιου ερωτοχτυπημένου και προδομένου που πάνω στο πάθος του έχει κρεμαστεί στην τροχαλία ενός πηγαδιού να κόψει, μετανιωμένος, με ένα μαχαίρι το σχοινί που του κόβει την ανάσα, ξεχνώντας πως, έτσι και τα καταφέρει, θα πέσει στο βάθος και θα πνιγεί ή, αν δεν πνιγεί, γιατί το πηγάδι μπορεί να ’ναι ξερό, ξεχνώντας πως θα πέσει και θα σπάσει τα πόδια του ή το σβέρκο του, και πως, ακόμη κι αν πέσει στα μαλακά, σαν τη γάτα, πάντως ποτέ δεν θα μπορέσει να βγει από εκεί κάτω. Είναι καλύτερο να αρχίσει να φωνάζει, μπας και τον ακούσει κανείς, θα έλεγε κανείς. Ή απλώς να μην κάνει τίποτε. Ίσως καλύτερα θα είναι να τελειώνει μιαν ώρα αρχύτερα. [§] Ο δικός μας κρεμασμένος, ο δικός μας αυτόχειρ, κουβαλάει βέβαια και μια χώρα στο τσεπάκι του, κι έχει και τη φωτογραφία της μαζί, κάτω ακριβώς από της έρμης της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που τον βλέπει μέσα από τον τάφο της και θέλει η ίδια να πάει και να του κόψει το σχοινί. Και όχι για να τον σώσει, αλλά από ντροπή.
Αφήνω όλα τα άλλα κατά μέρος: το αρχικό σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας και που απέβλεπε κλπ. κλπ. Μιλώ για τον Τσίπρα μόνο, όχι για το κόμμα και τον μηχανισμό, όχι για ό,τι απεργάζονταν και εξακολουθούν να απεργάζονται. Για τον Τσίπρα απλώς. Αυτό λοιπόν που είναι πραγματικά εντυπωσιακό, και που δεν το συνηθίζει κανείς, δεν είναι η παράδοξη σιγουριά του πως είναι κατάλληλος για τη θέση (ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του, και όλοι ξέρουμε ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια για τα πάντα, ενώ δεν είναι σε θέση να θυμηθούν από πού ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ, από δεξιά ή από αριστερά), αλλά το ότι, εντελώς φανερά, δείχνει πως δεν είναι σε θέση να καταλάβει, να μυριστεί, να ψυλλιαστεί τη μνημειώδη ανεπάρκειά του σε μια σειρά από θέματα — ανάμεσα στα οποία πρώτο-πρώτο τοποθετώ, όσο και να μη φαίνεται σημαντικό από μια πρώτη ματιά, καθώς θεωρείται από πολλούς περισσότερο εθιμοτυπικό παρά ουσίας, τις συναντήσεις του με ξένους ηγέτες. Κατανοώ ότι είναι μέρος της δουλειάς, κάτι που δεν μπορεί να αποφύγει όπως εμείς ένα τηλέφωνο που δεν θέλουμε να σηκώσουμε, αλλά ο ίδιος, κι αυτό μόνο έχει σημασία, δεν το βλέπει έτσι. Το αντίθετο: δεν εννοεί να καταλάβει πως δεν διαθέτει ούτε ποσοστό της αναγκαίας σκευής για να παρίσταται σε τετ-α-τετ, κρίσιμα τετ-α-τετ από τα οποία αναμένεται να κερδίσει κάτι ο ίδιος (εντέλει η Ελλάδα, υποτίθεται), ή, πόσο δε μάλλον, διαμέσου των οποίων επιζητεί να περάσει μία εθνική (δηλαδή στενά κομματική) θέση. Και δεν εννοώ πράγματα όπως τα περιβόητα κόκκινα δάνεια, ας πούμε, ή για τη σύνολη καταστροφή που επέφεραν αυτός και οι δικοί του στη χώρα — εννοώ, και επιμένω σ’ αυτό, μόνο την αφελώς αγέρωχη στάση του δίπλα σε ανθρώπους ξεσκολισμένους στην πολιτική και στη διπλωματία — και εξόχως καλλιεργημένους: μορφωμένους. Ο προσωπικός μεγαλοϊδεατισμός του είναι ανατριχιαστικός. Καλά-καλά εμείς σκεφτόμαστε διπλά και τρίδιπλα πώς θα μιλήσουμε σε μια έκτακτη κοινωνική εκδήλωση, με φίλους και με δυο-τρεις αγνώστους, και εκείνος δεν διστάζει να συζητά θέματα πολύ σημαντικά, όπως το προσφυγικό, με τους καλύτερους, την αφρόκρεμα — όπως είναι οι Τούρκοι. Δεν ξέρω τι να πω. [§] Είχα την τύχη να διαβάσω αυτό: «Μερικές φορές, ένας ζωγράφος βάζει μέσα στον μεγάλο πίνακά του, ή ένας ποιητής μέσα στο μακροσκελές ποίημά του, έναν ασήμαντο δευτερεύοντα χαρακτήρα που είναι ο ίδιος. Έτσι, ο ποιητής της Οδύσσειας έχει, πιστεύω, ταυτίσει τον εαυτό του με τον τυφλό βάρδο που στην αίθουσα των Φαιάκων τραγουδά τις μάχες της Τροίας, συγκινώντας μέχρι δακρύων τον κακοπαθημένο ήρωα. Με τον ίδιο τρόπο, συναντούμε στο Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν, όταν διασχίζουν τη γη της Αυστρίας, έναν ποιητή που υποψιαζόμαστε ότι είναι ο δημιουργός του έπους. Στον πίνακα των Αγίων Πάντων του Dürer, δύο κύκλοι πιστών προσεύχονται γύρω από την Αγία Τριάδα ψηλά στους ουρανούς: ένας κύκλος των ευλογημένων ψηλά και ένας κύκλος ανθρώπων στη γη. Ανάμεσα στους τελευταίους, υπάρχουν βασιλείς και αυτοκράτορες και Πάπες, αλλά και, αν δεν κάνω λάθος, το πορτρέτο του ίδιου του καλλιτέχνη, σαν μία ταπεινή δευτερεύουσα μορφή που θα μπορούσε και να λείπει» (είναι του Σρέντιγκερ). Είμαι σίγουρος πως ο Τσίπρας, ανάμεσα στις μορφές των μεγάλων επαναστατών που φυλά στο εικονοστάσι του, έχει και μια δικιά του: μια σέλφι τραβηγμένη κρυφά στις τουαλέτες της Κομισιόν, όπου πήγε για να φρεσκαριστεί, να χαμογελά θριαμβευτικά μετά από άλλη μια ήττα, μπροστά στον καθρέφτη. Βέβαια, έχει ωραίο χαμόγελο.
Κάποιοι από εμάς έχουν καλές επαφές με το εξωτερικό: συνεργάζονται με ξένους, ταξιδεύουν αρκετά στην Ευρώπη, ή και στις ΗΠΑ, αλληλογραφούν καθημερινά, σπουδάζουν έξω, διατηρούν δυνατούς δεσμούς με μία άλλη χώρα — πραγματικά, δεν έχει σημασία με ποια. Δεν ξέρω το ποσοστό τους επί του γενικού πληθυσμού, το βάζω κάπου —όχι πολύ αυθαίρετα, και ασφαλώς με γενναιόδωρη διάθεση— στο 5%, με ταβάνι αυτό το ~5% τέλος πάντων. Λοιπόν, όταν θα πέσουμε στον γκρεμό τής ανεπιστρεπτί ανυποληψίας, και στο κακό πηγάδι της απομόνωσης, της ευρωπαϊκής-δυτικής αυτοεξορίας μας, αυτό το 5% δεν πρόκειται να χαρακτηρίζει τους Έλληνες, θα ξεχαστεί και θα λιώσει σαν αλάτι στο νερό — και, πέραν των μεμονωμένων προσώπων, όλους μαζί, όλους όμως (και θα ’ναι κάτι που δεν θα αλλάξει όσο γρήγορα έγινε: το αντίθετο), θα μας δείχνουν οι άνθρωποι της Ένωσης με το δάχτυλο και θα λένε: «Οι Έλληνες». Και θα το λένε με πίκρα, όχι με μίσος ή με γινάτι. Αυτό με γεμίζει μοναξιά, και με καταθλίβει. Ειδικά κάποιες νύχτες σαν κι αυτές τις σκοτεινές, ειδικά κάποιες μέρες σαν και τούτες εδώ που ξημερώνουν, θεοσκότεινες. [§] (Από πάντα υπήρξαμε ξένοι, ίσως. Ποιος ξέρει; όμως υπήρξαν και στιγμές που… περίοδοι που… [§] Α! ας είναι).
Πολλοί φίλοι (καλά, όχι και φίλοι) λένε και κυρίως γράφουν συχνά, και σίγουρα μετά τις απαγωγές των κοριτσιών στην Αφρική, τις μαζικές εκτελέσεις αμάχων, και δη παιδιών, τους αποκεφαλισμούς ομήρων μπροστά στην κάμερα, τις καταστροφές αρχαιοτήτων και πελώριας σημασίας μνημείων, το Charlie, και φυσικά τώρα με τα τελευταία ειδεχθή μαζικά εγκλήματα, «Στείλε, πολιτισμένε κόσμε, 20.000 μαχητικά να τους εξαερώσεις, ρίξε τακτικά πυρηνικά να τελειώνουμε με δαύτους», και άλλες κουβέντες που χρησιμοποιούν μόνο ακροδεξιοί με φιλελεύθερο (ποδήρη) μανδύα τύπου Τζήμερου. Φυσικά τίποτε από αυτά δεν μπορεί να γίνει, και φυσικά δεν πρέπει να γίνει. Το βρομερό Χαλιφάτο δεν είναι ένα κράτος, ένας εχθρός «σαν τους άλλους», με σαφώς προσδιορισμένα σύνορα, με πόλεις, με εντοπισμένα σε όλο τους το εύρος στρατόπεδα, με τηλεόραση και ραδιοφωνικούς σταθμούς που εκπέμπουν από τον τάδε πύργο, με κέντρα τηλεπικοινωνιών ή αποθήκες πυρομαχικών που έχουν από καιρό βρεθεί στον χάρτη — είναι κάτι καινούριο και μοναδικό, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πληγεί, πόσο δε μάλλον να αφανιστεί, όπως ένας «φυσιολογικός» εχθρός, όπως ο Σαντάμ, ας πούμε — ή όπως η Σερβία. (Δεν σχολιάζω περαιτέρω τις βλασφημίες περί πυρηνικών, ντρέπομαι και που τις διαβάζω αυτές τις αηδίες). Καλή είναι η οργή, και τα socialσχεδόν άκακο πεδίο για να διοχετεύεται (αλλά όχι απολύτως), αλλά ώς εκεί. Είναι τελείως άλλο να πληγούν συγκεκριμένοι στόχοι —στρατόπεδα εκπαίδευσης, ας πούμε— και τελείως μα τελείως άλλο να βομβαρδίζονται πόλεις. Οι μαχητές τού ISISδεν ανήκουν σε μία χώρα, δεν είναι μία χώρα. Δεν μπορούν να πολεμηθούν όπως πολεμιούνται οι χώρες. Υπάρχουν άλλοι τρόποι, και άμποτε να εφαρμοστούν. [§] (Επίσης δεν ήρθαν από τον Άρη όλοι αυτοί. Κάποιες γυναίκες τούς γέννησαν, και πολλοί από δαύτους έχουν και δικές τους γυναίκες, και δικά τους παιδιά. Μπορεί να μην τις θέλεις στο σπίτι σου αυτές, μπορεί να σου φαίνονται τέρατα αυτά — αλλά θα τους βομβάρδιζες; Αλήθεια; Και, αν ναι, πιστεύεις ότι θα κέρδιζες κάτι στον πόλεμο με την ισλαμιστική τρομοκρατία;)
Δεν ξέρω αν θα έχουμε επεισόδια, καψίματα και γενικώς μπάχαλα μεθαύριο Τρίτη —από τα καλοθρεμμένα αναρχοφασιστάκια που σε λίγα χρόνια, καν δυο καν τρία, θα τα βάλει ο μπαμπάς ταμίες στην τράπεζα ή θα τα στείλει σε κάνα Λονδίνο να κάνουν εμετούς στα πεζοδρόμια και να τρώνε φάπες έξω από τις παμπ, πριν πάρουν κουτσά-στραβά ένα πανάκριβο πτυχίο της πλάκας και ’ρθουν πίσω για να αναλάβουν την έτοιμη δουλίτσα— ή σε τρεις εβδομάδες (τα ιμιτασιόν Δεκεμβριανά, που φούντωσαν μεταξύ άλλων το ναζιστικό κούνημα, πέφτουν ημέρα Κυριακή φέτος: όχι καλή ημέρα για μπάχαλα), ξέρω όμως πως, νά: με δαύτους έχουμε να κάνουμε — με μια δράκα προβληματικά και τραγικά πιτσιρίκια, εύκολα καθοδηγούμενα από τη φωτεινή τους ηγεσία και συνεπαρμένα από τους εισαγόμενους φασιστοχούλιγκαν, που σαφώς και είναι ικανά και σπίτια να κάψουν, και σινεμάδες να καταστρέψουν, και ανθρώπους να πνίξουν στον καπνό εκεί μέσα. Και, όχι: δεν έχουμε δυτικά προάστια-γκέτο εμείς, δεν έχουμε μειονότητες θρησκευτικές με μαντίλες, μούσια και κρυφά κατηχητικά σχολειά, δεν έχουμε παιδιά με άλλο χρώμα στο δέρμα τους που να τα αποκλείουμε από το τραπέζι μας, όπως έχουν οι Γάλλοι, φέρ’ ειπείν. Αυτά μάς έλαχαν. Που δεν διαθέτουν καν (έστω: ακόμα) οργανωμένες συμμορίες όπως στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, όπου και πιάσαν να πλακώνονται μεταξύ τους ήδη από τη δεκαετία τού ’80. Ας είναι. Το ερώτημα, η απορία μου, παραμένει: θα τα κάψουν άραγε μεθαύριο, ή σε τρεις Κυριακές από τώρα; Εγώ λέω μεθαύριο. Βασικά, είμαι σίγουρος.
Δεν υπάρχει περίπτωση: κάποιος από τους συμβούλους του Πρωθυπουργού οπωσδήποτε θα τον συμβούλευσε να εμφανιστεί, λίγες ημέρες πριν από τα φετινά Δεκεμβριανά, με την «Κατήχηση του επαναστάτη», υπό Νετσάγιεφ, στη Βουλή, με πολλά και πολύχρωμα ποστ-ιτ κολλημένα σε τυχαίες σελίδες, ή/και να ποστάρει από το κινητό του —προσπαθώντας μην τυχόν και τον πάρει καμιά κάμερα, πλην ανεπιτυχώς— στο Indymedia, με συνωμοτικό ύφος και προφανώς, άρα, με ψευδώνυμο. (Ποιος να ’ναι, ποιος να ’ναι;…) Το μόνο σίγουρο είναι πως οι τέτοιες κινήσεις θα βελτιώσουν ακόμη περισσότερο το προφίλ του και θα του φέρουν ακόμη περισσότερους ορκισμένους θαυμαστές, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά τού βασικού τάργκετ γκρουπ του, που είναι η νεολαία και οι νοικοκυρές (και όχι τόσο οι δημόσιοι υπάλληλοι, μη γελιόμαστε δα). [§] Κατά τα άλλα, κι ενώ όλοι περιμένουμε με ελπίδα τις εκλογές στη Νέα Δημοκρατία (ελπίδα λέγοντας: να βγουν οι Βορίδης-Τζιτζικώστας, μπας και διασπαστεί επιτέλους το κόμμα και φτιαχτεί ένα σοβαρό στον χώρο της κεντροδεξιάς — η ίδια η ΝΔ μπορεί να γίνει ένας καινούριος ΛΑΟΣ με καλύτερα γραφεία, μια χαρά), κατά τα άλλα λοιπόν, διάβαζα χθες την ανάμνηση ενός μυθιστοριογράφου, εκ των ευπωλήτων, που άρχιζε κάπως έτσι: «Άνοιξη τού 1999, είχαμε πάει πέντ’-έξι συγγραφείς στην τάδε πόλη του εξωτερικού», και είπα, Καλέ μου άνθρωπε, μόνο πέντ’-έξι;! Γιατί δεν πήγατε περισσότεροι, γιατί δεν πήγατε όλοι; Λεφτά υπήρχαν, το κράτος μοίραζε παράδες με το τσουβάλι, τι μου τις θέλατε τις τσιγκουνιές συγγραφείς άνθρωποι; [§] (Δεν μπορώ, μά τον Θεό, δεν μπορώ. Κρατηθείτε μακριά από τη γαμοεξουσία. Μακριά). [§] Η βασική μας κοινωνική διασκέδαση κατάντησε να είναι η επανάληψη από τον έναν κι από τον άλλον όσων λέμε και επαναλαμβάνουμε σαν κολλημένη μπομπίνα από το ’11, από φίλους που μέχρι χθες δεν είχαν πάρει μυρωδιά από ό,τι συμβαίνει — κι από αυτό, κυρίως, που συνεπάγεται: από αυτό που έρχεται. Σπολλάτη. Φτύνουμε τα δάχτυλά μας και γυρνάμε άλλη μια σελίδα στο βιβλίο μας: εκεί θα κρυφτούμε όταν θα μας ψάχνουν και θα χτυπούν βράδυ την πόρτα.
Χθες μάθαμε ότι φεύγει η Louis Vuitton από την Προξένου Κορομηλά, εδώ στη Θεσσαλονίκη. μεγάλο μαγαζί, που συνεισέφερε όσο δέκα-είκοσι άλλα σε τζίρο και φόρους. Η γειτονική Σόφια κρίνεται ως πολύ πιο ασφαλής τόπος για την ακριβή επένδυση — για μία ποικιλία από λόγους, που ασφαλώς έχουν μεν να κάνουν με την άνοδο όλων των δεικτών στη Βουλγαρία γενικά, που προσελκύει εκατοντάδες ελληνικές επιχειρήσεις (οι γνώστες της αγοράς ξέρουν ότι το μεγάλο, και τελειωτικό, μπαμ της εξόδου προς τη Βουλγαρία δεν το είδαμε ακόμη: δεν υπάρχει κανείς λόγος να επιχειρεί κάποιος εδώ, εκτός και αν πάσχει από αυτοκτονικό ιδεασμό), αλλά κυρίως μ’ αυτό που είναι να ’ρθει εδώ (θα έχει χρώμα μαύρο), και για το οποίο έχουμε από πέντε χρόνια τώρα προειδοποιήσει με όση φωνή διαθέτουμε και παρά τις συνέπειες που προσποριζόμαστε, γεροί να ’μαστε, από τις φωνές μας. Η είδηση, εν πάση περιπτώσει, για τη LV δεν μας παραξένεψε, προς Θεού: ήδη εδώ και κάποια χρόνια η Εγνατία έχει κατέβει στην Τσιμισκή, και η Τσιμισκή έχει κατρακυλήσει στη Μητροπόλεως, αφήνοντας ανάμεσά τους το ξεδοντιασμένο στόμα της πλατείας Αριστοτέλους, αυτού του κακόγουστου αχανούς κρατήρα μιζέριας. Επόμενο ήταν, και άργησε, η απόλυτη καταστροφή που θα επιφέρει (οσονούπω) ο συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να κατεβάσουν τη Μητροπόλεως στην Κορομηλά, και να πνίξουν την Κορομηλά στη θάλασσα. Κι έπειτα… έπειτα θ’ αρχίσουν να έρχονται τα δυτικά προάστια στο κέντρο, και η πόλη θα γίνει αυτό που λαχταράνε πάρα μα πάρα πολλοί, και σίγουρα όλα τα κτήνη που επί χρόνια στέκονταν σαν ρομπότ έξω από ταβέρνες και εστιατόρια μονολογώντας τα βρόμικα συνθήματά τους, θυμίζοντας Ιταλία του Μεσοπολέμου, και όσοι σπάγαν βιτρίνες καταστημάτων τις Κυριακές ή έδερναν κόσμο στις γωνίες. Μην αναρωτιέσαι: δεν υπάρχει κανένα Αυγό του Κολόμβου εδώ, καμία απορία σχετικά με το αν η φτώχεια θα φέρει τον φασισμό ή ο φασισμός τη φτώχεια: καμία φτώχεια δεν έχει φέρει κανέναν φασισμό. Απλώς, ζούμε σε μια χώρα-παρία, μια χώρα-ζόμπι, μια φελαχοχώρα. Κι εμείς δεν θα’χουμε Έζρα Πάουντ να στεφανώσει αυτούς που θα γελούν με τα μαύρα τους πουκάμισα μεθαύριο, δεν θα ’χουμε καν Ντ’Ανούντσιο. Μόνο τους Χαϊκάληδες θα’χουμε, και τους Λαζόπουλους.