Είναι μία και τέταρτο, τελείωσε η συνάντηση Τσίπρα-Μέρκλε-Ολάντ, θα ακολουθήσουν δηλώσεις. Αλλά δεν θα τις διαβάσω, θα ’μαι στο κρεβάτι και θα διαβάζω. Ταλαιπωρώ ένα βιβλίο μια βδομάδα τώρα, ίσως και παραπάνω, περιτρέχοντας χιαστί κάπου δέκα-είκοσι σελίδες κάθε βράδυ, με τα μάτια μου να κλείνουν — καθόλου τίμιο για το βιβλίο. Οπότε, δεν θα ακούσω πόσο κοντά είμαστε σε μια κοινή συμφωνία για παράταση του Μνημονίου, της Συμφωνίας, και όλων αυτών. Δεν πειράζει, ήμουν τις προηγούμενες Πέμπτες απίκο. Και θα είμαι και τη Δευτέρα εδώ, που θα λέγονται, πάλι, τα ίδια άλλα: «Οι αχρείοι δανειστές μάς εξαπατούν, θέλουν το κακό του ελληνικού λαού, δεν θα υποχωρήσουμε πίσω από τις κόκκινες γραμμές μας», μπλα-μπλα-μπλα. Σκέφτομαι όμως αυτά: [§] 1. Τη ρήξη επιθυμούσε, και τη ρήξη θα προκαλέσει, η Κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου. Πιστή στις προεκλογικές εξαγγελίες της, και χωρίς ιταμές υπαναχωρήσεις και κωλοτούμπες. Και παρά τις δεύτερες, κρυφές σκέψεις των ψηφοφόρων τού ΣΥΡΙΖΑ (όχι των ΑΝΕΛ, των ΑΝΕΛ δεν είναι ανόητοι, το πήγαιναν ντουγρού για «ηρωηκή εξοδος»), ότι τάχα άλλα έλεγαν κι άλλα θα ’καναν. Απλώς ήταν αρκετά αφελείς και αστοιχείωτοι —οι νυν κυβερνώντες, εννοώ— να πιστεύουν, εντελώς αδικαιολόγητα, πως θα τους δίνονταν χρήματα από την ΕΕ για να στηρίξουν τον πρώτο κρίσιμο χρόνο ένα νέο, αυταρχικό κράτος, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους: αυτό που θα έχτιζαν έτσι και είχε τελειώσει η αξιολόγηση από την προηγούμενη κυβέρνηση, οπότε και θα είχε συνεχιστεί η αθρόα χρηματοδότηση της χώρας. Χρήματα για να στηρίξουν το νέο αυτό πελατειακό-κομματικό-αριστεροακροδεξιό κράτος δεν πρόκειται να τους δοθούν, δεν υπάρχει «ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο» να γίνει κάτι τέτοιο. Και όσο για… μεταρρυθμίσεις και φιλευθεροποίηση της οικονομίας από τον Τσίπρα, συγγνώμη αλλά πρόκειται περί αστειότητος. [§] 2. Θα κληθούμε κάποια στιγμή (μακάρι βέβαια, όπως λέω πάντα με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, να πέφτω ολοκληρωτικά έξω) να αντιμετωπίσουμε το μεγάλο πρόβλημα της διαχείρισης της ανθρωπιστικής βοήθειας που θα έρθει στη χώρα. Το μοίρασμά της σ’ αυτούς που θα έχουν, όχι τη μεγαλύτερη, αλλά την πιο άμεση ανάγκη. Θα αφεθεί σε δαύτους μια τέτοια δουλειά; Ενδεχομένως ναι, γιατί είμαστε και αυτοκτονικοί τύποι, όπως συχνά στην ιστορία μας αποδεικνύουμε. Αλλά θα πρόκειται για τρομερό και τελεσίδικο έγκλημα, πολύ μεγαλύτερο από τα επαχθέστατα για τους φτωχούς, τους νέους και τους ανέργους μέτρα που προτείνουν οι κυβερνητικοί νόες στην Τρόικα. [§] 3. Διαρκές και πάγιο αίτημά μας για να μη φτάσουμε στο #2 πρέπει να είναι η συγκυβέρνηση από όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μαζί (όσο φιλοευρωπαϊκά είναι, τέλος πάντων: αλλά αυτά έχουμε, μ’ αυτά θα προχωρήσουμε και όχι με άλλα), η καθημερινή πολιτική πράξη των οποίων πρέπει να παρακολουθείται και να αξιολογείται από τους εταίρους μας βήμα το βήμα. Οι συντεχνίες (όπως αυτή των φαρμακοποιών, καλή ώρα) θα λυσσάξουν, αλλά στο τέλος θα ηττηθούν — και κάποια στιγμή θα καταλάβουν πως τους συνέφερε κι αυτούς το άνοιγμα της αγοράς. Και θα ηττηθούν γιατί: εν τη ενώσει η ισχύς. [§] Αυτά. [§] Δεν έχω ιδέα πόσα ετερόφυλα ζευγάρια υπογράφουν σύμφωνο συμβίωσης χωρίς να παντρευτούν, υποθέτω κανένα. Καλωσορίζουμε σαν πάγιο αίτημά μας τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ένα ημίμετρο, ένα παραθυράκι: οι άνθρωποι πρέπει να παντρεύονται πολιτικά όποιον θέλουν: γάμο θέλουμε, δεν θα μείνουμε στα σύμφωνα. Γάμο — ναι, αυτό το μικροστικό κατάλοιπο, όπως θες πες το.
Ημερολόγιο Γεφύρας
Το πρόβλημά μου σήμερα δεν είναι που πέρασε άλλη μία μέρα κατρακύλας, άλλη μια μέρα κατήφορου προς το τέλος, με τους ίδιους θλιβερούς πρωταγωνιστές να φορούν τις περούκες τους και να μπογιατίζουν τα μάγουλά τους για ακόμη μία φορά. Δεν είναι που ο διασυρμός της χώρας παίρνει παραμάζωμα τον κάθε ένα από μας, χωρίς να μας ρωτήσει (άλλωστε, τι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε;), κάτι που θα συναντούμε διαρκώς μπροστά μας μέχρι το τέλος του βίου μας («Α, Έλληνας; Μάλιστα…). Δεν είναι που, μολονότι τα άρθρα ανθρώπων με πέντε δράμια μυαλό πολλαπλασιάζονται (κάλλιο αργά παρά ποτέ), η αποχαύνωση του πληθυσμού τα καθιστά απολύτως αόρατα και καταφανώς άσφαιρα, όσο και εκείνα τα πρώτα που φώναζαν και έδειχναν με το δάχτυλο σαν τον τρελό του χωριού. Δεν είναι που άρχισαν και οι πιο δύσπιστοι να καταλαβαίνουν (έφτανε μια φωτιά: είμαστε μικρός τόπος) ότι σε πολύ λίγο, μέσα στο επόμενο δίμηνο, θα βρεθούμε σε ασύλληπτα δεινή θέση, καθώς δεν υπάρχουν πλέον τα μέσα και οι πόροι να αντιμετωπιστούν, όχι οι εμπρησμοί, αλλά ούτε καν οι εποχικές πυρκαγιές. Ούτε είναι που όλη αυτή η πυρκαγιά θα σαρώσει τα νοσοκομεία και τα σχολεία και τους Δήμους, που δεν θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν, όχι αξιοπρεπώς, αλλά να λειτουργήσουν απλώς. Δεν είναι που τα υψηλόβαθμα στελέχη των διεθνών οργανισμών εγκαταλείπουν ένας-ένας τον αγώνα απέναντι στη λαίλαπα της μικρονοϊκής αδιαλλαξίας και του τουρκομπαρό ακκισμού, ή υποπτευόμενα πως σ’ αυτό τον δούρειο ίππο, τον στραμμένο προς το εσωτερικό της χώρας, ίσως κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και μοιραίο. Δεν είναι καν η κούραση από τη δουλειά, και η αδυναμία μου να προλάβω την ημερομηνία παράδοσης παρά τα καθημερινά δωδεκάωρα. Δεν είναι όλα αυτά. Είναι πάνω απ’ όλα που δεν έχω καπνό —κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο εδώ και μισή ώρα— και καμία δύναμη να ψάχνω για διανυκτερεύον περίπτερο. Η κόπωση υπερτερεί της έξης, και θα κοιμηθώ με το στόμα μου να διαμαρτύρεται και το μυαλό μου να αρνείται να λειτουργήσει. Εδώ που τα λέμε, απορώ πώς έγραψα κι αυτές τις σκάρτες τριακόσιες πενήντα λέξεις: χωρίς τσιγάρο, δεν μπορώ, κι ούτε θέλω, να γράφω. Κι ούτε θέλω.
Οποιοσδήποτε σπεκουλάρισε πάνω σε ανθρώπους που φύγαν —κι εδώ αναφέρομαι στους «νεκρούς τής ΕΡΤ», το μεγαλύτερο χυδαιολόγημα που ακούστηκε ποτέ — λυπούμαι πολύ αλλά δεν είναι ιδεολογικός αντίπαλος, δεν είναι συμπολίτης με τον οποίο αναγκαστικά θα συμπορευτώ και μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια θα συγκρουστώ όταν —οσονούπω— γκρεμιστεί το καθεστώς των εθνικολαϊκιστών και επανέλθει η χώρα στην επίσης φυσιολογική της παθογένεια, με φτώχεια και με κακομοιριά και με ελπίδα, αλλά επικίνδυνος εχθρός από τον οποίο οφείλω να προστατευτώ παντί τρόπω ο ίδιος, και να προστατεύσω από δαύτον και άλλους. Όποιος σπεκουλάρει πάνω σε νεκρούς (η κολοσσιαία βρομιά με την εκμετάλλευση των αυτοκτονιών συνανθρώπων μας για να καταλάβει την εξουσία η κάθε Μακρή και ο κάθε πολιτικαντίσκος δεν είναι κάτι που θα ξεχαστεί κάποτε, όπως ποτέ δεν πρέπει να βυθίζεται στη λήθη καμία προσβολή νεκρού) είναι αυτόχρημα κοινωνικά επικίνδυνος και ικανός για τα πάντα: είτε πολιτευτής είναι αυτός, είτε ακόμα χειρότερα ένα ανθρωπάκι που παρακαλάει για το μεροκάματο. Είναι ένα πρόβλημα αυτό με τον απολυταρχισμό, και, για μας που θεωρούμε κάθε πολιτική βία φασιστική, το μεγαλύτερο της δημόσιας, ας την πούμε έτσι, ζωής μας: από ένα σημείο και μετά, ιδίως δε μετά την ήττα του, αλλά και πιο πριν, κατά τη διάρκεια της πάλης εναντίον του, ο απολυταρχισμός, η πολιτική τρομοκρατία, σε φτύνει στο στόμα και σε κάνει σαν τα μούτρα της. Μ’ αυτά τα πράγματα θα κληθούμε να παλέψουμε με τον εαυτό μας, και απ’ αυτά συχνά θα ηττώμεθα κατισχύοντας επί των προαναφερομένων. [§] Καμία όρεξη για Ημερολόγιο σήμερα, καμία απαντοχή, κι όχι μόνο επειδή δούλευα ώς αργά: πού και πού, η αίσθηση ότι κάποιοι βάζουν μπενζίνα στα τρίκυκλα των νέων Γκοτζαμάνηδων χτίζοντας μεθοδικά ένα νέο παρακράτος απλώς σε απομακρύνει από τον υπολογιστή και, για να ξεδώσεις, σε παρακινεί να χαϊδέψεις περισσότερο ένα σκυλί και να βυθίσεις τη μούρη σου στη γούνα του, για να αναπνεύσεις.
Στην εκπομπή που τυχαίνει και έχουμε στο ραδιόφωνο, ρωτώ κάθε Κυριακή τον κεντρικό καλεσμένο (και είναι όλοι τους κορυφαίοι: πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί) τι πιστεύει πως θέλει στ’ αλήθεια η κυβέρνηση. Μηδενός εξαιρουμένου, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο απαντούν, όλοι μα όλοι δεν κρύβουν την πεποίθησή τους ότι, μά έτσι μα αλλιώς, στο τέλος το κυβερνών κόμμα (εννοώ τον ΣΥΡΙΖΑ) θα συρθεί σε μία συμφωνία με τους εταίρους της χώρας. Ξαναθέτω, με άλλα λόγια, την ίδια ερώτηση, και πλέον την απαντούν αμεσότατα: ναι, αυτό ήθελαν εξαρχής τα γηραλέα παιδιά που πιάσαν τα πόστα, απλώς το ήθελαν με τους δικούς τους όρους, μα εντέλει είναι ηλίθιοι και υποπίπτουν σε αδιανόητα για έναν οποιοδήποτε σοβαρό άνθρωπο λάθη, εξ ου και η σωρεία (10/10) λανθασμένων επιλογών στις so called διαπραγματεύσεις — οτιδήποτε άλλο, λένε, στερείται λογικής, η ρήξη θα τσάκιζε το μηχανισμό του Τσίπρα και των συνεταίρων του, όχι για μια ή δυο τετραετίες, αλλά για πάντα, για τις μέλλουσες γενεές, άπαξ διά παντός. Το ομολογώ: οι ώρες της εκπομπής είναι οι ώρες της εβδομάδας κατά τις οποίες, ακούγοντας τις τέτοιες αναλύσεις, που στ’ αλήθεια εδράζονται στον Ορθό Λόγο, το ηθικό μου αναπτερώνεται και που μπορώ, για μια φορά, να ηρεμήσω κι εγώ σαν άνθρωπος. Κι ας μη συμμερίζομαι αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα — δυσάρεστη μόνο υπό την έννοια ότι, προφανώς-προφανέστατα, κάθε λάθος του πρωθυπουργού, κάθε βλακεία τού ΥΠΟΙΚ και κάθε ξετσίπωτη παρόλα τού ΗΕΘΑ Καμμένου και όλων των υπολοίπων απίθανων γραφικών χαρακτήρων αυτής της τραγικωμωδίας μόνο αποτέλεσμα έχουν να ρίξουν με τις χούφτες και με τη σέσουλα και με το φτυάρι φτώχεια και κακομοιριά σε εκατοντάδες χιλιάδες ήδη ταλαιπωρημένους από την Κρίση ανθρώπους (π.χ.: κάθε μήνας χωρίς υπογραφή Μνημονίου σημαίνει έναν επιπλέον χρόνο με τουλάχιστον δύο ΕΝΦΙΑ κατά κεφαλήν, συν ένα γήπεδο νέους ανέργους). Δεν τα συμμερίζομαι όλα αυτά γιατί (κι αν το έχω γράψει και χιλιοξαναγράψει… με σιχαίνεται η ψυχή μου από την επανάληψη) οι πελταστές επικυρίαρχοι επιζητούν τη χρεοκοπία, το κραχ, τη δραχμή, και τη συνακόλουθη έξοδο της Ελλάδας από καθετί δυτικό. [§] Ποιος έχει δίκιο; Για όνομα του Θεού, ελπίζω όχι εγώ. [§] Σήμερα (ή τέλος πάντων χτες) είχαμε τον Παντελή Καψή, και ήταν καταπληκτικός. Κι εγώ, φυσικά, υπέφερα από τρακ, για μισή ώρα πριν τον βγάλουμε, και για μισή ώρα μετά. Και σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας. [§] Βρέχει όλη μέρα σήμερα, και θα βρέχει κι όλη νύχτα. Και, με τη βροχή να πέφτει, όλοι θα περιμένουμε το καλύτερο, όλοι θα στοιχηματίζουμε στο αισιόδοξο σενάριο, όλοι θα παρακαλάμε να ’χουν δίκιο όσοι μιλούν με σιγουριά για το καλό και όχι για τ’ άδικο. Αμήν. [§] Αμήν. [§] Η Κ. έγραψε για ένα νουάρ του αμερικάνικου Νότου, θα το διαβάσω κι εγώ: https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10153062452073208&set=a.95809018207.88162.610398207&type=1&theater.
Οι νεκρές φύσεις στη ζωγραφική: δεν είναι απαραίτητο να παίζει κεντρικό ρόλο μια ψόφια πάπια στον πίνακα, ένα μπολ με φρούτα αρκεί· ή ένα μπουκέτο λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια έχουν αρχίσει να μαραίνονται ήδη από τη στιγμή που κόπηκαν από το βλαστό, και τα φρούτα να σήπονται. Συχνά, μια μύγα ή άλλο έντομο περπατάει επάνω τους, μια σαύρα χαρχαλεύει τη γύψινη προτομή κάποιου παλιού νεκρού, τονίζοντας τη δραματικότητα της σήψης: του θανάτου. Οι νεκρές φύσεις φαινομενικά μόνο δείχνουν την ευμάρεια του αόρατου ιδιοκτήτη. Είναι έργα με υψηλή ειρωνική αξία, καθώς παρουσιάζουν τον υλικό πλούτο να έχει κιόλας περιέλθει στο βασίλειο του θανάτου. Κάπου εκεί μέσα, αν παρατηρήσεις σωστά, βαθιά στο πιο σπαρταριστό άνθος, θα δεις τα σκουλήκια να μασούν περιστρεφόμενα τις ίνες, να απομυζούν τον φρέσκο χυμό, να δοξάζουν διά της θλιβερής ζωής τους το χαμό. Η μεταπολιτευτική πινακοθήκη της Ελλάδας δίνει άπειρα παραδείγματα νεκρών φύσεων, ήδη από τα εορταστικά χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου, για να περάσει από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες προσωπικότητες του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, καταλήγοντας θριαμβευτικά στη δεκαετία που είχε στο κέντρο της τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δω εκτεθειμένες σε γκαλερί μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες: τη Νεκρή Φύση του ελληνικού τρόπου. Κάποιοι επιμελητές, κάποια στιγμή, είμαι σίγουρος πως θα την ετοιμάσουν. [§] Έμαθα σήμερα από σύμπτωση πως μπαίνω στο Διαδίκτυο εδώ και μία δεκαπενταετία — νομίζω όχι πολλά χρόνια σε σχέση με άλλους της ηλικίας μου, ή και τουλάχιστον μια δεκαετία μικρότερους. Συμπτώσεις: Διάβαζα για μια εκδήλωση στην οποία θα μιλήσει μεθαύριο ο Βασίλης Μπαμπούρης, ρέκτης της Λογοτεχνίας Τρόμου, ανθολόγος, μεταφραστής και μέγας ειδικός. Από αυτόν έμαθα το 1999 τον σχετικώς άσημο συγγραφέα Τόμας Λιγκότι, του οποίου έβγαλα μία συλλογή ποιημάτων το 2002 (Έχω ένα ξεχωριστό σχέδιο γι’ αυτό τον κόσμο), ενώ διατήρησα μαζί του και μία αραιή ηλεκτρονική αλληλογραφία για μερικά χρόνια. Ο Λιγκότι δεν εμφανίζεται ποτέ στον Τύπο, ελάχιστες μόνο φωτογραφίες του έχουν κυκλοφορήσει λαθραία (πάσχει από αγοραφοβία, είναι με αγωγή), όπως ακριβώς κάνει και ο Πίντσον. Στην Αθήνα έχουμε Εβδομάδα Τόμας Πίντσον τούτες τις μέρες. Το σχετικό με τον Λιγκότι φόρουμ, στο οποίο ο ίδιος δεν έπαιρνε μέρος, ήταν το πρώτο στο οποίο έγινα μέλος. Θυμάμαι ακόμη τη λαχτάρα μου να δω και να μάθω. Θυμάμαι πώς ήμουν, πώς σκεφτόμουν, τι ένιωθα: πάνω-κάτω, ό,τι ακριβώς και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Εννοώ, αισθάνομαι ο ίδιος απολύτως με τότε. Θυμάμαι, δε, το καθετί τόσο καθαρά, λες και όλα αυτά έγιναν χθες. Κι όμως: πέρασαν δεκαπέντε γεμάτα χρόνια. Όχι πολλά για την ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια, όχι πολλά γενικά, ναι — αλλά αρκετά για να γεράσουν έναν άνθρωπο. Κι όμως: είμαι ο ίδιος. Ίσως μάλιστα να ’μαι ο ίδιος με τον ακόμη μία δεκαπενταετία νεότερο εαυτό μου. Ίσως από ένα σημείο και μετά, ας πούμε από τα δεκαεφτά με είκοσι, να μη μεγαλώνουμε άλλο. Μόνο εκείνο το σκουλήκι περιστρέφεται μέσα μας, δαγκώνοντας και απομυζώντας. Είμαστε νεκρές φύσεις. [§] Δούλευα πάλι ώς αργά, η δουλειά που κάνω αυτές τις μέρες είναι πραγματικά δύσκολη, σκέτο σκότωμα, αλλά σταμάτησα όταν άρχισε το ματς. Από το τέταρτο λεπτό και μετά ήμουν με τη Γιουβέντους. Δεν έχω κερδίσει ποτέ μου κανέναν Τελικό. Ούτε Εκλογές. [§] Η Κ., ο Α. και η Φ. κοιμούνται από ώρα, στον καναπέ.
Λαμβάνω δεκάδες newsletter καθημερινά από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα Μέσα παγκοσμίως, και μέσω αυτών, με τα κουτσοαγγλικά μου, μπορώ να έχω μία καλή άποψη για τον κόσμο σε κάθε τομέα που με ενδιαφέρει, από την πολιτική και τον πολιτισμό μέχρι τις επιστήμες και την τεχνολογία, όταν βρίσκω το χρόνο και τα διατρέχω, ξεχωρίζοντας κάποια, βάζοντας στο «συρτάρι» κάποια άλλα για να τα διαβάσω πιο μετά, όταν θα βρω μια ώρα ελεύθερη, πετώντας κατ’ ανάγκην τα περισσότερα, πετώντας διαρκώς, και με ολοένα αυξανόμενη τάση, τα περισσότερα (ίσως ξεχωρίζω μόνο τα λογοτεχνικά πλέον) απλώς χωρίς καν να τα ανοίξω, τα πετώ όλα μαζί, πατώντας το «Όλα» στο Gmail, και μετά το Delete, και μετά αδειάζοντας και τον Κάδο, γιατί αναγκάζομαι, όποτε έχω δουλειά, να εργάζομαι όλη την ημέρα, από τον πρωινό καφέ μέχρι το βραδινό φαγητό, ή μέχρι να πιάσω αυτό εδώ το Ημερολόγιο, τέτοιες ώρες, μεταμεσονύκτιες, ένα Ημερολόγιο που δεν έχει τίποτε να πει σε κανέναν, κι όταν πάλι δεν έχω δουλειά προσπαθώ να διαβάσω το βιβλίο μου, όσο περισσότερα προλαβαίνω, αλλά και να φυλλομετρήσω τα περιοδικά που έρχονται στο σπίτι, μου αρέσουν άλλωστε πιο πολύ στο χαρτί, τα περιτρέχω με το βλέμμα, προσέχω τις ολοσέλιδες καταχωρίσεις, χώνω τη μούρη μου στις φτηνές, χαμηλού κόστους, μονόστηλες αγγελίες του τελευταίου οχτασέλιδου, παίζω τις σελίδες ανάμεσα σε δείκτη και αντίχειρα για να δω το χαρτί, και κάπως να το αισθανθώ, και θέλω να βλέπω και ταινίες, πρέπει να βλέπω, είμαι εξίσου παιδί του σελουλόιντ όσο και του τυπωμένου χαρτιού, διάολε, μα ακόμα και τότε, ακόμα και έτσι, πάλι πάνε στράφι τα περισσότερα εκείνα newsletter, γίνονται βορά του Κάδου Ανακύκλωσης, που ανάθεμα κι αν ξέρω τι ακριβώς ανακυκλώνει και τι το κάνει μετά, κι έχω κι εδώ και ένα-ενάμιση χρόνο τεράστια έγνοια με τα χρήματα, μεγάλη σκοτούρα αυτό, να το θυμάστε όποτε λέτε για απολύσεις όσοι σάς περισσεύουν κάπως τα λεφτά, κι είναι και οι τελευταίες ημέρες άσχημες ως προς αυτό, το οικονομικό εννοώ, για τους λόγους που έχω αναφέρει σε άλλες ημερολογιακές καταχωρίσεις, πολύ άσχημες όμως, να ’ναι καλά ο πατέρας μου και η μάνα μου που βοηθούν, και ξεχνώ πάντα πως «κανονικά» έπρεπε να εξοικονομούσα χρόνο και, πρωτίστως, σφριγηλότητα, δύναμη, και για να γράφω, υποτίθεται, αλλά δεν γίνεται αυτό, ούτε προβλέπεται να γίνεται υπό το καθεστώς του Τσίπρα (ας το κάνουν άλλοι, εγώ δεν έχω κουράγιο και δύναμη και χρήματα), και σίγουρα όχι αν δεν υπάρχει προοπτική έκδοσης, πράγμα που τώρα είναι σκέτο ανέκδοτο, και, μιας και το ’φερε η κουβέντα, όχι, δεν παρακολούθησα το σημερινό, ή χθεσινό τέλος πάντων, σόου των εθνικιστών τού ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στη Βουλή, έχασα και το κύκνειο άσμα του Βενιζέλου, και, άρα, και αυτή η καταχώριση είναι άσχετη, irrelevant, και δεν χρειάζεται να διαβαστεί: υπάρχει μόνο για να υπάρξει — είναι κάτι σαν στοίχημα, πια, που όλο χάνεται.
Μετρώντας μέρες πριν τη ρήξη, ζεστές, καυτές, καλοκαιρινές μέρες και νύχτες, κι ενώ απόψε το Κανάλι της Βουλής θα σπάσει όλα τα προηγούμενα ρεκόρ τηλεθέασης (θα συμβούν διάφορα «απίστευτα» πράγματα στην εκτός ημερήσιας διάταξης συζήτηση που αποφάσισε ο Τσίπρας, απ’ αυτά που σε κάνουν ή να ντρέπεσαι ή να φοβάσαι ή απλώς να χάνεις το κουράγιο σου, ενώ και η Αντιπολίτευση πρόκειται να ηττηθεί πανηγυρικά — δεν πρόκειται να συναινέσει στις λογικότατα σκληρές απαιτήσεις των δανειστών μας: το αντιμνημόνιο είναι το μόνο σίγουρο νόμισμα, απ’ αυτό θέλουν όλοι, κανείς δεν θα τολμήσει να μιλήσει για το κράτος-Γαργαντούα που μόνο με φόρους μπορεί να συντηρηθεί, κανείς δεν θα προτείνει τη μείωσή του, ενώ εξαιτίας του έχουμε ανεργία, ύφεση και φτώχεια), με τη βροχή έξω να ξεσπά κατά κύματα εδώ στη Θεσσαλονίκη, παρέα με αστραπές και βροντές και με μια μεταλλική μυρωδιά στην ατμόσφαιρα εξόχως συναρπαστική, για να μην πω ρομαντική, με ένα βιβλίο τσέπης αγκαλιά και με το μυαλό αλλού (μεταξύ άλλων: στο πόσο θα χαιρόμουν αν πληρωνόταν η δόση σήμερα, αν δεν πήγαιναν όλες μαζεμένες για το τέλος του μηνός, δηλαδή για τα τέλη Ιουλίου, αν συνυπολογίσουμε και την περίοδο χάριτος που προσφέρει το ΔΝΤ), πολύ κουρασμένος από τη δουλειά της ημέρας για να γράψω αυτό το Ημερολόγιο, ή ακόμα και για να δω τον Λίαμ Νίσον στο Taken 3 στο βίντεο, και σκεπτόμενος πως κάποια στιγμή πρέπει να πάω να πάρω γυαλιά για διάβασμα, κακώς το παραβλέπω, δεν θα σταματήσω το χρόνο αν τα αγοράσω επιτέλους και τα κοτσάρω στη μύτη μου, απλώς θα βλέπω μεγαλύτερα τα γράμματα, και χωρίς να συμμερίζομαι τη σιγουριά πολλών φίλων, εξαίρετων αναλυτών, για ένα σκληρό μεν Μνημόνιο δε που τελικώς θα συνυπογραφεί από την Ελλάδα και την Τρόικα, με την Κ. να έχει επιστρέψει από τον Σταυρό (έλειπε δυο μέρες και μια νύχτα) και με τον Α. και τη Φ. να κοιμούνται πάνω της, ενώ κι εκείνη κοιμάται, κουρασμένη, δεν έχω να πω τίποτε, δεν έχω να προσθέσω το παραμικρό. [§] ΥΓ. Αυτό εδώ είναι ένα καλό ντοκιμαντέρ, κάτι σαν το Debtocracyαπό την ανάποδη, δείτε το: http://www.learnliberty.gr/7myths/
Δεν είναι που δεν υπάρχει σωτηρία και το κραχ βρίσκεται προ των ανοιχτών πυλών — αυτό το ξέραμε από τότε που φάνηκε πως δεν θα εκλεγόταν από την προηγούμενη Βουλή Πρόεδρος Δημοκρατίας, και ιδίως όταν η Αυγή άρχισε να παίζει το χαρτί Χαϊκάλη στο πρωτοσέλιδο και ο Τσίπρας να στολίζει το δέντρο αγκαλιά με τον Καμμένο και να ανταλλάσσουν δώρα μέσα σε τρύπιες αγιοβασιλιάτικες κάλτσες· έκτοτε, ήταν απλώς θέμα ελαχίστου χρόνου. Άλλο είναι. Είναι που έχει ανοίξει από μόνη της η τηλεόραση στο σπίτι μας, σαν να ’ναι στοιχειωμένο, όπως στο Poltergeist, και παίζει με τις ώρες Βουτσά, Ψάλτη, Όμηρο Ευστρατιάδη και Ταμτάκο. Κασέτες με ελληνικές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80. Κι εμείς καθόμαστε σαν υπνωτισμένοι, ή σαν δεμένοι χειροπόδαρα στον καναπέ, και τους βλέπουμε να περιφέρονται και να λένε τα σκατολογικά χωρατά τους. Η επιθεώρηση τα κατάφερε και έγινε κυβέρνηση. Ένα μπουλούκι, ένας περιφερόμενος θίασος τερατωδών ποικιλιών, ένα freakshow φτηνό όσο δεν πάει, γίναν καπεταναίοι, πήραν τα ηνία, του δίνουν και καταλαβαίνει: οι τρελοί για τα λουριά ανέλαβαν τη διαχείριση του τρελοκομείου. Απίθανοι τύποι, ανεπάγγελτοι και συφοριασμένοι, αμόρφωτοι και άξεστοι, κωθώνια και σκιτζήδες, απ’ αυτούς τους επικίνδυνους κομπογιαννίτες που «ανακάλυψαν το φάρμακο για τον καρκίνο» και το πουλάνε σε μπουκαλάκια με χειρόγραφες ετικέτες, αεριτζήδες και ταβλαδόροι, ιλιγγιωδώς τζουτζέδες, κάτι αθλητικογράφοι και κάτι αστρολόγοι, ανέβηκαν στα πόστα όπου τους τοποθέτησε ο σοφός λαός και οδηγούν κλοτσηδόν τη χώρα πίσω, έρποντας, γλείφοντας και διά των κεράτων τους, ολοταχώς πίσω σε μια ψευδοανδρεϊκή εποχή που θα μοιάζει σε όλα με κείνη — εκτός από τα χρήματα. Όχι, δεν είναι που δεν υπάρχει σωτηρία: είναι που χάσαμε από δαύτους. Από το Δελφινάριο. [§] Γιατί, αν είναι να ζήσεις με όσπρια και πατάτες, θα ζήσεις. Με όσπρια και πατάτες. Αλλά η αηδία της τέτοιας καταβαράθρωσης, της τέτοιας αποξένωσης από τη Δύση, δεν φεύγει από το στόμα. Μια ζωή θα την κουβαλάμε πάνω μας, μέσα μας, και θα την καταπίνουμε — κι εμείς, και η χώρα.
Ας παραδεχτούμε δυο-τρία πράγματα. [§] 1. Αν κάτι, έστω μόνο κάτι, είναι σίγουρο, αυτό είναι το εξής: ό,τι και να γίνει (είτε επικυρωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα νέο Μνημόνιο, είτε όχι, είτε πάμε σε εκλογές ή σε δημοψήφισμα, είτε έρθουν τα πάνω κάτω, είτε αυτή η κυβέρνηση πέσει από μέσα ή από έξω, είτε αντέξει και συνεργαστεί, είτε…), στο τέλος αυτό που θα πρυτανεύσει θα είναι, ξανά και πάλι, η βία των λόγων, συνεπικουρούμενη από τη σιγουριά όλων των μερών ότι κατίσχυσαν διά της ρώμης τους. Κι επειδή ακόμη (από το ’11) ζούμε υπό καθεστώς βρασμού, κι επειδή όλο αυτό που όλοι μαζί μαγειρεύουμε δεν μπορεί παρά να εκτονωθεί, οφείλουμε να είμαστε, αν όχι προετοιμασμένοι, τουλάχιστον υποψιασμένοι γι’ αυτό που θα συμβεί. Μην παρασύρεστε, παρακαλώ πολύ, από το χαρίεν συναίσθημα που επικρατεί στα socialmedia, με τα εκατέρωθεν αστειάκια (αστειευόμαστε ακόμη και με τη Ραχήλ Μακρή, αντί να χτυπάμε το κεφάλι μας με τα χέρια και να τραβάμε τα μαλλιά μας) και τη συναισθηματική τσαπατσουλιά. Για να μην το κάνω πολύπλοκο, φέρτε στο νου σας ένα μέλος της Τρόικας (εσωτ.) και φανταστείτε τον μετά την καμπή που μας περιμένει: είτε τη δραχμική Κόλαση, είτε τα μέτρα του Μνημονίου — και πάλι μην πάμε μακριά, φανταστείτε απλώς εμένα. Ένα, τέλος πάντων, μεσαίο στέλεχος της Τρόικας (εσωτ.), και σεσημασμένο. Ξαναλέω: δεν υπάρχει καλό σενάριο· το καλύτερο δυνατό είναι μια υπερφορολόγηση των πάντων άνευ προηγουμένου, έμμεση και άμεση, αφόρητη για τους περισσότερους, σε συνδυασμό με ψαλίδισμα του μισθού των δημοσίων υπαλλήλων — το χειρότερο είναι η ανάπτυξη μέσω της μελισσοκομίας των Λαφαζάνη-Κουράκη, που θα οδηγήσει στον πρωτογονισμό. Σκεφτείτε τώρα ποιοι θα υποστούν την δικαία οργή των νεοαγανακτισμένων. [§] 2. Σαν να ταΐζουμε κότες με καραμελωμένο ποπ-κορν της ώρας, σπαταλάμε τα καλύτερά μας βιβλία σε μια ηλικία άδικη και για μας, και για τα βιβλία. Πόσοι Ντοστογιέφσκι, πόσοι Κάφκα, πόσοι Μποντλέρ και Ρεμπό σπαταλήθηκαν, ξεπουλήθηκαν, διαγουμίστηκαν από δεκαπεντάχρονα μάτια — τι έγκλημα καθοσιώσεως είναι αυτό, τι λάθος μέγα που δεν μπορεί να διορθωθεί! Γιατί δεν είναι μόνο η αδυναμία πρόσληψης του έργου τους: είναι που ο χρόνος είναι μικρός, κοντός, βραχύς, λιγοστός, μισερός, και ποτέ δεν προλαβαίνεις να ξαναγυρίσεις σε όλους αυτούς, ποτέ δεν καταδέχεσαι να επιστρέψεις στην παιδική σου ηλικία, ποτέ δεν αποφασίζεις να παραδεχτείς πως δεν ήσουν εσύ αυτός ο νέος, δεν ήταν αυτοί ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα, ο Μποντλέρ και ο Ρεμπό, αλλά ήσαστε όλοι κάποιοι άλλοι, τυχαίοι επιβάτες σε ένα αστικό που κάνει το γύρο της πόλης, χωρίς τέρμα και χωρίς αφετηρία. Κυρίως, δε: ακόμη και οι απόπειρές σου να γυρίσεις σε κάποιον από τους νεανικούς σου έρωτες, γίνεται με τα παλιά σου μάτια, τα μυωπικά. Η μεγάλη λογοτεχνία απεχθάνεται τη μυωπία, η μεγάλη λογοτεχνία είναι για πρεσβύωπες. [§] 3. Πούτιν, Ερντογάν, Τσίπρας: η Ευρώπη απειλείται. Και, επειδή απειλείται, θα προστατευτεί, θα ισχυροποιηθεί εσωτερικά, θα αποτινάξει βαρίδια και αντιευρωπαϊστές, και θα επανεκκινήσει τη διαδικασία ομοσπονδοποίησής της από το σημείο όπου (φάνηκε πως) σταμάτησε. Η Γηραιά Ήπειρος δεν είναι όσο γηραιά νομίζουμε. Θα αναγκαστεί να ξανανιώσει. Μακάριοι όσοι την ακολουθήσουν, κι εκείνοι που θα εργάζονται, θα κοινωνικοποιούνται και θα αγαπούν εντός των απαραβίαστων συνόρων της.
Απόψε οι πιστωτές-αρωγοί της χώρας σηκώνουν ανάστημα με το τελεσίγραφο που απευθύνουν στην Ελλάδα, και δεν είναι αυτή τίποτε λιγότερο από μια στιγμή δέους. Είμαστε μια κουκκίδα στο χάρτη της παγκόσμιας Ιστορίας, ναι, Έλληνες, ξένοι, όλοι όσοι τέλος πάντων ζούμε σ’ αυτή τη χώρα — αλλά μέσα σε τούτη την κουκκίδα στριμωχνόμαστε κι εσύ, κι εγώ. Κι εμείς είμαστε πρόσωπα: μικρά, ασήμαντα, μπορεί να κινηθεί ο κόσμος και χωρίς την παρουσία μας, ναι, κανείς δεν θα σκοτιστεί όταν θα λείψουμε, ναι, αλλά: πρόσωπα· και στομάχια· και σχέδια που μείναν μισά, και φιλιά που δεν δόθηκαν. Και στριμωχνόμαστε, κι εσύ, κι εγώ, μέσα σε τούτη την κουκκίδα. Κι εγώ, κι εσύ: ο μοναδικός αδερφός μου. (Γιατί εγώ άλλον αδερφό δεν έχω). Στριμώχνεται ακόμη και μας τρυπά με τον αγκώνα του στα πλευρά —γιατί είναι μια κουκκίδα όλη κι όλη, δεν έχει απλοχωριά— κι αυτός που χαίρεται και θαυμάζει με ό,τι καλπάζει καταπάνω μας. Κι αυτός ο άλλος που θριαμβολογεί. Κι αυτός που τρέμει, κι αυτός που κλαίει. Κι αυτός που δικαιώνεται και γελά, κι αυτός που δικαιώνεται και που το κρύβει, το καταπίνει, το ξεχνά. Κι αυτός που κρύβει το πρόσωπό του με ψηφιακές κουκούλες και που επιμένει, ακόμη και τώρα, να ασχημονεί και να μασά τα νύχια του, μόνος και δυστυχής. Κι ο μοναχικός εκείνος γείτονάς σου, που δεν ανταλλάσσει λέξη με κανέναν στην οικοδομή. Όλοι μας. Όλοι στριμωχνόμαστε εδώ. Και οι άνθρωποι της κυβέρνησης, που καπνίζουν μόνοι στου Μαξίμου και κοκκινίζει το μάτι τους από το ξενύχτι και τους καφέδες, έξω από το παιχνίδι, όπως έξω υπήρξαν πάντα, από την αρχή ακόμη, διαρκώς αμέτοχοι και αφόρητα αδαείς. Στριμώχνονται στην ίδια κουκκίδα της παγκόσμιας Ιστορίας κι αυτοί, βιβλιογραφικές υποσημειώσεις που δεν θα διαβάσει κανείς στο τέλος. Στριμώχνονται επίσης —και δεν μπορούν να αναπνεύσουν— και αυτοί που περιμένουν το τέλος, και αγωνιούν, και που πιάνεται η καρδιά τους. Αλλά κι αυτοί που το ζουν το τέλος εδώ και καιρό. (Το τέλος δεν είχε φύγει ποτέ, δεν φεύγει ποτέ: απλώς επέλεγε). Κι αυτοί που τα θέλουν όλα είναι εδώ μέσα, με τα μέλη τους μπλεγμένα με τα δικά μας. Κι αυτοί που δεν έχουν τίποτε. Κι αυτοί που έχουν πολλά. Κι εσύ. Κι εγώ. [§] Δεν θα θριαμβολογήσω, δεν θα ελεεινολογήσω, δεν θα ανακουφιστώ. Απλώς, μονάχα θα ελπίζω. Για έλεος, για τύχη, για λογική. Και για να υπογραφεί, να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί αυτό το τρίτο, στη σειρά, Μνημόνιο, που θα είναι βαρύ σαν στεγνό πρόγραμμα απεξάρτησης, αλλά θα είναι προσωρινό και θα θεραπεύσει τον μονίμως νοσούντα, το τζάνκι της Ευρώπης. Η πενταμερής έκανε αυτό που επέβαλαν οι καιροί. Δεν μας τιμωρεί άμεσα (δεν τιμωρεί κάποια κυβέρνηση: ακόμη κι αυτή, την κυβέρνηση των αξιοθρήνητων, των ανδρεικέλων — όλους μας θα τιμωρούσαν, και δικαίως), γιατί τα πράγματα είναι μεν άσχημα, αλλά μπορούν να γίνουν άγρια, και μπορούν να φέρουν έναν πολύ δριμύ χειμώνα. Τώρα πια, περιμένουμε να αλλάξουν όλα. Να πέσει στον γκρεμό ο Τσίπρας και να σωθεί, ή να παραμείνει στο χείλος της αβύσσου και να πέσουμε εμείς μέσα της. [§] Σήμερα, συμπτωματικά ίσως, τέλειωσαν, σώθηκαν, τα χρήματα και στους δύο λογαριασμούς μας. Κόπηκε και η πιστωτική τις προάλλες, και δεν θα ’χουμε πια τα προνόμιά της. Τα ξέραμε αυτά. Θα ερχόταν κάποτε η στιγμή. Το ξέραμε. Αλλά να προετοιμαστείς; Πώς δηλαδή γίνεται να είσαι προετοιμασμένος; [§] Ας είναι. [§] Ξεκινά η άδεια της Κ. αύριο. Ένας μήνας. Αν μη τι άλλο, έχουμε πολλά αδιάβαστα βιβλία στο σπίτι. Θα αρχίσει και τρέξιμο. Ίσως του χρόνου να ’μαστε καλύτερα, σωστά;
Με τον Αρμάο (άλλους ανθρώπους τους λες μόνο με το επώνυμό τους, άλλους μόνο με το μικρό: ο Αρμάος ήταν ο Αρμάος, όχι ο Δημήτρης — αλλά στις αναμεταξύ μας κουβέντες ήταν αποκλειστικά και μόνο ο Μήτσος) πρέπει να διαφέραμε σε πολύ, πολύ, πολύ πιο πολλά απ’ όσα μοιάζαμε, αλλά αυτά που μοιραζόμασταν ήταν τα βασικά. Και ήταν, ας πούμε: η μανία να βγάζουμε τα πνεύματα έξω από τις περασιές, αν μ’ εννοείτε· η τάση να στενεύουμε ένα 8% τα Απλά στη φωτοσύνθεση του «Αναγράμματος», να ρίχνουμε δύο στιγμές τα καπιταλάκια (ενίοτε και δυόμισι, στα ντουζένια μας) και να προσθέτουμε τέσσερις στα πρωτογράμματα)· τα πάρα πολλά τσιγάρα, και συχνά τα ακόμη περισσότερα· τα στιγμόμετρα, η αγάπη για τα στιγμόμετρα· το ουίσκι, τόσο το καλό όσο και το φτηνό· το πολυτονικό· το Αντιλεξικόν του Βοσταντζόγλου· ο Δημητράκος· η λογοτεχνία για νέους· τα λαμπατέρ δίπλα στις πολυθρόνες, σε δωμάτια κατά τα άλλα θεοσκότεινα, και έξω να ’χει σκοτάδι πίσσα· οι βαριές γραφομηχανές, αυτές με την τσιμεντένια βάση, να μην κουνάνε ούτε με σεισμό του θανατά· τα χειροποίητα χαρτιά· οι προσεκτικές απαντήσεις στα λογοτεχνικά περιοδικά· τα λογοτεχνικά περιοδικά· ο Βιζυηνός· ο Έντγκαρ Άλαν Πόε· ο Λορεντζάτος· η Βαρβάρα, η γάτα που είχαμε βρει ανήμερα της γιορτής της Αγίας στην πρασιά, και που κάτι μήνες μετά γέννησε μέσα στις κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία εκεί στον «Gutenberg», σ’ ένα μελανωμένο συρτάρι (άγνωστο πώς χώρεσε εκεί μέσα), στο μαγαζί, και που τις τελευταίες ημέρες την μπερδεύω με τη δικιά μας, τη Φαντομά, που όλο τη φωνάζω Βαρβάρα και Βαρβάρα και δεν γυρίζει να με κοιτάξει. [§] Ανδρέου Μεταξά, Διδότου, Χαριλάου Τρικούπη, Καλλιδρομίου. «Τρίτο Μάτι», «Παρασκήνιο», «Ένοικος», «Άμα Λάχει». Μπαλής, Καπένης, Γκόνης, Πρίφτης. Φωτοσυνθέσεις και μονταζιεράδικα, τυπογραφεία και βιβλιοδετεία. Κοπίδια και στένσιλ και ρολά δοκιμίων. Ηρακλής, Ξενοφών, Κωστής, Πέτρος. Ένας κατάλογος μεζεδοπωλείου του Βόλου, που από μονόφυλλο κατέληξε να γίνει βιβλίο 64 σελίδων, δίχρωμο, με γκραβούρες και αρχαίο κείμενο με αντικριστή μετάφραση, με εξώφυλλο από βαρύ ιταλικό χαρτί, πανάκριβο. Η περιπέτεια της έκδοσης του Μόμπι-Ντικ. Το ξενύχτι, τα ξενύχτια, οι ολονυκτίες, οι μαραθώνιοι με κουβεντολόι όχι μόνο για τα Γράμματα. Κάτι τέτοια. [§] Διαφέραμε σε όλα τα άλλα. Εγώ ήμουν πεζός, καθημερινός, χωρίς πολλά-πολλά να με ξεχωρίζουν· συνηθισμένος, πες. Εκείνος είχε πάντα στο νου του σχέδια που θα άλλαζαν τον κόσμο ολοκληρωτικά: βιβλία, τυπογραφικά στοιχεία, αρχιγράμματα, χρυσές τομές, εκδόσεις απάντων των ευρισκομένων, ποίηση, ποίηση, ποίηση, κι άλλα τυπογραφικά στοιχεία, μπορεί δικά του, μπορεί του Άλδου Μανούτιου. Ένα μοναστηριακό εργαστήρι από μόνος του. Και μια γενιά τυπογράφων από μόνος του. Δεν έχουμε άλλον σαν κι αυτόν, ούτε μπορούμε να βρούμε. Όσοι τον ξέρουν, όσοι τον ήξεραν, καταλαβαίνουν. Έτυχε κι έγραφα τις προάλλες που πηγαίναμε, τότε, και σβήναμε λιγάκι τα ήδη τυπωμένα χρώματα στο τυπογραφείο, με ένα επιπολής χτύπημα της πρέσας, χωρίς να καταλαβαίνει καν ο τυπογράφος τι κάναμε: αυτός το σκέφτηκε, δεν έχει ξαναγίνει ποτέ αλλού, όχι σ’ αυτό τον κόσμο. [§] Δεν με εννοείτε. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει τούτο: Βλάχος, Καλιακάτσος, Αρμάος. Με χρονολογική σειρά. Ο Αρμάος ήταν μακράν ο καλύτερος όλων. Και μάζευε πάντα τα πιο καλά και λιγότερο τσακισμένα κουτιά από παπούτσια για να φυλάει τις χιλιάδες καρτέλες του για τα ευρετήρια, τις φωτοτυπίες από σχέδια παμπάλαιων βιβλίων, τα φιλμάκια από παλιές λέξεις, από παλιές εικόνες, που όλες μαζί θα συνέθεταν κάποτε το αρτιότερο βιβλίο που θα τυπωνόταν ποτέ. Κι ας μην το διάβαζε κανείς. [§] Κατάφερε και έβγαλε τα βιβλία που μπορούσε να προλάβει να βγάλει (κυρίως: που του επετράπη να βγάλει…), και έτσι, δι’ αυτών, άλλαξε τον κόσμο. [§] Αν έμαθα πέντε πράγματα από τυπογραφία, είναι που μου έδωσε αυτός πέντε από τα εκατόν πέντε δικά του. Μπορούσε να τα δώσει όλα αν ήθελες: εγώ δεν ήμουν για περισσότερα. [§] Γεια σου, Μήτσο.
Λατρεύω τα social media: το Διαδίκτυο, παιδί των υπολογιστών, είναι το αντίστοιχο της Βιομηχανικής Επανάστασης της εποχής μας, που υπήρξε το αντίστοιχο της τυπογραφίας και των κινητών στοιχείων, που υπήρξαν το αντίστοιχο του ατσαλιού και του χαλκού της εποχής τους, που υπήρξαν το αντίστοιχο πέτρινο υνί των προϊστορικών ανδρών και γυναικών, που υπήρξε το αντίστοιχο της φωτιάς των πρωτογόνων, ή εκείνου του πρώτου οστέινου εργαλείου που ο Άρθουρ Κλαρκ οραματίστηκε στην Οδύσσεια 2001 σαν πρόγονο των μελλοντικών υπερδιαστημοπλοίων με τα οποία, λέει, και ξέρει τι λέει, θα γνωρίσουμε κάποτε τις εσχατιές του σύμπαντος και, ίσως, τις ρίζες μας — τον εαυτό μας. Τίποτε δεν είναι σε θέση να με κάνει να αλλάξω γνώμη για όλες αυτές τις κατακτήσεις της ανθρώπινης απορίας, για τα στάδια αυτά στο ανασκάλεμα της αγάτρευτης κατάστασης που λέμε Τραγωδία της Ύπαρξης, δηλαδή της συνείδησης του επικείμενου θανάτου και του πεπερασμένου —πλην μη ανώφελου— της ζωής. Δεν θα υπάρξει επιχείρημα ή γεγονός που να με κάνει να σιχαθώ και να αποτάξω την ψηφιακή ανθρώπινη δραστηριότητα, την ανάγκη της ιντερνετικής επικοινωνίας, τα νεύματα από μακριά, τον ιδρώτα που θαρρείς μυρίζει μέσα από τις μικροΐνες και μέσα από το πανηγύρι του ηλεκτρισμού. Ακόμη και οι πιο ποταπές περσόνες, ακόμη και οι διαρκείς απόπειρες φόνων που επιχειρούν καθημερινά χιλιάδες ανώνυμοι και μη χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη-ακόμη και οι θλιβερές περιπτώσεις ανθρώπων όπως ο Κανέκος, που ζουν δύσμορφα, άθλια, ποταπά, στρεβλά, όπως ακριβώς ζούσαν οι διαταραγμένοι γιατροί των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Χίτλερ αν και σχετικώς άοπλοι οι ίδιοι και ασφαλώς (δόξα τω Θεώ) χωρίς καμία εξουσία θανάτου. Ας συνεχίσουν. Δεν πιστεύω σε κάποιο «καλύτερο» μέλλον, αποκαθαρμένο και υγιές — γιατί δεν θα ήταν υγιές χωρίς βρομιά, θα ήταν άρρωστο και θα ήταν λάθος. Αλλά πιστεύω στη διαρκή και αιώνια αγάπη, κι ας μην αγαπώ εγώ παρά ελαχίστους· πιστεύω στο δόσιμο και στα ωραία χαμόγελα, κι ας μη δίνω εγώ κι ας μη χαμογελώ· πιστεύω στην πραγματικότητα της δωρεάς, κι ας μη χαρίζω εγώ το παραμικρόώ· πιστεύω στη δύναμη κάποιων να αντιπαλεύουν βουνά, κι ας μην περνούσε καν από το δικό μου το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί είμαι δειλός. Τα πιστεύω γιατί τα κάνουν άλλοι. Και γιατί κάνουν, έτσι, και τη ζωή λιγότερο δύσβατη: πιο μοσχομυριστή. Και την καθιστούν ικανή να αντεπεξέρχεται στη βορβορώδη λαίλαπα της συμπαντικής, δηλαδή κοινωνικής, εντροπίας. Γιατί η εντροπία δεν είναι νόμος της φύσης: είναι η κοινή ανθρώπινη μοίρα, the way of all flesh. Είναι εσύ που με φτύνεις, και είναι εγώ που σε μαχαιρώνω. Κι ας μην το ήθελα πραγματικά, κι ας ήθελα να φιλιόμασταν στο στόμα. [§] Για τον Πέτρο Χατζόπουλο, τον αγαπημένο Αύγουστο Κορτώ. Μαζί, αγαπημένε μου. Δεν θα σε βάλει κάτω κανείς. Δεν θα σε παρασύρει κανένα τρολ, κανένα πράγμα στο χώμα του. Θα 'μαστε μαζί, και θα 'μαστε πολλοί. Και όρθιοι.
Έτσι όπως περνά ο καιρός χωρίς τίποτε να γίνεται, τίποτε απολύτως, και καθώς ζούμε σε μία κατάσταση άχρονη, βουλιαγμένοι σε μιαν ακίνητη κινούμενη άμμο μέχρι τις λαγόνες, καθετί πάνω μας έχει αμβλυνθεί: περπατάμε μέσα στη ζωή με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι κατεβασμένο, κανείς δεν έχει όρεξη ή δύναμη για να φωνάξει πολύ, να οργιστεί πολύ, για να απαιτήσει ή έστω για να αισθανθεί καν ολοκληρωτικά αυτά που (δεν) γίνονται. Βαρεθήκαμε, μπαφιάσαμε, κουραστήκαμε. Ακόμα κι εκείνο το γάνιασμα που μας συνείχε, πάει κι αυτό. Θυμάται κανείς την πρώτη παλλαϊκή συγκέντρωση στήριξης της κυβέρνησής μας κατά τον μεγάλο αγώνα που έδινε στο Eurogroup, τη «μητέρα των μαχών» που είπε και ο Θεοδωράκης; Που τη διαφήμιζαν για μέρες και μέρες τα περισσότερα Αριστερά και σύσσωμα τα εθνικιστικά και νεοναζιστικά σάιτ; Ε, πάει, ξεφούσκωσαν κι αυτοί, ή μάλλον: ακόμα κι αυτοί. Έγινε άλλη μία τέτοια συγκέντρωση πρώην αγανακτισμένων νυν τροπαιούχων, δεν πήγαν παρά κάτι γραφικοί ντυμένοι Μεγαλέξανδροι και δυο-τρεις σαλταρισμένοι κομουνιστές, και μετά: πάει — μείναν σπίτια τους και δαύτοι και βλέπουν τηλεόραση ξύνοντας τον καβάλο τους. Βρισκόμαστε στο παρά πέντε από το κραχ (κατά κάποιους ευφάνταστους, βρισκόμαστε πριν την υπογραφή μιας συμφωνίας με τους εταίρους…), και όλη η χώρα είναι λες και πίνει μπάφους από το πρωί ίσαμε το βράδυ. Βαρείς μπάφους, καλαματιανούς. Διανοητική οκνηρία, αβελτηρία, ζαμανφουτισμός, πνιγμένη απόγνωση, στιφάδα, κατσιφάρα. Έτσι και φταρνιστεί κανείς στο δρόμο λίγο πιο δυνατά από το κανονικό, θα πάθουμε καμιά καρδιά από την τρομάρα και το ξάφνιασμα, θα χάσει καμιά έγκυος το παιδί της, θα αποβάλει. Πού είναι οι παλιές ένδοξες μέρες, πέρσι-πρόπερσι, με τους αστέγους που τους τραβολογούσαν με τα ρόπαλα και τους παράχωναν στα πανεπιστήμια, πού είναι οι ατάιστοι μαθητές που σπάγαν σαν κλαράκια στα προαύλια, πού είναι οι αυτόχειρες φτωχοί που πέφταν από τα μπαλκόνια εκτοξεύοντας αρές κατά της κυβέρνησης των δωσιλόγων, πού είναι έστω οι τρέλες των προσκόπων τού ΣΥΡΙΖΑ και των ναυτοπροσκόπων του ΗΕΘΑ Καμμένου των πρώτων ημερών, που λέγανε ωραίες βλακειούλες και χαίρονταν οι διανοούμενοι στο Φίλιον και στο DeFactoκαι σούφρωναν τα χειλάκια και έπαιζαν τα βλέφαρα πάνω από τα φλιτζανάκια τους; Αχ! κι αυτοί ακόμα σκυλοβαρέθηκαν, γκώσανε, και διαβάζουν μισοκοιμισμένοι τις νέες τους ποιητικές συλλογές στα μπαράκια, ανάμεσα στα δικά τους χασμουρητά και στα χασμουρητά της γκαρσόνας. Και ούτε καν σε κατιτί άλλο δεν μετουσιώθηκε όλη εκείνη η πνευματική ρώμη, σε κάποιο νέο παραμύθι, ότι, ας πούμε, ανεστήθη κάποιος αυτόχειρ, ότι επρώτευσε στην πάλη ένας μαθητής που δεν ταϊζότανε καλά μέχρι τα πέρυσι, ότι σπιτώθηκε έναςάστεγος, στο πλευρό μιας τίμιας εργάτριας της ΔΕΗ. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Ούτε καν διηγήματα εθνικοσοσιαλιστικού ρεαλισμού δεν δημοσιεύει πια η Αυγή, που καν και καν τα περιμέναμε όλοι μας. Κι όλα αυτά μέσα σε τέσσερις μήνες! Χάρη στο τέλμα που τεχνηέντως φτιάχνουν με χώμα και σάλια, σ’ αυτό το «αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων», και χάρη φυσικά στον απίθανο τυπάκο που έχουμε για πρωθυπουργό, έναν τόσο βαριά άσχετο ανθρωπάκο, ένα αμορφωτάκι τόσο λίγο, που το μόνο συναίσθημα που σου προκαλεί είναι λύπηση — λύπηση, όχι λύπη. Μια λύπηση με το λαιμό γεμάτο παλιά σκόνη και πίσσα από φτηνά ελληνικά τσιγάρα. Είναι ένας σαραντάρης που μοιάζει να καπνίζει Καρέλια κασετίνα και να στρώνει το βρακί του καθώς προχωράει χαζοχαμογελώντας. Μια μορφή που τη λυπάσαι. Που δεν σε εξιτάρει. Αλλά και που για χάρη της —για όνομα του Θεού δηλαδή— ζεις, κι εσύ, μέσα σ’ αυτό το ακούνητο πράγμα, στο βάλτωμα, στην πηχτή, υγρή ατμόσφαιρα, στο τέλμα. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο: να σκεφτείς, να διαβάσεις, να γράψεις, να ονειρευτείς, να σχεδιάσεις, να οργανώσεις. Τίποτε. Τέλμα. Σκουριά. [§] Να δεις που στο τέλος, ακόμα και το κακό που θα ’ρθει (και, λυπάμαι, αλλά θα ’ρθει) θα είναι κάτι, θα είναι κάτι καινούριο, μία πνοή, κάτι που θα πανηγυριστεί απλώς και μόνο γιατί θα δημιουργήσει από το τίποτα (επειδή για το τίποτα μιλάμε) κάτι. Έστω τις πρώτες ημέρες. Γιατί μετά θα γίνει σκοτωμός.
Η συζήτηση έχει βέβαια από μέρες φτάσει στο θεωρητικό, φιλοσοφικό ερώτημα για το τι πρέπει να κάνουν τα τρία δημοκρατικά κόμματα της αντιπολίτευσης με τη συμφωνία (όχι συμφωνία εφ’ όλης της ύλης, αλλά ρύθμιση που θα θυμίζει αντιγραφή επί τα χείρω της συμφωνία Ελλάδας, Eurogroup και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Νοέμβριο του 2012, συμφωνία που αφορούσε τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους), εν πάση περιπτώσει: με ένα Τρίτο, και σκληρότερο, Μνημόνιο που θα φέρει ο πρωθυπουργός για ψήφιση στη Βουλή — πρέπει τάχα να την ψηφίσουν; ή όχι; και, αν ναι, υπό ποίους όρους; και τι θα σημαίνει τυχόν υπερψήφιση της συμφωνίας; ότι η κυβέρνηση ενισχύεται πολιτικά, ηθικά και οικονομικά, καρπούται δε τα χρήματα από το εξωτερικό και τα χρησιμοποιεί για να ισχυροποιήσει την ίδια, τους εταίρους της και το καθεστώς που ονειρεύεται; ή η όλη συζήτηση ξεχνά το προφανές, ότι η χώρα πρέπει και υποχρεούται να ζήσει, άρα η υπερψήφιση του Μνημονίου από τα φιλοευρωπαϊκά-προοδευτικά-μεταρρυθμιστικά κ.ο.κ. κόμματα είναι εκ των ων ουκ άνευ, οπότε κακώς το συζητάμε, θέση που ενδεχομένως πολύ-πολύ βιαστικά έσπευσε να πάρει το κόμμα του Σταύρου Θεοδωράκη; κι όσο για την ίδια την κυβέρνηση, μετά την καταμέτρηση των διαρροών που σαφώς θα έχει, και που θα είναι πολλές, και προς τα Αριστερά και προς τα Ακροδεξιά της, θα μπορέσει να σταθεί στην εξουσία; ή θα καταρρεύσει; και είναι αυτό —η στήριξη της κυβέρνησης μέσω της διεύρυνσής της από τους τρεις αντιπάλους— όρος για να υπερψηφίσει σύσσωμη η αντιπολίτευση το Μνημόνιο, μια αντιπολίτευση που θα μπορούσε έτσι να διεκδικήσει και να πάρει υπουργεία, σχηματίζοντας μαζί με τον goodΣΥΡΙΖΑ μία κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης, εθνικής σωτηρίας ή έστω διαχείρισης της κρίσης; [§] Ξέρουμε όλοι πως κατά πάσα λογική πιθανότητα καμία συμφωνία δεν θα έρθει στη Βουλή, αλλά είπαμε πως η συζήτηση γίνεται σε θεωρητική βάση. Για να το πω αλλιώς: δεν θα έρθει προς συζήτηση μία συμφωνία που δεν θα της αρκούσαν οι ψήφοι τού ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Δηλαδή μία συμφωνία αντιμνημονιακή, η οποία μάλιστα, εξίσου με μία μνημονιακή, δεν θα έχει ελπίδες να ευοδωθεί και να υλοποιηθεί. Τα ζάρια έχουν ριχτεί προ πολλού. [§] Και αυτές οι συζητήσεις, που γίνονται μονομερώς και δίχως καμία διακομματική κρυφή συνεννόηση προηγουμένως, μόνο κακό κάνουν, και μόνο το «χώρο» περαιτέρω διασπούν. (Βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά τόσο γιατί είναι ούτως ή άλλως αστεία, όσο και γιατί ο φιλοευρωπαϊκός-προοδευτικός-μεταρρυθμιστικός κ.ο.κ. χώρος είναι σαν την περιβόητη επιτροπή σοφών που της ζήτησαν να φτιάξει ένα άλογο. Και έκανε μια καμήλα). [§] Προσωπικά επιμένω να συμβουλεύω φίλους και γνωστούς να στοκάρουν αγαθά (βιβλία, λάδι, καφέ, καπνό, συνδρομές σε ξένα περιοδικά), γιατί το άμεσο μέλλον, ξέρετε: θα έχει ξηρασία και θα θέλει νερό. [§] Έχω γράψει δεκάδες φορές πως νομοτελειακά σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας θα καταλήξουμε, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η πιθανότητα μιας άλλης βιώσιμης λύσης. Αλλά δεν θα γίνει τώρα άμεσα αυτό, πολύ φοβούμαι. Θα γίνει όταν αυτές οι δύο λέξεις θα κυριολεκτούν κατ’ απόλυτο τρόπο. Κατ’ απόλυτο τρόπο. [§] Από σήμερα άρχισαν οι δυναμικές νυχτερινές βόλτες με τα καραβάκια εδώ στην παραλία, με τη μουσική να σε ξαφνιάζει στη μία η ώρα τη νύχτα, και οι φωνές των παιδιών που κάνουν τη βόλτα τους και χορεύουν πίνοντας να σου ηχεί πολύ ξένη, πολύ άκαιρη, πολύ λάθος. Αλλά μπορεί να είναι και τουρίστες όλοι αυτοί. Ή κάποιοι που θέλουν να πενθήσουν προκαταβολικά πανηγυρίζοντας και κορυβαντιώντας. [§] Προσπαθούμε μανιωδώς να κλείσουμε όλες τις τρύπες, πληρώνοντας ό,τι μπορεί να πληρωθεί. Τα καταφέρνουμε, αλλά μείναμε από ρευστό. Και έληξε και η κάρτα μου, και δεν μου εκδίδουν άλλη λόγω Τειρεσία: είπαν, πληρώνουμε ό,τι μπορεί να πληρωθεί, οπότε ένα δάνειο που χρωστώ ακόμα, μικρό μεν αλλά δάνειο μια φορά, με έριξε στο καναβάτσο. Κρίμα. [§] Αλλά αύριο είναι μια άλλη μέρα.
Είναι μια από τις μέρες εκείνες που, σκεπτόμενος κανείς (ή: αναλογιζόμενος) αυτά που είναι να ’ρθουν, ούτε να θυμώσει μπορεί, ούτε να οργιστεί, ούτε να βρίσει, μα ούτε καν, και κυρίως, να αστειευτεί ξορκίζοντας το κακό — υποτίθεται, αν μη τι άλλο, ότι η σάτιρα έχει αυτό το προνόμιο. Ναι, το έχει, αλλά δεν είναι πάντα ώρα για σάτιρες και για χωρατά. Και δεν είναι ώρα ούτε για βρισιές, για οργή και θυμό. Είναι ώρα για πίκρα. (Και τη μισώ την πίκρα: το αίσθημα του αδύναμου, ενός γέροντα ας πούμε, που τρώει ξύλο από νεαρούς: αυτό είναι η πίκρα). Τα χρήματα που δεν υπάρχουν για να πάρουν μέρος στους μαθητικούς Ολυμπιακούς Αγώνες, ή όπως λέγονται αυτοί οι διεθνείς διαγωνισμοί, οι μαθητές που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία (ελληνικής ή μη καταγωγής, μην το ξεχνάμε: τα ξενάκια πεθαίνουν για κάτι τέτοια), κάτι ψωροχιλιάρικα που αντιστοιχούν στον ετήσιο μισθό μίας καθαρίστριας του υπουργείου Οικονομικών (αλήθεια; επαναπροσελήφθησαν αυτές οι έρμες; μακάρι), δεν είναι μόνο χρήματα που δεν μπορούν να βρεθούν όποια αποθεματικά και να δημευθούν — άλλωστε, δεν πρέπει να απέμειναν πια και καθόλου άλλα, «μόνο τα αποθεματικά των πολυκατοικιών», όπως λένε οι φίλοι «για να γελάμε», αυτά που βαστάει στο συρτάρι ο διαχειριστής για τις σκάλες και για τη συντήρηση του ασανσέρ: ξοδεύτηκαν όλα για να σταθεί η κυβέρνηση έναν επιπλέον μήνα. Εννοώ, κοίτα λοιπόν να δεις, κοίτα να δεις! Δεν μπορούν να βρεθούν μικροποσά, το κράτος δεν έχει πια για… για χαρτζιλίκι. Γι’ αυτό, καλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ. Τώρα μπορούμε μόνο να κλαίμε, να βαράμε το κεφάλι μας στον τοίχο από την απελπισιά και να ελπίζουμε — σε τι; Δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Δεν ξέρω αν μπορούν πια να κάνουν τίποτε περισσότερο η Μέρκελ με τον Σόιμπλε, ίσως κουράστηκαν κι αυτοί οι δυο, ίσως απηύδησαν, ίσως δεν υπάρχει κανείς πια για να ελπίζεις. Και φυσικά όχι οι φίλοι μας οι Αμερικανοί, που στέλνουν υπερατλαντικές ευχές και χαιρετισμούς, έτσι, για την τιμή των όπλων. Άρα; Άρα δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Και είναι, αυτή, μια από τις μέρες εκείνες που δεν πιστεύεις σε ό,τι ακόμη και ο ίδιος (ή κυρίως ο ίδιος) αφήνεις, σε ιδιωτικές συνομιλίες και συνδιαλέξεις, να διαφανεί, πως τάχα λίγες βδομάδες έμειναν ακόμη, όλα θα πάνε καλά, θα πέσουν, θα φύγουν, δεν θ’ αντέξουν, «Όλα καλά, όλα καλά, μην ανησυχείς». Είναι μια από τις μέρες αυτές η σημερινή. [§] Να φταίει πως πληρώσαμε και ό,τι μπορούσαμε να πληρώσουμε, και είδαμε, έτσι στα ξαφνικά, ότι δεν μείναν καθόλου μα καθόλου χρήματα στους λογαριασμούς μας; Να φταίει που έληξε και η κάρτα μας και δεν ξέρουμε αν θα μας βγάλουν άλλη και πότε; (Και έληξε και στο τσακ που θέλαμε να ανανεώσουμε κάτι βασικές συνδρομές σε περιοδικά, διάολε). Ναι: για το συναίσθημα, αυτό το βαρύ συναίσθημα, της πίκρας, φταίνε κάτι τέτοια, ιδίως όταν (καλήν ώρα) είσαι καβατζαρισμένα πενήντα και δεν έχεις σπίτι, αιρκοντίσιον και ηλεκτρική κουζίνα, και μετράς τα ψιλά για τα τσιγάρα σου, αλλά με το άλλο θέμα (γιατί αυτά τα συνήθισες), το μείζον θέμα, αυτό που αγγίζει όλους εδώ μέσα, στον ευλογημένο τόπο, δεν έχουν να κάνουν. Αυτό έχει δρομολογηθεί. Και έρχεται. Και θα ’χει τα μάτια τους.