Ησυχία. Παρελαύνει ο στρατός. Οι ημέτεραι Ένοπλες Δυνάμεις, που, σε τούτες τις δύσκολες για τον τόπο στιγμές, διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας. Δεν θα ήταν άσκοπο να παραταχθείτε στα κράσπεδα και να τις δείτε. Ήσυχα. Διακριτικά. Ή, ακόμη καλύτερα, και οπωσδήποτε με ησυχία, παρακολουθήστε την παρέλαση από την τηλεόραση. Συγκινηθείτε. Δακρύστε. Ανατριχιάστε. Είναι ο Στρατός: φύλακας-άγγελος της σταθερότητος στο εσωτερικό. Ησυχία: περνάει ο Στρατός, των Ελλήνων φρουρός. Με έναν υπέροχο επικεφαλής: τον Πάνο τον Καμμένο. Και έναν εμβληματικό επικεφαλής τού επικεφαλής, τον προϊστάμενό του τον Αλέξη τον Τσίπρα. Ησυχία, και μάλιστα απόλυτη ησυχία, ήτοι: σκασμός όσοι δεν είστε ψηφοφόροι τους — δεν θέλετε να φοράτε περιβραχιόνιο με τα Αστέρια της Ένωσης του χρόνου, σωστά; Δεν θέλετε. [§] Το ’ξερα. Κι εκείνοι το ξέρουν. Σκασμός λοιπόν.
Στήλες
Ο ακατάβλητος Σπένγκλερ λέει πολλά που εντυπωσιάζουν στην Παρακμή της Δύσης, και ασφαλώς οι ομοιότητες και οι αναλογίες που εντοπίζει ανάμεσα στους εφτά πολιτισμούς που υπήρξαν και στον όγδοο, που μέσα του ζούμε όλοι, θέλοντας και μη, ενργητικά ή παθητικά, είναι πολύ παραπάνω από απλώς γοητευτικές: ο αιγυπτιακός-μινωικός, ο βαβυλωνιακός, ο ινδικός, ο κινεζικός, ο ελληνορωμαϊκός, ο «μεξικανικός», ο αραβικός (από αυτόν κρατάμε, μέσω του βυζαντινού, κι εμείς, όχι από τον ελληνορωμαϊκό, μην εξαπατόμεθα: πρόκειται περί συνωνυμίας) και ο δυτικός πολιτισμός γεννιούνται, αναπτύσσονται, μεγαλουργούν, παρακμάζουν και σβήνουν «ταυτόχρονα» — κι αυτό δεν έχει τύχει να ανατραπεί ποτέ έναν αιώνα τώρα, παρά τις θυελλώδεις επικρίσεις που δέχτηκε από πολλούς ιστορικούς. Λέει πολλά ο Σπένγκλερ, και το magnusopusτου συστήνεται με ζέση, αλλά ένα με ενδιαφέρει εμένα εδώ: η ονομασία που δίνει στις πολιτισμικές ομάδες που επιβιώνουν της («ψυχικής», εν πρώτοις, και υλικής έπειτα) παρακμής του πολιτισμού τους, και που βαδίζουν στο ιστορικό, κατ’ αυτούς, χάος που χαράσσει ο επόμενος πολιτισμός, τον οποίο και βδελύσσονται, μισούν, τον φθονούν, και τους τρομάζει: τους λέει «φελαχολαούς». Δεν μπορώ να σκεφτώ πιο επιτυχημένο χαρακτηρισμό για σύνολα ανθρώπων όπως οι Έλληνες. Είμαστε ακριβώς αυτό. Εξ ου και επιλέξαμε για επικεφαλής μας, για μπροστάρη, για γκεσέμι, τον αρχιφελάχο μας. Ο Τσίπρας αυτό ακριβώς είναι: ο αρχηγό των φελάχων. Κι εμείς: φελάχοι — φελαχολαός. Στην άκρη-άκρη της φωτογραφίας, με μια λερή ξεκούμπωτη κελεμπία.
Το να ψηφίζεις τον ΣΥΡΙΖΑ λόγω της ευαισθησίας του [γέλια] για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι σαν να βρίσκεις, ξάφνου, φιλτράκια στο σπίτι, κάτω από ένα μαξιλάρι, και να χαίρεσαι γι’ αυτό, ενώ δεν έχεις καπνό. Θα το επαναλάβω άλλη μία για όσους νομίζουν ότι το κατάλαβαν: το να ψηφίζεις τον ΣΥΡΙΖΑ λόγω της ευαισθησίας του [γέλια] για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι σαν να βρίσκεις, ξάφνου, φιλτράκια στο σπίτι, κάτω από ένα μαξιλάρι ή οπουδήποτε αλλού, και να χαίρεσαι γι’ αυτό, ενώ δεν έχεις καπνό. (Βοηθώ: ο Τσίπρας δουλεύει τα κοριτσάκια και τα αγοράκια των αστικών ενοριών με ρητορεία πόνου σαν άλλος Νίκος Ξανθόπουλος χωρίς ποτέ να είχε ή προτίθεται να προσθέσει στην ατζέντα του τίποτε που να βοηθά τον άνθρωπο: κάθε γράμμα του προγράμματός του είναι βαθιά αντιδραστικό στη στόχευσή του, μακριά από τα προβλήματα του κόσμου, και άτεγκτο με τις μειονότητες — και πρωτίστως, όχι με τους γκέι φέρ’ ειπείν, αλλά με τους ξένους: η δραχμή θα οδηγήσει σε μαζική δεύτερη μετανάστευση ανάλογη της Συρίας, απλώς χωρίς τόση βία). Το να εξακολουθείς να τον στηρίζεις μετά από τη σωρεία αντιλαϊκών μέτρων που πήρε και —πού είσαι ακόμα— θα πάρει (και δεν εννοώ φυσικά την εφαρμογή του Μνημονίου, που, έστω και δεκαπλάσιο από των σαμαροβενιζέλων, είναι μεσομακροπρόθεσμα φιλολαϊκό ό,τι κι αν νομίζεις εσύ και ο παπάς της ενορίας σου) δεν έχει ανάλογο: ή μάλλον έχει, αλλά δεν πρέπει να ξαναμιλήσουμε για τα δύο άκρα. Δεν κάνει. Δεν είναι η ώρα για τέτοια. [§] Η Δεύτερη Φορά Αριστερά δεν θα τριτώσει. Αλλά αρκεί αυτή η πρωτοδεύτερη για να αφανίσει ό,τι υπάρχει για να αφανιστεί. Έχετε θάρρος.
Η μέρα ήταν πολύ δύσκολη σήμερα, κι άσε όλα τα άλλα, σκέψου μόνο τις δουλειές, που μας πήγαν ώς αργά, από τις 7 το πρωί ώς τα μεσάνυχτα, και σκέψου μόνο πως αυτό είναι πια καθημερινό, και πως το βασικό που κάνεις αυτή την ώρα (τώρα είναι 00:45΄) και που έκανες όλο το προηγούμενο μισάωρο είναι να σκέφτεσαι τι πρέπει να γίνει πρώτο-πρώτο αύριο το πρωί και τι δεύτερο και τι τρίτο κ.ο.κ., κι όταν τα βρεις θυμάσαι ξαφνικά κάτι ακόμη, οπότε όλο αυτό το σύστημα θέλει αναδιάταξη, και ανάβεις τσιγάρο από το άγχος και επειδή απλώνεται μέσα σου αυτή η απόλυτη αμηχανία και θες να τη γλυκάνεις με τον καπνό, κι όσο να τα σκεφτείς ξανά όλα αυτά και να ξαναβρείς τη σειρά των υποχρεώσεων, και να καθίσεις για να γράψεις το κομμάτι, που από τη μια το σέβεσαι πολύ (εννοώ: τον χώρο που σε φιλοξενεί) και από την άλλη δεν του δίνεις «αυτό που έχεις», αυτό που θα μπορούσες και που οπωσδήποτε θα έπρεπε, κι όσο να τα σκεφτείς, λέω, όλα αυτά, το τσιγάρο έχει καεί και έχει σβήσει, και μιας και βάζεις λίγο καπνό μέσα δεν αξίζει ο κόπος να το ξανανάψεις και το πετάς —γι’ αυτό μού λένε ότι πετώ βασιλικές γόπες, αλλά δεν είναι έτσι, κάνουν λάθος—, και εντέλει, για να αρχίσεις επιτέλους να γράφεις ανάβεις άλλο, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσεις αλλιώς, και φυσικά δεν το θέλεις, δεν το διανοείσαι να ξεκινήσεις αλλιώς, χωρίς τσιγάρο στα χείλη, κι επειδή ποτέ δεν το ανάβεις μηχανικά, κάθεσαι για μια ρουφηξιά, την πρώτη, να το ευχαριστηθείς, και πάνω στη ρουφηξιά αυτή αποξεχνιέσαι, κάνεις πάλι υπολογισμούς, τεμαχίζεις τον χρόνο, στριμώχνεις υποχρεώσεις, χολοσκάς, και νά —τι έκπληξη— που το τσιγάρο, όταν το ξανακοιτάξεις, είναι και πάλι μικρό και λιανό και σβησμένο, και δώσ’ του πάλι από την αρχή, και ξανά και ξανά, μέχρι που αποκλείεται να το γράψεις το κομμάτι, σαν άλλος Αχιλλεύς που ποτέ δεν θα περάσει την προπορευόμενή του χελώνα στον αγώνα, ποτέ δεν θα το γράψεις, άλλωστε δεν είχες δα και θέμα, ή είχες όλα τα θέματα αλλά δεν σου άρεσε κανένα, κι έτσι μένεις χωρίς να γράψεις τίποτε, χαμένος μέσα στον καπνό και στον τεμαχισμό του χρόνου, και όλα αυτά σε ένα δωμάτιο που έχει παγώσει τέτοιαν ώρα της νυκτός, γιατί πρέπει να κρατάς ανοιχτό το παράθυρο όλο τον χρόνο ακριβώς γιατί καπνίζεις, ενώ μέσα έχουν ανάψει τη σόμπα, έστω διακριτικά, και κοιμούνται και οι τρεις στον καναπέ, η μικρή χωμένη όλη κάτω από τις κουβέρτες, και ο Αρσέν να ροχαλίζει επειδή η βραδινή βόλτα ήταν μεγάλη και τον κούρασε, κι επειδή έχει και τη μύτη του έτσι πλακουτσωτή.

Τα αγγλικά μου είναι του σκοτωμού, τα γαλλικά μου ανύπαρκτα, τα γερμανικά μου τα ’χω αφήσει σε ένα κρατητήριο στο Δυτικό Βερολίνο, ξέρω πολύ λίγα από οικονομικά, από κοινωνιολογία δεν σκαμπάζω γρυ, από ψυχολογία τίποτε, δεν έχω διαβάσει ένα σκασμό βασικά βιβλία, δεν είμαι ρέκτης της σοβαρής μουσικής, δεν ξέρω να τρώω άλλη κουζίνα από την ελληνική, και μάλιστα του μαγέρικου, δεν έχω μπει σε σοβαρό ρεστοράν και δεν έχω δει από κοντά καπκέικ και μακαρόν, δεν έχω πιει ποτέ μου κοκτέιλ ή οποιοδήποτε ποτό δεν σερβίρεται σε χαμηλό του δίφραγκου, δεν έχω ταξιδέψει εκτός Ελλάδος, βασικά δεν έχω ταξιδέψει ούτε εντός Ελλάδος, δεν έχω πάει στη Μύκονο, ας πούμε, ή στη Σαντορίνη, δεν έχω σπορ αμάξι ή καλό αμάξι ή αμάξι-αντίκα ή γρήγορο αμάξι γιατί δεν ξέρω να οδηγώ και δεν σκέφτηκα ποτέ μου να μάθω, δεν ασχολούμαι με τα σύγχρονα ρεύματα της ζωγραφικής, η γλυπτική μού είναι στο σύνολό της ξένη, ξένο μού είναι και το μπαλέτο και σαφώς η όπερα, δεν έχω κάτσει να δω ποτέ video art, δεν έχω καπνίσει πούρο που δεν πουλιέται στα περίπτερα, έχω δυο κινέζικα παντελόνια, δέκα τισέρτ και τρία φούτερ, έχω δύο ζευγάρια παπούτσια και ένα ζευγάρι μποτάκια, δεν έχω κοστούμια και γραβάτες και παλτό και καμπαρντίνα, έχω ένα άνορακ και ένα τζάκετ, δεν έχω κουρευτεί ποτέ σε ανδρικό κομμωτήριο, κάποτε μου είχαν πάρει ένα μπουκαλάκι κολόνια και έκτοτε δεν έχω ξαναβάλει, και είναι εντεκάμισι η ώρα βράδυ Παρασκευής, έχω δουλέψει όλη μέρα και τα μάτια μου κάνουν πουλάκια, έβγαλα μηδέν ευρώ και σήμερα, κι είμαι να πέσω να ξεραθώ με το τσιγάρο στο στόμα, ενώ μόλις περιέγραψα τα βασικά προσόντα για να ’μουνα πρωθυπουργός της Ελλάδας. Αχ, οι καιροί, οι καιροί — οι πονηροί αυτοί καιροί, και οι άνθρωποι.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις βαστάνε στα πόδια της αυτή τη χώρα για δύο λόγους: ο βασικότερος είναι γιατί ανέκαθεν αποζητούσαν μία φαντασιακή κοιτίδα — από εκεί ξεκίνησαν άλλωστε και όλα τα κακά μας, όπως ακριβώς στις ταινίες «PlanetoftheApes», που οι άνθρωποι κατά λάθος ενσταλάσσουν ψήγματα λόγου, έλλογης σκέψης, στους πιθήκους, «ευφυΐα», κι αυτοί μετά μεγαλοπιάνονται και νομίζουν πως δεν είναι πίθηκοι (και αν θυμάστε τα κάνουν #χάλια_όλα)· ο άλλος είναι η θέση της χώρας, αυτή η καταραμένη θέση, είναι λόγος γεωπολιτικής τέλος πάντων, σταθερός επί μακρόν, μα που δεν θα υφίσταται δα και για πάντα: δεν θα ανοίξει κανένα ρήγμα να μας καταπιεί, όχι, απλώς οι διαβήτες χαράζουν πολλούς κύκλους πάνω στους χάρτες, και έχουν λόγους να το κάνουν καθώς τα πράγματα στον πλανήτη αλλάζουν — και σ’ αυτή και στην επόμενη δεκαετία θα αλλάξουν άρδην. Όπως λοιπόν μας βαστούν πάντα, έτσι μας βάστηξαν και το καλοκαίρι οι Μεγάλες Δυνάμεις, οπότε και εξαναγκάστηκε σε στροφή 160° (και όχι την υπεσχημένη των 360°) ο Τσίπρας. Μα όλοι ήξεραν, κι αυτοί, κι εμείς, και οι Αγορές, και ο μανάβης μου με το τικ στο μάτι, ότι τούτο δω ήταν ένα απλό επεισόδιο: τίποτε παραπάνω. Σου φαίνεται γραφικό καθώς διαβάζεις από το τάμπλετ σου και με το «Purity» δίπλα σου στο πρωτότυπο, αλλά: το τέλος έρχεται. (Λυπάμαι). Τι άλλο έπρεπε να κάνουν οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι Προστάτιδες, για να είναι πιο μακράς πνοής τα σχέδιά τους για μια Ελλάδα συνεπή, συνετή και στηριγμένη στα πόδια της; Μην κάνεις πως δεν το ξέρεις, το λέμε από πάντα: προληπτικούς αναίμακτους βομβαρδισμούς ανοιχτά της Μυκόνου και στις χασισοφυτείες της Κρήτης. Θα ήμαστε παπαδιές για τουλάχιστον μισό αιώνα. Δεν τις λες και λίγες δυο γενιές ησυχία — ψέματα;
Ναι, οι τύποι που ο Σοφός Λαός, ο περιούσιος, ο λαός της επαγγελίας, ο Έλλην λαός, έβαλε να του πιουν το αίμα μόνο και μόνο από μίσος στους Ευρωπαίους, επειδή δεν θέλει να ’ναι κάποιοι καλύτεροι από δαύτον, και μάλιστα εμφανώς καλύτεροι, επειδή ζουν σε φιλελεύθερες κοινωνίες και κυνηγούν από εκεί μέσα την ευτυχία με χίλια δυο προβλήματα και εμπόδια — ναι, ναι, συμφωνούμε, είναι ένα μάτσο αγύρτες που ονειρεύονται ένα μεγάλο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, ένα κολχόζ, όπου όλοι θα φοράμε καλοραμμένες τζιν στολές και θα δουλεύουμε για την μπομπότα μας και για να βλέπουμε το βράδυ ειδήσεις στην ΕΡΤ. Καλά ώς εδώ. Αλλά πάμε λίγο παρακάτω. Κάναμε, που λέτε, ένα σάιτ τις προάλλες — είμαστε κάνα μήνα στον αέρα. Προσωπικά, έχω ένα τρένο φίλους, δέκα τρένα γνωστούς και κοντά 10.000 ανθρώπους που (μπορούν να) με διαβάζουν και να ενημερώνονται γι’ αυτά που κάνω, γι’ αυτά στα οποία συμμετέχω, γι’ αυτά που σκέφτομαι και τα ρέστα. Το σάιτ είναι παραπάνω από καλό: ξέρω να κρίνω, πληρώνομαι ακριβώς γι’ αυτό, για να ξεχωρίζω το καλό από τα μέτρια. (Τέλος πάντων: πληρωνόμουν, τώρα δεν έχει τέτοια πια, μόνο πηλοφόρι και πληγούρι· και κοφτό μακαρονάκι με σάλτσα). Λοιπόν, από όλους αυτούς τους ανθρώπους, ζήτημα είναι αν δέκα (αριθμ.: 10) μου είπαν μπράβο, εύγε, ’σ’ ωραίος: από φίλους, κολλητούς, γνωστούς, ειδικούς, εκδότες, συγγραφείς, δημοσιογράφους, συνεργάτες, ανθρώπους που έχω συνδράμει, ανθρώπους που τα ’χουμε πιει, ανθρώπους που τους λέω μπράβο ενώ δεν έχω λόγο να τους πω. Από αυτούς τους δέκα εγώ δεν περιμένω να αλλάξει κάτι, φίλε. Περιμένω από τους υπόλοιπους να φέρετε τον χειμώνα. Το κολχόζ. Δεν θα περιμένω πολύ.
Έχω πει και ξαναπεί πως το ζήτημα είναι προσωπικό. Εξ ου και οι ευθύνες θα αποδοθούν ονομαστικά. (Και όχι μόνον οι ευθύνες: και οι ποινές). Έτσι, από όλες, φέρ’ ειπείν, τις συντάξεις που κόβονται εξαιτίας του Παπαδάκη, του Αυτιά, του Λαζόπουλου, του Λιακόπουλου και των άλλων τραγικών τύπων που ο Λαός, αυτό το σύμφυρμα ομάδων συμφερόντων, επέλεξε να μας κυβερνούν, γιατί αυτοί κυβερνούν, όχι ο Τσίπρας και η Γιάνα, με νοιάζει κυρίως μία. Μία συγκεκριμένη σύνταξη: του μπαμπά μου. Δούλευε δεκάξι ώρες την ημέρα, κάθε μέρα εκτός Κυριακής, μια ζωή, κι από τα χέρια του πέρασαν χιλιάδες παιδιά, που τον μακάριζαν σαν δάσκαλο. Και οι γονείς μου, επιπροσθέτως, δεν έχουν κανέναν άλλο πόρο — ήδη πένονται. Αλλά: είπα κυρίως. Γιατί με νοιάζουν και οι συντάξεις των αλλωνών, των αγνώστων, κι ας τις βλέπω όλες τους λοξά και με μισό μάτι. Επειδή είμαι πονόψυχος; Μπα, δεν είμαι καθόλου πονόψυχος. Ούτε στάλα. Απλούστατα, εγώ και οι δικοί μου θα περνάμε καλά μόνο αν και οι υπόλοιποι περνούν καλά. Η φτώχεια, η δυστυχία, η κακομοιριά, η βία —που γεννούν η φτώχεια, η δυστυχία και η κακομοιριά—, η απαιδευσιά και η αμορφωσιά —και το πολτώδες κοινό γρυλιζόντων διπόδων που γεννούν η απαιδευσιά και η αμορφωσιά—, δεν με συμφέρουν. Άσε δε που αυτά τα γρυλίζοντα δίποδα που αγαπούν τον Παπαδάκη, τον Αυτιά, τον Λαζόπουλο, τον Λιακόπουλο και τα άλλα τραγικά άτομα που επέλεξαν να μας κυβερνούν, δεν αγοράζουν τα βιβλία μου και δεν διαβάζουν τα άρθρα μου και δεν έρχονται κοντά σε ό,τι κάνω: μου είναι φύρα, τους είναι ξένα, τα κοιτούν εχθρικά, είμαι εχθρός τους. (Κι εκείνοι εχθροί μου: οι μόνοι εχθροί που έχω ζουν εντός συνόρων). Αυτός είναι και ο μόνος λόγος που δεν είπα ποτέ μου, «Αχ τι καλά, τα ζώα θα την πατήσουν τώρα, οι επιλογές τους γύρισαν μπούμερανγκ, ψήφισαν όπως τα καθίκια στα πλοία που βουλιάζουν τρέχουν να πιάσουν θέση στις ναυαγοσωστικές λέμβους κλοτσώντας στην κοιλιά εγκύους και παραγκωνίζοντας γέρους και παιδιά — καλά να πάθουν!» Μακάρι να μπορούσα να το κάνω, μακάρι να μπορούσα να χαρώ με τη δυστυχία που θα επιπέσει επί τας κεφαλάς των τομαριών. Δεν μπορώ: δεν με παίρνει. Η δυστυχία τους, μεταδοτική νόσος όπως και καθετί που εκρέει από μέσα τους, θα κολλήσει σαν βλέννα και πάνω σε μένα, και πάνω στους δικούς μου. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω. Μόνο να τους φτύνω μπορώ. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά.
Εξέφρασα δημόσια την πρόθεσή μου να ψηφίσω κι εγώ για πρόεδρο στη Νέα Δημοκρατία, μολονότι ξένος προς το κόμμα, για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Εδώ, συμπληρωματικά, να πω ότι και αυτή τη φορά θα χάσω: δεν είμαστε και λίγοι, βέβαια, όσοι πάντα χάνουμε σε εκλογές, ίσα-ίσα· απλώς είμαστε μειοψηφία, κάθε φορά και άλλη. Σχεδόν, γνωριζόμαστε πια — και σίγουρα καταλαβαινόμαστε. Αν μη τι άλλο: οι μάχες που αξίζουν να δοθούν είναι αυτές που εκ των προτέρων γνωρίζεις πως θα τις χάσεις — κι ας ακούγεται «ρομαντικό», είναι ορθλογικό πέρα για πέρα. Αυτή η συγκεκριμένη ήττα όμως θέλω να πιστεύω πως θα βγει σε καλό: η ΝΔ θα διασπαστεί, θα συγκεντρώσει ό,τι λαϊκιστικό-ακροδεξιό-εθνικιστικό-συντηρητικό-αντιμεταρρυθμιστικό-σκοταδιστικό-παπαδίστικο κυκλοφορεί στους κόλπους και στα πέριξ της, θα το αναδείξει, και θα δώσει έτσι χώρο για τη δημιουργία μιας νέας κεντροδεξιάς αστικής παράταξης, με ξεκάθαρο φιλελεύθερο-δημοκρατικό-ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτός ο πόλος, μαζί με τον αντίστοιχο της Κεντροαριστεράς, δηλαδή: ο συνδυασμός τους, η ένωσή τους, θα γίνει, έχοντας απέναντί του τον εσμό του εθνικολαϊκισμού, το όχημα που να ξανακάνει την Ελλάδα, ουσίᾳ, μέλος της σύγχρονης Ευρώπης — της πατρίδας μας. Θα το ακολουθήσουμε, παρά τις επιμέρους ιδεολογικές και άλλες διαφορές μας, και θα ’μαστε πολλοί: δεν θα είμαστε πια μειοψηφία.
Δεν θυμάμαι κάποιον φίλο που, τον τελευταίο ένα-ενάμιση μήνα, να μη μου είπε πως σιχάθηκε (αυτή είναι η λέξη) την πολιτική, την πολιτικολογία, το δημόσιο ανακάτεμα με όλα αυτά που, άλλον πολύ άλλον πολύ περισσότερο, μας καθόρισαν την τελευταία πενταετία, ασχέτως τού βαθμού πολιτικοποίησης του καθενός μας μέχρι τότε, μέχρι το ’10 ας πούμε: η ενασχόλησή μας με την πολιτική προ Κρίσεως και μετά Κρίσιν είναι δύο ολωσδιόλου διαφορετικά πράγματα, οι δυο αυτές καταστάσεις έχουν τελείως διαφορετικό ειδικό βάρος μεταξύ τους, η πρώτη έχει να κάνει περισσότερο με μια προσομοίωση ενδιαφέροντος, όχι με οτιδήποτε που να θυμίζει όντως αγώνα — τώρα πια η ομάδα μας έπεσε Κατηγορία, και γίναμε γυρολόγοι στα χωριά, περιφέροντας μια παλιά πλην τιμημένη φανέλα, τρύπια, λερή και ξεφτισμένη. Σοβαρά τώρα: ποιος να ’ρθει να σε δει σε τέτοια γήπεδα, ποιος θέλει να χάσει το χρόνο του με ένα σύλλογο που ξέφτισε τόσο πολύ, που δεν έχει καμία δυναμική, που δεν δείχνει να τον συνεπαίρνει κανένα όραμα; Ούτε οι άρρωστοι οπαδοί δεν ακολουθούν. Οπότε καθόμαστε και παρακολουθούμε από μακριά, αφήνοντας την πραγματική ιστορία να εξελίσσεται ερήμην μας, ξεχνώντας (θέλοντας να ξεχάσουμε) πως οι μόνοι που θα μιλήσουν για ανάπτυξη, για επενδύσεις, για μετεγγραφές, για άνοδο, για χτίσιμο του καινούριου γηπέδου — ναι, προφανώς: είμαστε εμείς. [§] Θυμίζω πως πάμε ολοταχώς για φούντο: σαν ζόμπι μεν, αλλά ολοταχώς δε — είμαστε από εκείνα τα ζόμπι που τρέχουν, όχι από τα άλλα που πάνε αργά-αργά και σαν μεθυσμένα. Κάθε μέρα που περνά με το κράτος να απομυζά όση ικμάδα μάς απέμεινε με τους φόρους και τη συρρίκνωση των συντάξεων μάς φέρνει δυο μέρες κοντύτερα στο Grexit. To σωτήριο Μνημόνιο χωρίς φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και χωρίς συνεπακόλουθες επενδύσεις δεν βγαίνει. Και τέτοιες δεν προβλέπονται από την κυβέρνηση. ΟΕΔ. [§] Απλώς θα ’μαστε ακόμη πιο κουρασμένοι και πιο μπουχτισμένοι όταν θα το διαβάσουμε στις εφημερίδες.
Κάθε Κυριακή πρωί, κατά τις εφτά και πέντε, κατεβαίνουμε με τον Αρσέν από το σπίτι, ρίχνουμε μια ματιά δεξιά και αριστερά στην Προξένου Κορομηλά για να δούμε αν πηγαίνουν όλα καλά —κάτι παιδιά τσακώνονταν μεθυσμένα σήμερα, κατηφορίζοντας από το Berlin, συνηθισμένα πράγματα, ενώ έξω από τα σκουπίδια μπροστά από το σπίτι κάποιος είχε πετάξει δύο κλειστά ασημί πακέτα μαργαρίνη, άγνωστο γιατί—, στρίβουμε τη Μοργκεντάου για να πετάξουμε στον κάδο τα ανακυκλώσιμα υλικά της εβδομάδας και, μέσω της Μαργαρίτη, κατευθυνόμαστε στο ψιλικατζίδικο που δουλεύει όλο το εικοσιτετράωρο στην Παύλου Μελά για να πάρουμε τις εφημερίδες, απέναντι από την πιάτσα των ταξί —έχουμε γίνει πια φίλοι με τα παιδιά—, πράγμα που σημαίνει ότι μετά περνάμε τη Νικηφόρου Φωκά και μπαίνουμε στο στενό της Τσιρογιάννη, που του αρέσει ξεχωριστά τού Αρσέν και με οδηγεί καμαρωτός-καμαρωτός, και, αφού περιηγηθούμε το πάρκο της, διασχίζουμε οπωσδήποτε την Εθνικής Αμύνης, που είναι πάντα άδεια, χωρίς ούτε ένα αυτοκίνητο μέχρι πέρα ψηλά στην Τσιμισκή, περνάμε κάτω από το επιβλητικό μέγαρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και στρίβουμε στη Νικολάου Γερμανού, για να πάμε απαρεγκλίτως και να καθίσουμε στα σκαλάκια της Δημοτικής Πινακοθήκης, με θέα απέναντί μας το πάρκο του Ξαρχάκου, που κουβαλά μία τεράστια, τεράστια ιστορία, για την οποία θα μιλήσουμε κάποτε. Εκεί, λοιπόν, ο Αρσέν κάθεται στην αγκαλιά μου και ρεμβάζει για κανένα πεντάλεπτο, αμίλητος και ακίνητος. Δεν ξέρω τι ακριβώς τού αρέσει, αλλά τον μιμούμαι. Είναι ωραία. Έπειτα, σηκωνόμαστε πάλι, παίρνουμε τον δρόμο για πίσω, αν και από το κάτω μέρος της πλατείας Τσιρογιάννη αυτή τη φορά, που τα παγκάκια του είναι πάντα κατειλημμένα από επαγγελματίες ρακοσυλλέκτες — κοιμούνται στα σλίπινγκ μπαγκ τους ή κάτω από κουβέρτες και ξυπνούν κι αυτοί σιγά-σιγά τρίβοντας το πρόσωπό τους. Καμιά φορά κανένας τους μας κοιτάζει, και τον κοιτάζουμε κι εμείς, και οι δύο με συγκαλυμμένη έχθρα. Σήμερα, ένας τους, γεμάτος εντυπωσιακές ουλές σε όλο του το πρόσωπο, έτρωγε κάτι με βουλιμία, με μεγάλες απανωτές μπουκιές, σαν παγωτό ή κάτι τέτοιο, ενώ είχε άλλο ένα παρόμοιο παγωτό στην ποδιά του, για να το φάε αμέσως μετά. Με κοιτούσε με μάτια που άστραφταν θολά, και χαμογελούσε με το στόμα του πασαλειμμένο. Περάσαμε απέναντι, όπως πάντα, ρίξαμε μια βιαστική ματιά στην εντυπωσιακή βιτρίνα της Εστίας, που μας αρέσει πολύ, ξαναμπήκαμε στα στενά, φτάσαμε στην πολυκατοικία μας, έψαξα τα κλειδιά μου και ανεβήκαμε επάνω για να φτιάξω καφέ. Απλώς, τώρα δα, προ δέκα λεπτών, έτυχε να δω ότι εκείνα τα πακέτα της μαργαρίνης που ήταν πεταμένα έξω από τον πράσινο κάδο έλειπαν, και τότε κατάλαβα πως ο ρακοσυλλέκτης στο πάρκο της Τσιρογιάννη, εκείνος με τις ουλές —τώρα που το σκέφτομαι, έμοιαζε πολύ με τον Κουικουέγκ—, δεν έτρωγε κάτι «σαν παγωτό». Και ότι είχε ήδη κάνει τις βόλτες του κι εκείνος στη γειτονιά, πατώντας πάνω στα βήματά μας. Ή, δεν ξέρω πια, εμείς πατούσαμε πάνω στα δικά του.
Έβαλαν λοιπόν στην Γκρενόμπλ αυτά τα μηχανήματα, που τυπώνουν, με το πάτημα ενός κουμπιού, δωρεάν, διηγήματα, που μπορείς να τα διαβάσεις περιμένοντας στην ουρά (της τράπεζας, του ταχυδρομείου), εφόσον δεν έχεις προβλέψει να έχεις βιβλίο ή περιοδικό μαζί σου, ή αν δεν θέλεις να βρεις κάτι ανάλογο στο τηλέφωνο ή στο τάμπλετ σου — και με την προϋπόθεση πως έχεις στ’ αλήθεια όρεξη να διαβάσεις κάτι, και όχι να δεις τι σχολιάζουν στο Facebookκάτω από την τελευταία σου ανάρτηση (ή κάτω από την ανάρτηση κάποιου που δεν χωνεύεις). Δεν θα πετύχαινε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα. Δεν είμαι σίγουρος πως θα πετύχει καν στη Γαλλία, εδώ που τα λέμε — αλλά εκεί τουλάχιστον έγινε όλο αυτό, και δοκιμάζεται. Και, μολονότι δεν θα έχανε κανείς χρήματα από την εν λόγω μικρή αναγνωστική περιπέτεια —οι εκδοτικοί που θα συνεισέφεραν τα διηγήματα θα μπορούσαν να διαφημίζονται πάνω στα ρολά, και η όλη δημοσιότητα του θέματος θα κάλυπτε και με το παραπάνω την επένδυση, για να μην πω ότι τα ΕΛΤΑ δεν θα έλεγαν όχι αν τους ζητούσες να χρηματοδοτούσαν κάτι τέτοιο για 40-50 κεντρικά υποκαταστήματά τους—, οι ωραίες αυτές στήλες γρήγορα θα περιέπιπταν σε αχρηστία και οι ιστορίες στο εσωτερικό τους θα έμεναν για πάντα τυλιγμένες σε ρολό, σαν αφάγωτα κινέζικα μπισκοτάκια της τύχης. Ασφαλής πρόβλεψη: κανείς δεν θα διάβαζε ποτέ τίποτε, από τη δεύτερη εδομάδα της υλοποίησης της ιδέας και μετά. Έπειτα, φαντάσου την γκρίνια: «Δεν έβαλαν δικά μου, Πριμοδοτούν την ηθογραφία, Ναι, σάμπως γράφεται και τίποτε άλλο από ηθογραφία, Μα, ερωτικό διήγημα; τσόντα; πάμε καλά; Ο συγκεκριμένος τα ’χει καλά με τον δήμαρχο, γι’ αυτό τα μισά διηγήματα είναι από τον οίκο του, Έλα, ρε συ, όντως; Ελλάδα, παιδί μου, τι περιμένεις, Ρε το ΠΑΣΟΚ δεν πεθαίνει ποτέ, Αστειεύεσαι; χτες αυτά συζητούσαμε, Λες και δεν το ξέρω…» κλπ. κλπ. Λοιπόν: ας μην μπουν ιδέες σε κάναν Καμίνη ή Μπουτάρη. Αν μη τι άλλο, είμαι παραπάνω από σίγουρος πως δεν θα συμπεριλάβουν δικά μου διηγήματα.

Λόγω του περιστατικού με τον αλήτη Λαγό —της ναζιστικής συμμορίας που ενδύεται τον πολιτικό μανδύα και χάρη στην ψήφο εκατοντάδων χιλιάδων φιλοναζί κωλοελλήνων βρομίζει το Κοινοβούλιο— και τον Παφίλη τού ΚΚΕ —που (ντροπή του) συναγελάζεται με τα αποβράσματα της Χρυσής Αυγής για να κάνει τι; να πει ότι το τιμημένο ΚΚΕ εξαιρείται; ότι είναι το μόνο ελληνικό πολιτικό κόμμα που δεν εξαγοράστηκε από τη Siemens, σύμφωνα με την «καταγγελία» της ναζιστικής πορδής που ακούει στο όνομα Λαγός; ρε άι παράτα μας—, πολλοί πολύ καλοί φίλοι έγραψαν στο Facebook πόσο στο βάθος του μυαλού τους ηδονίστηκαν με την ημιαπαγορευμένη ιδέα, ημιαπαγορευμένη καθώς οι ίδιοι σιχαίνονται την πολιτική βία, να σαπακιάσουν τους ναζιστές κάποιοι — κάποια μέλη τού ΚΚΕ, ας πούμε, που έχουν γνωστή και σπουδαία οικεία παράδοση. Συγγνωστό-ξεσυγγνωστό, και κάπως «χαριτωμένο», καλύτερα να μας είναι απαγορευμένο οποιοδήποτε τέτοιο δημόσιο ξέσπασμα (το παθαίνω συχνά κι εγώ, πολύ πριν υπάρξει Facebook, όταν ακόμη σερνόμασταν στα μπλογκ): απαγορευμένο από μας, από μέσα μας. Η πολιτική βία είναι πάντα φασιστική. Εξαιρέσεις δεν μπορούν να υπάρξουν εδώ. [§] Στη Χρυσή Αυγή δεν απαντάς. Της Χρυσής Αυγής τής γυρίζεις την πλάτη και, όταν αγορεύουν οι μπράβοι της, πας στο καπνιστήριο για χαβαλέ, δηλαδή για κάτι σοβαρό.
Μου αρέσει που το Facebook έπεσε δύο φορές μέσα σε μία εβδομάδα τις προάλλες, και που βγάζει κάποια προβλήματα τώρα τελευταία. Κυρίως: γιατί ξανανέβηκε γρήγορα, και γιατί φροντίζει και τα διορθώνει. Το Facebook είναι κατιτί ζωντανό και ανθρώπινο: ένα μαγαζί και ταυτόχρονα μία κοινότητα (και εντέλει μία πελώρια χώρα) που μεγαλώνει, αναπτύσσεται, ωριμάζει, παθαίνει ζημιές και αβαρίες, διορθώνεται, καλαφατίζεται, ανοίγει δουλειές, επενδύει, προσελκύει κεφάλαια, σκέφτεται, δρα, μισεί και αγαπά και κοινωνικοποιείται και εργάζεται — και, εντέλει, κάτι που δεν είναι παγιωμένο και άκαμπτο: δεν μπορεί να είναι, καθώς καθημερινά δεν προστίθενται μόνο κάτι χιλιάδες προφίλ δίπλα στα υφιστάμενα, χιλιάδες νέοι πολίτες δηλαδή, αλλά η ύλη του, με τη συμμετοχή όλων μας, σχεδόν διπλασιάζεται. Δεν είναι κάτι εύκολα διαχειρίσιμο όλο αυτό, απαιτεί δεξιότητες, τεχνικές και εφαρμογές που δεν έχουν ξαναχρειαστεί ποτέ πριν στην ιστορία μας: έχουμε να κάνουμε με κάτι που εξακολουθεί να είναι διαρκώς πολύ καινούριο, κάτι που εφευρίσκει, επινοεί και γεννά τη νεότητά του, κάτι απίστευτα καινοτόμο, και κάτι μοναδικά πελώριο. Παρά ταύτα, δεν είναι ένα Μέσον όπου μπορείς να παρακολουθείς τις ειδήσεις: αυτό το κάνει το Twitter, ένας οργανισμός απολύτως διαφορετικός — τα πέντε τελευταία χρόνια (όχι πολύ νωρίς, δηλαδή), μαθαίνω ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα και όπου γης αποκλειστικά μέσω Twitter, μέσω των συνδέσμων που μας παρέχει. Είμαι δηλαδή ένας από τις πολλές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους που το κάνουν, και χαίρομαι γι’ αυτό. Μολαταύτα, από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι και τώρα που μιλάμε, σπανίως μπαίνω, καθώς δεν έχω καθόλου μα καθόλου χρόνο. Ρίχνω κάποιες φευγαλέες ματιές, κι αυτό είναι όλο. Φεύγω, χωρίς να έχω ενημερωθεί πάρεξ για πολύ συγκεκριμένα πράγματα (κυρίως γύρω από τις νέες εκδόσεις), έχω χίλια δυο να κάνω, δεν μου φτάνει η μέρα, δουλεύω δεκάξι ώρες το εικοσιτετράωρο. Στ’ αλήθεια όμως, να κάτσω να ασχοληθώ όντως με την «είδηση» για το εκατομμύριο που απέκρυψε ο άλλος, όταν όλο του το κόμμα είναι μια πλεκτάνη, από τον Τσίπρα μέχρι τον τελευταίο του (φυσικά και το εννοώ κατ’ απόλυτο τρόπο) ψηφοφόρο; Seriously?
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες λυπάμαι τρομερά που δεν είμαι στη Φρανκφούρτη, και ζηλεύω όσους πήγαν για μια ακόμη φορά εκεί και τριγυρνούν στους ίδιους δρόμους, βαδίζουν στα ίδια πεζοδρόμια, παίρνουν τα ίδια λεωφορεία, πεθαίνουν στην κούραση στους ίδιους πελώριους εκθεσιακούς χώρους, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν τις ίδιες σκάλες δεκάδες και εκατοντάδες φορές, σφίγγουν χέρια, καλημερίζουν, καληνυχτούν, χαμογελούν, συζητούν, τρώνε κάτι βιαστικά, χύνεται ο καφές στο σακάκι τους, τρέχουν να προλάβουν ακόμη ένα ραντεβού και κάνουν λάθος στο περίπτερο, και στην ώρα, και στο εκδοτικό, βλέπουν τις ίδιες φάτσες με πέρυσι και συναντούν πρώτη φορά από κοντά αυτόν που μιλούσαν καθημερινά στο μέιλ επί ένα χρόνο, δεν ξέρουν ποια εκδήλωση, ποιαν ομιλία, ποια παρουσίαση να πρωτοδιαλέξουν, ζηλεύω, ζηλεύω πολύ όλους αυτούς που είναι εκεί, και που κοιτούν και ακουμπούν και ξεφυλλίζουν όλα εκείνα τα βιβλία, όλα εκείνα τα βιβλία, καθώς δίπλα τους το πλήθος —επισκέπτες, ατζέντηδες, εκδότες, συγγραφείς, στελέχη— ενώνει τους ψιθύρους του, που λέγονται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σε έναν ακατάβλητο βόμβο, έναν ατέλειωτο, ωραίο, βαθύ βόμβο χιλίων στομάτων, που μοιάζει ψαλμωδία αναπεμπόμενη στον μόνο Θεό, στον πραγματικό θεό, τον ένα και αληθινό, τον Θεό των Σελίδων.