Διάφορες κατηγορίες άνθρωποι —κάποιοι πολύ σοβαροί αναλυτές, πολλοί αιθεροβάμονες, όλοι οι αισιόδοξοι, οι ψηφοφόροι των κομμάτων της συμπολίτευσης (τουλάχιστον του ΣΥΡΙΖΑ, για τους άλλους δεν είμαι απολύτως σίγουρος)— πιστεύουν πως, πού θα πάει, θα βρεθεί μια άκρη, χρονικά τοποθετημένη τον Ιούλιο, και η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει, η κυβέρνηση θα υπογράψει το πολυπόθητο τρίτο Μνημόνιο και θα πάρει τα προσήκοντα μέτρα που θα αποτρέψουν ένα κραχ μέσα στο ’15, έστω και αν χρειαστεί, που θα χρειαστεί, να δημιουργηθεί ένας πόλος βαρέων κόκκινων κρατιστών στη μια της πάντα κι ένας άλλος, πάλι βαρέων κρατιστών αλλά μαύρων, στην άλλη: οι του Λαφαζάνη, ας πούμε, και οι της Κωνσταντοπούλου, ή: μια Αριστερά και μια κοντά στα νάματα του εθνικοσοσιαλισμού (ενώ ο Καμμένος θα παραμείνει, φυσικά, επί των κυβερνητικών επάλξεων γιατί του αρέσει να φοράει τα τζάκετ των πιλότων… και να ελέγχει τις αγορές οπλικών συστημάτων). Δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία, αλλά —καθώς δεν υπάρχει απολύτως τίποτε άλλο, απολύτως καμία άλλη εναλλακτική διέξοδος— ας μείνω κι εγώ σ’ αυτό. [§] Η μέρα είχε μία μόνον αξιομνημόνευτη είδηση, αν μη τι άλλο μέχρι την ώρα που διάβαζα το Twitter, δηλαδή μέχρι τις εννιάμισι. Τώρα πήγε μία-και, και δεν έχω δει κάτι άλλο. Αλλά είναι είδηση ολκής: «Μήνυμα Ειρήνης στην ψηφοφορία στα Κατεχόμενα. Ο Ακιντζί συνέτριψε τον διχοτομιστή Έρογλου», όπως τουιτάρουν Ελληνοκύπριοι βουλευτές. Αμήν! (Κι ας γράφει ο Ευτύχης Βαρδουλάκης: «Η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει ελάχιστη επιρροή στην επίλυση του Κυπριακού. Τη μικρότερη από όλους τους παράγοντες της εξίσωσης. Καλό είναι που βγήκε ο Ακιντζί, αλλά μη βάζουμε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών»). Μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου ήταν η μοναξιά που ζούσα επί Σχεδίου Ανάν, που το υποστήριζα φανατικά και με πάθος. Το κακό πρέπει να τελειώσει. Και τα φρικτά εισαγωγικά να πάψουν — και θα πάψουν. (Διάβαζα ένα σχετικό άρθρο στον Φιλελεύθερο και έβλεπα που όλες οι κακές λέξεις —προεδρικές εκλογές, δήμαρχος, βουλευτής, πρόεδρος, αστυνομία κλπ.— έμπαιναν μέσα σε εισαγωγικά, όταν δεν είχαν σαν πρώτο τους συνθετικό το ψευδο-, αυτό το εξάμβλωμα. Τόσα χρόνια τώρα, η ίδια φρίκη. Η ίδια φρίκη… [§] Φιλοξενήσαμε το Ελληνάκι στην εκπομπή, και νομίζω οι ακροατές μας τον χάρηκαν. Είναι κι αυτός αισιόδοξος: αποδίδει βλακεία και ανεπάρκεια στους (δικός μου ο όρος) επικυριάρχους, και μηδενική δυνατότητα χάραξης κάποιου σχεδίου όπως αυτά που σκέφτομαι εγώ (που είμαι σίγουρος πως μας οδηγούν με άκρα στοχοπροσήλωση, που έλεγε και το ΚΚΕ, στη δραχμή και σε μια βαλκανική σοβιετικολάτιν κατάσταση. Μακάρι να ’χει δίκιο. Μακάρι να ’χουν όλοι δίκιο. [§] Εντάξει, όχι όλοι. Πολλοί είναι αυτοί που φοβούνται τα πολύ άσχημα, όπως κι εγώ. Είμαστε μειοψηφία, αλλά όχι και λίγοι. Και κάποιοι εξ ημών το διασκεδάζουν κιόλας: έχει βγει χάσταγκ #anamniseis_draxmis, και ομολογουμένως είναι πολύ επιτυχημένο και χαριτωμένο. Ίσως εγώ παραείμαι ξινός που δεν γελάω μ’ αυτά, ξινός και με την εικόνα της ποεδικής Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου καρφωμένη εδώ και χρόνια στο μυαλό μου με πρόκες. Ας είναι. [§] Νομίζω πως επιστρέφει από την Αρμενία η Κωνσταντοπούλου, όπου πούλησε τζάμπα εθνικισμό με το τσουβάλι (στον Στόχο πρέπει να την έχουν ανακηρύξει πρωθιέρειά τους, όλοι οι ναζί πίνουν νερό στ’ όνομά της), οπότε κάποια ωμή χοντράδα θα κάνει ασφαλώς μέχρι το βράδυ, για ν’ ακουστεί στο ψηφοφοράτο των βασιλοφρόνων, των φιλοχουντικών, των παλαιών Χιτών και λοιπών. Θα φανεί. [§] Ας είναι. Ήταν μια γεμάτη, κουραστική, δύσκολη Κυριακή. Και μας περιμένει μια άγρια εβδομάδα, με τρομερή δουλειά, και δουλειά που πρέπει να βγει. Και ποιος ξέρει και με τι εκπλήξεις, απ’ αυτούς που «δεν έχουν σχέδιο».
Ημερολόγιο Γεφύρας
Για να ξεφύγεις από το ζόφο, διάβαζε ξένα σάιτ, ιδίως μεγάλων περιοδικών ή διεθνών εκδοτικών Οίκων. Το μυαλό σου ηρεμεί, και σκέφτεσαι. [§] Ας πούμε: [§] Γίνεται χρόνια τώρα μία μεγάλη υπόκωφη συζήτηση για το μέγεθος των μυθιστορημάτων, για τον όγκο τους, τον αριθμό των σελίδων τους, και για το πού θα πέσει η μπίλια στα εκδοτικά πράγματα τα προσεχή χρόνια. Στην Ελλάδα, οι μεγάλοι Οίκοι —εννοώ κυρίως αυτούς που βγάζουν μεν καλά, σημαντικά βιβλία μεταξύ των άλλων, αλλά που κυρίως προσπορίζονται τα προς το ζην από εύπεπτα μυθιστορήματα— έχουν λύσει το θέμα και δεν δείχνει να τους απασχολεί κάτι άλλο: οτιδήποτε κάτω από τις 450 σελίδες απλώς κόβεται. Υπάρχει μία γερή λογική εδώ: η αναγνώστρια προτιμά να πληρώσει 20, ας πούμε, ευρώ για ένα μυθιστόρημα 550 σελίδων, παρά 15 για ένα μυθιστόρημα με τις μισές σελίδες. Εάν συνέβαινε το λογικό να είχε το «μισό» βιβλίο τα μισά λεφτά, δεν θα είχε πρόβλημα: θα αγόραζε με την ίδια συχνότητα μικρότερα και μεγάλα βιβλία, και δεν θα έχανε χρήματα. Αλλά δεν συμβαίνει. Έτσι, το κοινό (γυναίκες κυρίως) επενδύει τα χρήματά του εκεί όπου θα έχει μεγαλύτερο κέρδος: στον περισσότερο χρόνο ανάγνωσης ανά ευρώ. Η ανατροφοδοτούμενη αυτή λογική αποκλείει βέβαια πάρα πολλούς τίτλους από την αγορά, και παράλληλα ομογενοποιεί το παραγόμενο προϊόν: αν καπλαντίζαμε με αδιαφανές χαρτί τις ράχες δέκα καινούριων βιβλίων, θα νόμιζε κανείς πως τα περισσότερά τους είναι ένα και το αυτό: 14x21, με 3,5-4 εκατοστά ράχη. Τα βιβλία, στην πλειονότητά τους, τείνουν να μοιάζουν ως προς το σχήμα και τον όγκο. (Και ως προς τα είδη, φυσικά: αισθηματικά, αστυνομικά, παραϊστορικά ή πολύ χαρούμενα είναι τα 2 στα 3 από αυτά που κυρίως αγοράζονται — εξαιρούνται προφανείς κατηγορίες, όπως τα βιβλία προσχολικής ηλικίας, τα πανεπιστημιακά, τα θρησκευτικά κ.ά.). Έλεγα όμως για τη συζήτηση που διεξάγεται έξω, και που φαίνεται πως δείχνει να καταλήγει κάπου. Στο εξής: στους περισσότερους τίτλους ανά αναγνώστη στον ίδιο χρόνο ανάγνωσης, ήτοι στην τελική επικράτηση, σιγά-σιγά, και για πρώτη φορά στην ιστορία της ανάγνωσης, της νουβέλας. Το αναγνωστικό κοινό των αγγλόφωνων βιβλίων είναι αχανές και χρηματοδοτεί τη βιομηχανία, καθημερινά, με μεγάλα κεφάλαια, με μια πελώρια ροή χρημάτων. Και το βιβλιόφιλο κομμάτι του είναι και μεγάλο και αχόρταγο — και καλά κάνει. Προϊόντος του χρόνου, λοιπόν, λέγεται πως θα αναζητεί ολοένα και περισσότερο περισσότερα ματζόβολα βιβλία, και θα αγοράζει περισσότερους τίτλους με τα ίδια χρήματα: θα προτιμά, δηλαδή, νουβέλες. [§] Για τα πρακτικά: το διήγημα (αυτό το είδος που μισούν οι εκδότες παγκοσμίως, όχι μόνο εδώ) έχει από 1.000 έως 7.500 λέξεις, η μικρή νουβέλα, η «νοβελέτα» (δεν ξέρω πως αποδόθηκε, και αν αποδόθηκε, ο όρος noveletteστα ελληνικά), 7.500 με 20,000 λέξεις, η νουβέλα 20.000 με 50.000, το μυθιστόρημα 50.000 έως 110.000 (και από κει και πάνω πάλι μυθιστόρημα φυσικά το λέμε, αλλά μπορούμε να το πούμε και μύδρο ή όπως αλλιώς θέλουμε· πάντως είναι σαφώς κάτι που αιχμαλωτίζει το χρόνο σου, όσο fastreaderκι αν είσαι: σε θέλει μαζί του, σε διεκδικεί, για πολλές μέρες, κι αν είναι απαιτητικό, για εβδομάδες ολόκληρες). Δεδομένου επίσης ότι μία σελίδα χωρά 250 λέξεις πάνω-κάτω (ή: θα έπρεπε να χωρά 250 λέξεις πάνω-κάτω — αλλά συχνά, μεγαλώνοντας τον οφθαλμό του γράμματος, μπορεί να χωρέσει σκάρτες 200, όπως γίνεται συχνά στην Ελλάδα για να φτουρήσει ένα βιβλίο, ή για να αναγραφεί η λέξη Μυθιστόρημα κάτω από τον τίτλο), ένα βιβλίο 400 σελίδων έχει 100.000 λέξεις, ή αλλιώς: μια μεγάλη νουβέλα, των 50.000 λέξεων, δεν ξεπερνά τις 200 σελίδες, και μία μέσου μήκους (35.000 λέξεις) φτάνει τις 140, ή —με κάπως πιο αρχοντική τυπογραφία— τις 160, δηλαδή τα 10 τυπογραφικά. Οπότε, και με μία άλφα δόση αριθμητικού ψυχαναγκασμού, οι τάσεις λένε πως στο μέλλον θα πουλάνε πολύ περισσότερο από όσο σήμερα τα βιβλία που θα διαβάζονται σε δύο ημέρες, βιβλία10 τυπογραφικών, και ταυτόχρονα θα βρίσκουν πιο δύσκολα το δρόμο για τα τυπογραφεία τα ακριβά, μεγάλα, χοντρά, ασύμφορα στην έκδοσή τους μυθιστορήματα. [§] Όμως η νουβέλα δεν είναι εύκολο είδος. Όχι ότι είναι το μυθιστόρημα, αλλά η νουβέλα είναι δυσκολότερη. Και το διήγημα ακόμη πιο δύσκολο. Ουσιαστικά, το διήγημα θα μπορούσε να θεωρηθεί εντελώς ξέχωρο αφηγηματικό είδος, με απολύτως δικούς του κανόνες, ενώ η νουβέλα και το μυθιστόρημα έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους: ίσως, θα έλεγε ένας κακεντρεχής, νουβέλα είναι αυτό που μένει από ένα μυθιστόρημα όταν πετάξεις έξω όλα τα κομμάτια που δεν προωθούν την πλοκή, συν τα μισά επιρρήματα. [§] (Και βέβαια οι άνθρωποι πέρα στο Νεπάλ —πού να ’ναι και τούτο…— τρώνε τη σκόνη με τα μάτια και ξεδιψούν με ματωμένα δάκρυα στην ωραία Κατμαντού που πάει, κι όλο αυτό θα μείνει για πάντα κλειστό μες στην παρένθεση του Χαμένου Κόσμου). [§] Στο μεταξύ, κι άλλους πολλούς τάισε η Γιάννα, αλλά σαν τον Γιάνη πεινάλας και μαριονέτα δεν υπήρξε ποτέ κανείς. Παραδόξως, τελείωσε πάντως. Το περίμενα πιο πριν, ή πιο μετά. Αλλά πάντα πέφτω έξω. [§] Στο άλλο μεταξύ, σύμφωνα με πανελλαδική δημοσκόπηση της Κάπα Research για το Βήμα, το 72% είναι υπέρ μιας συμφωνίας έναντι του 23% που θέλει ρήξη, το 73% θέλει ευρώ έναντι του 20% που θέλει δραχμούλα, το 79% θέλει η Ελλάδα να παραμείνει στην ΕΕ έναντι του 18% που δεν τη θέλει την ΕΕ, ενώ εάν είχαμε σήμερα Εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπαιρνε 37%, η ΝΔ 22%, το Ποτάμι 7,5%, η ΧΑ 5,5%, το ΚΚΕ 5%, οι ΑΝΕΞΕΛ 4,5% και το ΠΑΣΟΚ 4%, δηλαδή ένα στρογγυλό 52% υπέρ της ρήξης και της δραχμής και κατά τής ΕΕ. Τρέλα, παράνοια. [§] Η Κ. έφυγε πριν τις 9 το πρωί και τελείωσε μετά από 12 ώρες. Πήγαμε με τον Α. και την πήραμε από το Κανάλι, πήραμε κι ένα DVD από το Seven, γυρίσαμε να φάμε (έκανα κοκκινιστό με ρύζι) και να το δούμε. Έχει γλυκύ καιρό.
Στα παράλια της Καλλίπολης εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες άνθρωποι κοιμήθηκαν σε υπνόσακους περιμένοντας να ξημερώσει Σάββατο για να ’ναι από τα χαράματα κοντά στον τόπο της χαώδους σφαγής, έναν αιώνα μετά. Σήμερα θα γίνει η τελετή στη μνήμη των θυμάτων της τρομερής εκείνης μάχης με τους 130.000 νεκρούς — ένα νούμερο τόσο υψηλό, που σχεδόν παύει να σημαίνει ανθρώπους, ψυχές, σώματα, φαντάρους, πιτσιρικάδες: αποκτά άλλες διαστάσεις, άλλη υπόσταση, γίνεται χαρακιά και ουλή και σκάμμα. Όπως είναι φτιαγμένη όλη εκείνη η περιοχή: όλο χαρακιές και ουλές και βράχους: κατασκαμμένη. Πόσο φρικτό πράγμα ο πόλεμος, πόσο αδιέξοδα φρικτό. Είτε πολεμάς και πεθαίνεις έξω από το χωριό σου με κόκκινα μάτια, είτε πολεμάς και πεθαίνεις στην Τουρκία ερχόμενος από τα λιβάδια της Νέας Ζηλανδίας με τα κόκκινα μάγουλά σου. [§] Ναι, ναι, ο Φρανκ Μίλερ σχεδιάζει το TheDarkKnightIII: TheMasterRace, και κανείς πρέπει να νιώθει μακάριος γι’ αυτό. Είναι ο άνθρωπος που μας έδειξε την άλλη, την αρνητική πλευρά των υπερηρωικών κόμιξ. Πιονέρος και προφήτης. Respect. Ας υπάρχουν κι αυτά, Θεέ μου, να αποξεχνιόμαστε. [§] Γιατί… [§] Γιατί, ας πούμε, ένα τρένο πέρασε πάνω από τις ράχες μερικών δεκάδων μεταναστών στη Μακεδονία. Πώς έγινε αυτό; Γιατί; Τι να σημαίνει; Πώς έγινε αυτό; [§] Γιατί… [§] Γιατί, ας πούμε, η Ευρώπη, στα πρόσωπα των προσφύγων, δείχνει πόσο μπορεί να μισεί τον εαυτό της. [§] Γι’ αυτό ας είναι καλά ο Φρανκ Μίλερ. Και οι τέτοιοι άνθρωποι. [§] Όσο για μένα, δεν προλαβαίνω να τελειώσω όπως πρέπει καμία δουλειά, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα. Ηττώμαι καθημερινά. Και ασχολούμαι με τόσο μικρά πράγματα. [§] Από ειδήσεις δεν είχαμε τίποτε ιδιαίτερο, ο Γιώργος Ανανδρανιστάκης, δημοσιογράφος ή κάτι τέτοιο, δημοσίευσε ένα άρθρο στο έντυπο έκτρωμα που λέγεται Αυγή με τίτλο «Ζήτω οι ΑΝ.ΕΛΛ.!» —αλλά αυτό δεν είναι είδηση, καθώς η ίδια φυλλάδα είναι που έβγαζε πρωτοσέλιδο τον Χαϊκάλη, έναν χυδαίο ηθοποιό της επιθεωρησιακής τηλεόρασης, για να σπρώξει το κόμμα του πάνω από το όριο του 3%: η Αυγή είναι ένα έντυπο-κοπριά του φασισμού και ιδιαιτέρως επιτυχημένη στον τομέα της, και καμία σχέση δεν έχει με την εφημερίδα που κάποτε, επί χρόνια, είχαμε την έγνοια της μην και κλείσει, και την αγοράζαμε παίρνοντας αμπάριζα όλα τα περίπτερα της πόλης μέχρι να στεγνώσουμε από λεφτά, πρόκειται περί συνωνυμίας—, ο καρτουνίστικος Στρατούλης, που δεν θα μπορούσε στην πραγματική ζωή ούτε σε σουβλατζίδικο να βρει δουλειά, είπε το παροιμιώδες: «Εμείς έχουμε το πάνω χέρι γιατί χρωστάμε πολλά», και ω! του θαύματος δεν τον πήραν οι πορτοκαλιές με τα πορτοκάλια —αλλά εντάξει, πολλοί συναινούν στο ότι ο συγκεκριμένος έχει το ακαταλόγιστο—, στο Eurogroupπαίξαμε και χάσαμε παταγωδώς, και ιδιαιτέρως ντροπιαστικά για τα υποκείμενα που μας εκπροσωπούν εκεί —αν και το «παίξαμε» ελέγχεται σφόδρα κατ’ εμέ, καθώς τα υποκείμενα που μας εκπροσωπούν εκεί εκτελούν σαφείς εντολές εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, εντολές που τους έδωσαν τα αφεντικά τους, κάτι Γιάννες και κάτι τέτοιοι, οπότε δεν παίξαμε, το παιχνίδι το δικό τους έπαιξαν, και το έπαιξαν καλά: όλα προχωρούν βάσει σχεδίου εκπονημένου με εξάντα και διαβήτες—, αλλά εδώ στη Βουλή οι απτόητοι φασίστες του ΣΥΡΙΖΑ αντί να λουφάξουν ως όφειλαν, μπροστά στο επερχόμενο χάος και στη φτώχεια, απειλούν με ξύλο τους βουλευτές της Αντιπολίτευσης, με αρχηγό έναν Βούτση, έναν επικίνδυνο άνθρωπο που τόλμησε να μιλήσει απαξιωτικά —αν έχεις τον Θεό σου, δυνάμει μου αναγνώστη— για τις μειοψηφίες: ένας εχθρός της Δημοκρατίας, φασίστας ολκής, χιτλερίσκος, που δεν αξίζει άλλο από τη χλεύη μας. [§] Ζούμε και υπάρχουμε, και θα ζούμε και θα υπάρχουμε, μόνο για τις μειοψηφίες, τις μειονότητες, και τα πρόσωπα. Ζούμε και υπάρχουμε, και θα ζούμε και θα υπάρχουμε, μόνο για ΕΝΑΝ. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να λογιστεί σαν Δημοκρατία πάρεξ ο σεβασμός του προσώπου, της μονάδας, του Άλλου, του ενός. [§] Επικίνδυνος άνθρωπος — επικίνδυνοι άνθρωποι. Κάποια στιγμή θα ελεγχθούν και θα τιμωρηθούν βέβαια από τη Δημοκρατία. Γιατί η Δημοκρατία, στο τέλος, πάντα κατισχύει διά της τρομεράς βίας των όπλων της. [§] (Κι όσο για πολλούς από δαύτους, πάλι σαν τρελοί θα τρέχουμε να τους προστατεύουμε πριν να τους παραλάβουν οι θεσμοί…) [§] Ναι, από ειδήσεις δεν είχαμε τίποτε ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον φάγαμε κάτι καταπληκτικά μπιφτέκια με πουρέ που έφτιαξε η Κ., κάναμε και οι τρεις μαζί μια μεγάλη βόλτα, ο Α. κατακουράστηκε μα το κατευχαριστήθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί με θορυβώδη ροχαλητά, οι δυο μας περνάμε το βράδυ με ταινίες και τέτοια, μας περιμένει ένα Σαββατοκύριακο γεμάτο απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια με τρομερές, τρομερές, τρομερές δουλειές και υποχρεώσεις. Πάλι τα μισά θα προλάβουμε, κι όσα προλάβουμε θα τα προλάβουμε με την ψυχή στο στόμα. [§] (Μα και πάλι: γιατί; Γιατί… [§] Γιατί; Δεν ξέρω. Γιατί έτσι πάει).
Αυτό που πάει κάποιον πίσω είναι το δίπολο βεβαιότητες-εκλογίκευση (όχι ότι λέω καμιά σοφία), αλλά —όπως καθετί συντηρητικό— είναι το ίδιο ακριβώς που κρατά κάποιον στο παιχνίδι: ο φόβος, η ατολμία, φυσικά και η εχθρότητα, και όλα τα συναφή, είναι καθοριστικοί και κρίσιμοι παράγοντες εξέλιξης, ο αλτρουισμός δεν βοήθησε καμία αμοιβάδα, κανέναν ελέφαντα, και τίποτε απ’ ανάμεσα, στο κόλπο της τροφικής αλυσίδας. Ποτέ, και κανέναν. Σε αντίθεση με την τρισκατάρατη συντήρηση. Όμως κάπου εδώ μπαίνει αυτό που αφελώς, ίσως, λέμε πολιτισμός, σωστά; Εννοώ τα εμφανώς «καλά» κομμάτια του πολιτισμού, τους Παρθενώνες, τα Σινικά Τείχη, την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ, τέτοια. [§] Πάμε πάλι: οι βεβαιότητες, σαν άλλη διανοητική άρμη, μπορούν να συντηρήσουν (ξανά αυτή η λέξη, ξανά και ξανά αυτή η ίδια απαίσια, ολοζώντανη λέξη) την παράλογη πίστη σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, στο καταφανώς κωμικό καταστατικό ενός κόμματος, στη βαμμένη αίμα σημαία μιας πατρίδας, παντού. Και φυσικά μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις αντίστοιχες βεβαιότητες των αιώνιων αντιπάλων, διατηρώντας σε καλά επίπεδα τον πόλεμο. Προχωράμε με κλειστά μάτια σε ένα δωμάτιο που κάπως, αχνά, θυμόμαστε τη διαρρύθμισή του: με μικρά βήματα, με φόβο, με την καρδιά μας να χτυπάει σαν ταμπούρλο, με κάτι άγνωστο να παραμονεύει στις γωνίες. Οι βεβαιότητες είναι αυτό το γκρίζο πανί στα μάτια μας, που μας τυφλώνει και μας προφυλάσσει. Και η εκλογίκευση ο μεγάλος εχθρός, ο άρχων του ψεύδους, ο φαρμακός της λογικής, ο δηλητηριαστής του ορθού λόγου — ο προστάτης, ο φύλακας-άγγελος της νέας και απαλής σαν πισινός μωρού ανθρωπότητας με τα κόκκινα δάχτυλα και τα μαύρα νύχια και τους χορτασμένους σάρκα κυνόδοντες. [§] Οι Παρθενώνες, τα Σινικά Τείχη, η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ είναι κολοφώνες του πολιτισμού, ναι, και είναι χτισμένα όλα τους πάνω στις βεβαιότητες του ανθρώπου, και θύματα των εκλογικεύσεών του — θρησκείες, κράτος, εξουσία, φόβος, ρατσισμός, φιλοδοξία, εμμονή αθανασίας. Τι παράλογο γιν-γιανγκ. Και ανθρώπινο, πόσο ανθρώπινο. [§] Σε λίγο καιρό, τα δύο μεγάλα στρατεύματα όπου είμαστε χωρισμένοι, εμείς κι εμείς, εμείς κι αυτοί, μέλλει να συγκρουστούμε, οπλισμένοι με τα ίδια διανοητικά φαρμάκια. Δεν έχει σημασία ποιος έχει δίκιο εδώ, ή γιατί. Σημασία θα έχει μόνο ο πόλεμος. Άλλωστε, μακροπρόθεσμα, στο ευρύ πεδίο, δίκιο δεν έχει ποτέ κανείς. Ούτε και άδικο, αν με ρωτάς. Όλα είναι αληθινά, όλα επιτρέπονται. (Αυτό το τελευταίο ήταν μότο σε ένα παλιό μου βιβλίο, ειλικρινά δεν θυμάμαι σε ποιο, παραλλαγή της ρήσης του Γέροντος του Βουνού, του αρχηγού των Ασασίνων. Το λέω για να μην το παρανοήσεις, δυνάμει αναγνώστη μου). [§] Η Κ. πήγε στον Σταυρό σήμερα, έμεινα σπίτι μόνος με τον Α., δούλεψα κάπως, κοιμηθήκαμε αγκαλιά το μεσημέρι, αφού φάγαμε μαζί μια χωριάτικη με αυγά, πήγαμε παρέα να αλλάξουμε «κασέτα» στο Seven, τα είπαμε εκεί με τον Τ.Φ. —έχει γούστο που είμαστε τελείως αντίπαλοι πολιτικά, αλλά από κοντά λέμε μόνο αγάπες—, γυρίσαμε κουρασμένοι, η Κ. επέστρεψε αργά, πέρασε πολύ ωραία στο χωριό, είδαμε την ταινία που πήρα (τον Chef του Φαβρό, μας άρεσε), κάτι πήρε το μάτι μου το πρωί στο Twitter για τον Τσίπρα (είναι κωμικός, δυσάρεστος μεν, κωμικός δε — και υπηρέτης πολλών αφεντάδων με πολλούς παράδες…), δεν συγκράτησα κάποια σημαντική είδηση, μάλλον δεν συνέβη κάτι της προκοπής. Στην Ελλάδα.
Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου σήμερα, ο Παυλόπουλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε κάτι λουδίτικο και ανελλήνιστο συγκεχυμένο («Η ιστορία του βιβλίου, στο πλαίσιο της ιστορίας του Παγκόσμιου Πνεύματος γενικώς, αποδεικνύει ότι ήταν, είναι και θα παραμείνει το καταλληλότερο μέσο, προκειμένου η πληροφορία να πορεύεται προς τον κατά την φύση της προορισμό της. Δηλαδή την τελική νομοτελειακή μετατροπή της σε γνώση και σοφία») κάνοντάς σε να απορείς πώς διάολο γίνεται και τέτοιοι άνθρωποι έχουν κάνει καριέρα και δουλειές που αποφέρουν μεγάλα κέρδη και παχυλούς μισθούς πολύ ψαγμένο, άλλοι θα πουν άλλα, και, ενώ τα βιβλία θάλλουν παγκοσμίως έχοντας καταστεί trend (παρά την γκρίνια για τις πρακτικές τής Amazon: θα ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα για τους εκδότες και τους συγγραφείς, ας ψωνίζουν πρώτα φτηνά οι καταναλωτές όπου γης και θα τα βρούμε και τα υπόλοιπα), στην Ελλάδα το αποχαιρετούμε σιγά-σιγά. Μόνο οι περί τον χώρο ξέρουν πόσο ακριβό είναι το εκτυπωτικό χαρτί, πόσο πολύ πιο ακριβή είναι οποιαδήποτε ποιότητα πλην τής χειρότερης, του λεγόμενου «χάρτου γραφής», και πως όλο με όλο εισάγεται. Από πάντα. Δεν φτιάχνουμε χαρτί για εκτυπώσεις εδώ, τέτοια βιομηχανία δεν έχουμε, ξεπερνά τα τεχνολογικά διαθέσιμα αυτού του βαλκανικού χερσότοπου, όμοια με τη διαστημική βιομηχανία ή αυτή των βιομικροκυκλωμάτων. Ήδη εδώ και δέκα χρόνια (η βιβλιαγορά χτυπήθηκε πρώτη από την επελαύνουσα Κρίση, κι ας μην καταγράφηκε επισήμως αυτό) το τοπίο έχει αλλάξει με τη σαρωτική μείωση του τιράζ στις 9 από τις 10 εκδόσεις (από τις 3.000-4.000 στα 500 με 1.000 κομμάτια) και στη σύμπηξη δύο διακριτών κατηγοριών: το αγοραστικό κοινό μοιράστηκε σε έναν ολοένα διογκούμενο μεν πυρήνα αναγνωστών βαρέως τύπου, αλλά που κατ’ ανάγκην παραμένει μικρός (σκάρτες 5.000 άνθρωποι που συνιστούν τους κυρίως αναγνώστες, τους επιλεκτικούς, τους εστέτ, τους ρέκτες, τους «βιβλιόφιλους», και άλλους 4 φορές τόσους που μοιράζονται κατά ομάδες-ομάδες στα ευπώλητα της προκοπής), και σε μία μάζα καταναλωτών ελαφριάς λογοτεχνίας, που βέβαια είναι αυτή που συντηρεί όλη την αγορά και που αυτήν ακριβώς που οφείλουμε να τιμούμε με προσευχές και θυσίες καθημερινώς — γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν ούτε τα «καλά» βιβλία, ούτε οι «σοβαροί» Οίκοι, ούτε τα περί τη λογοτεχνία και τις εκδόσεις Μέσα, ούτε κανείς μας: οτιδήποτε ποιοτικό στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αγοράς, και η αγορά είναι μεγάλη, και είναι περίπλοκη, και είναι οργανική, δεν είναι κομμάτια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Χωρίς τις 100.000 πωλήσεις ανά τίτλο τής όποιας αγίας Μαντά, ο χι εκδότης τού ψι ποιητή δεν θα ήταν εκδότης αλλά οδηγός ταξί ή μεσίτης ή ψητάς, και ο ψι ποιητής δεν θα κρατούσε τώρα στα χέρια του τη συλλογή του να καμαρώνει, ακόμη και αν την πλήρωνε (όπως και σήμερα κάνει, πάλι κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 90%). Το βιβλίο είναι λούσο, και κατιτί περιττό, εξ ου και περιθωριοποιήθηκε πέντε χρόνια, κοντά, πριν το ξέσπασμα της Κρίσης, ακριβώς από τα γενεσιουργά αίτιά της: τα μπουζούκια δεν κομποζάρουν με τον Μουρακάμι. (Αλλ’ όμως χάρις στα μπουζούκια κυκλοφορεί χρήμα, και γίνεται, σε κάποιους μικρούτσικους μεσοαστικούς κύκλους, γνωστός ο Μουρακάμι: κάτι τσιμπάει ο πολιτισμός κι από κει). Σήμερα, κι ενώ εντός της Κρίσης παρατηρούμε μία απατηλή άνθηση (φέρ’ ειπείν, ποτέ πριν δεν είχαμε τόσο πολλή σύγχρονη πεζογραφία μεταφρασμένη στα ελληνικά, αν και μόνο από 10 όλους κι όλους Οίκους, αν λέει κάτι αυτό), θα περιθωριοποιηθεί ακόμη περισσότερο: θα γίνει πανάκριβο. Και για ένα μακρό διάστημα μετά το Hellenexit και την παύση των εισαγωγών θα χαθεί εντελώς, θα χαθεί πέρα για πέρα, και κάποιοι θα σπάνε βιβλιοπωλεία. Και όλοι μας θα δανειζόμαστε και θα ανταλλάσσουμε παλαιότερες εκδόσεις. Τα ίδια θα γίνουν και με τα προϊόντα αλεύρου, που επίσης εισάγεται, οπότε τα ρεφενέ τραπεζώματα θα δίνουν και θα παίρνουν. Ξανά. [§] (Πρέπει να τα καταφέρω να γράψω γυναικείο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να τα καταφέρω). [§] Ειδήσεις άλλες δεν έχουμε, δεν έγινε κάτι ενδιαφέρον στη χώρα, τα γνωστά με την αφαίμαξη, με την πλήρη αποστράγγιση των αποθεματικών, τέτοια. Η Ελλάς προχωρεί ακάθεκτη προς το πουθενά της. [§] Η Κ. με τον Α. έκαναν μία πολύ μεγάλη βόλτα το μεσημέρι, γύρισαν μες στα χαμόγελα. Φάγαμε τα ψάρια που έμειναν από χτες. Και σαλάτες. Και αυγά. Είμαστε καλά, πολύ καλά.
Η Pantone, 53 ετών μαγαζί σήμερα, παράγει 1.677 διαφορετικά χρώματα και αποχρώσεις βασικών χρωμάτων, και το Minion Yellow που λάνσαρε μόλις, το χρώμα «της ελπίδας, της χαράς, της αισιοδοξίας», είναι το πρώτο σε όλη την γκάμα της που παίρνει το όνομά του από έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα — ή καλύτερα από μία ομάδα χαρακτήρων. [§] Πέρασα πάρα πολλά χρόνια της ζωής μου με τον κατάλογο της Pantone στα χέρια, τον ξεφύλλισα εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες φορές, ψάχνοντας για το κατάλληλο χρώμα για ένα ακόμη εξώφυλλο, μία ακόμη πρόσκληση, άλλο ένα διαφημιστικό για ένα καινούριο βιβλίο. Πολλές φορές επέλεγα το λάθος χρώμα, αλλά τι σημασία έχει πια αυτό. Είχα μάθει και πολλά χρώματα με τον κωδικό τους, όχι όσα οι τυπογράφοι βέβαια, αλλά αρκετά: πολλά κόκκινα, κάποια μπλε, ένα πορτοκαλοκαφέ που χρησιμοποιούσα συχνά και σε διχρωμίες και (μια παραλλαγή του) στην τετραχρωμία. Παίζαμε, τότε, και με τα χρώματα και τις εκτυπώσεις, καμιά φορά (ειδικά όταν είχαμε να κάνουμε με τυπογράφο όχι υψηλού επιπέδου, που θεωρούσε ας πούμε τη ματζέντα «κόκκινο της φωτιάς», ή το κόκκινο της φωτιάς «ροζ») πειραματιζόμασταν πάνω στην όφσετ, «σβήνοντας» απαλά με τον ίδιο τσίγκο το χρώμα στα πρωτογράμματα για να δούμε τι θα προέκυπτε, ή απλώς προσθέτοντας λίγο ακόμα μαύρο (ένα ψέμα) στο μίγμα, ή ακόμη απλούστερα σβήνοντας ένα φως. (Ποτέ δεν τα πληροφορούνται οι εκδότες αυτά). Και έζησα να δω, τώρα που πια δεν ασχολούμαι καθόλου με την τυπογραφία, την απίθανα μεγάλη αυτή εταιρεία, τη μία και μοναδική Pantone, που τώρα λάνσαρε και το Minion Yellow, να αλλάζει, να εκσυγχρονίζεται, να καινοτομεί, να αγκαλιάζει τις δημιουργίες ενός πελώριου αριθμού καλλιτεχνών, σχεδιαστών, ανθρώπων των εκδόσεων, του Τύπου, του βιβλίου. Και να αλλάζει, να χρωματίζει τη ζωή μας όλη. [§] Αν δεν κάνω πολύ μεγάλο λάθος, αυτή είναι η είδηση της ημέρας. Και ο ντόρος, βέβαια, γύρω από το αν επιτρέπεται (Θε μου, φύλαγε) να τραγουδήσει ή όχι ο Ρουβάς Θεοδωράκη. Αλλά αυτό αφορά την κακόμοιρη Ελλάδα, μια χώρα που προσπάθησε κάποια περίοδο να προσποιηθεί την Ευρωπαία. Αλλά που απεδείχθη Μαντάμ Σουσού, και τα μάζεψε. [§] Οι υποκλίσεις του εθνικιστή ραγιά Κοτζιά στους Ρώσους δεν συνιστούν είδηση αλλά κατάσταση. Την κατάσταση του ανδρός. [§] Δεν μπόρεσα να πάω στην παρουσίαση του Λεξικού της Δεκαετίας του ’80, είχε πάντως πολύ κόσμο, ήταν πολύ επιτυχημένη, μου τα μετέφερε όλα η Κ., που πήγε. Ήρθαν, φυσικά, ο Παναγιωτόπουλος και ο Βαμβακάς από την Αθήνα, και ίσως τους δούμε αύριο — ή σήμερα, τέλος πάντων. Χαίρομαι ν’ ακούω καλά νέα γι’ αυτό το βιβλίο, όχι μόνο επειδή είναι σπουδαίο (που είναι), αλλά επειδή είναι και τόσο ακριβό σαν έκδοση: πρέπει να βγάλει τα λεφτά του, ανυπερθέτως. Και το «Επίκεντρο» του Παπασαραντόπουλου πρέπει να συνεχίσει να αγωνίζεται. Δεν υπάρχει άλλος που να το κάνει. Όχι με βιβλία, πάντως. Μόνο αυτός. [§] Ο Παπασαραντόπουλος υπήρξε αρχαίος εργοδότης μου, ήδη από τις αρχές (όντως· κι ας ακούγεται αστείο) της δεκαετίας του ’80, τότε επί «Παρατηρητή», στα ξεκινήματα του Οίκου, σε κείνους τους ηρωικούς καιρούς: στα γραφεία δίπλα στο Αλλατίνη και, πιο μετά, πέρα μακριά, στο Μύλο. Εκεί, στο Μύλο, θυμάμαι που πήγαινα με τα πόδια, μία ώρα-και περπάτημα, κι άλλο τόσο, συν λίγο περισσότερο, για να γυρίσω πίσω μετά τη δουλειά (βιαστικές διορθώσεις, που δεν σήκωναν καθυστέρηση: αλλιώς έπαιρνα, κανονικά, τα ρολά στο σπίτι μου). Δουλεύαμε στη φωτοσύνθεση τότε, που ακόμη ελάχιστοι ήξεραν να τη χειρίζονται καλά. Και πολύ λίγοι έμαθαν να τη δουλεύουν στο επίπεδο που την έμαθε ο Μπαλής, ας πούμε. Αλλά για τον Μπαλή και την Καλλιδρομίου θα πω άλλη φορά. [§] Είμαστε κουρασμένοι, η Κ. αποκοιμήθηκε στον καναπέ, ο Α. ροχαλίζει στα πόδια μου, πήγε μιάμιση, όλη μέρα νιώθω να νυστάζω και ότι πρέπει να κοιμηθώ. [§] Ο πατέρας μου μας έφερε ψάρια το μεσημέρι, τα τηγάνισε η μάνα μου πρωί-πρωί: μπαρμπούνια. Τα φάγαμε κρύα το απόγευμα, ήταν πολύ ωραία. [§] Είμαι κουρασμένος, τι να 'χω άραγε;
Δεν υπάρχει κανένας επαρκής λόγος για πολιτικές αναλύσεις, αφ’ ης στιγμής η Κυβέρνηση κατάφερε να μαζέψει ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε για να μαζευτεί (πλην εκκλησιαστικής και αθωνικής περιουσίας) ώστε να βγάλει η χώρα μάξιμουμ τον Απριλομάη. (Διαβάζω: «Κατατέθηκε στη Βουλή για να κυρωθεί η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία τα διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, των Δήμων, των Περιφερειών και όσων ασφαλιστικών ταμείων το επιθυμούν μεταφέρονται προς επένδυση στην Τράπεζα της Ελλάδος». «Η μισθοδοσία του συνόλου των υπαλλήλων και των εργαζομένων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις Περιφέρειες και τους Δήμους της χώρας καλύπτεται μόνον για 15 ημέρες». «Ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης θα εισηγηθεί να μην εφαρμοστεί η ΠΝΠ ως προδήλως αντισυνταγματική, ενώ για ευθεία παραβίαση του Συντάγματος κάνει λόγο ο περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Κώστας Μπακογιάννης, ανακοινώνοντας την απόφασή του για προσφυγή της περιφέρειας στο Συμβούλιο της Επικρατείας»). Πολύ απλά, όταν θα δουν πως πλέον δεν υπάρχει δραχμή τσακιστή για να κλαπεί, ή που θα υπογράψει μέσα στον επόμενο μήνα μία εξόχως σκληρή συμφωνία με τη Δύση για να μην αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας, ή που θα φύγει σαν κυρία, ή (ως ανήκουστα ανόητη) και τα δύο. Ή που θα φάμε τις σάρκες μας. [§] Δεν βλέπω πώς θα αποφύγουμε αυτό το τελευταίο. Η χώρα-παρίας κάποια στιγμή θα κοιταχτεί στον καθρέφτη, θα φρίξει, και θα τα γκρεμίσει όλα. Και ο Καμμένος έχει τα τανκς. [§] Στο μεταξύ, «ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Ντέιβιντ Πιρς χαρακτήρισε “profoundly unfriendly act” την ψήφιση από την κυβέρνηση του νόμου που επιτρέπει την πρόωρη αποφυλάκιση τρομοκρατών, όπως ο Σάββας Ξηρός». Στον πόλεμο Ελλάδος-ΗΠΑ, να με λογίζετε από τώρα αμερικανοτσολιά. [§] Επίσης στο μεταξύ, μας δουλεύει η (επικίνδυνη) Δούρου: «Προσοχή, αν χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα έρθει η Ακροδεξιά». Τη φοβάμαι πολύ. Όχι την Ακροδεξιά (που κυβερνά ήδη και που κάνει αγκαλιές με τη Δούρου), τη Δούρου φοβάμαι. Και όχι μόνο επειδή ο κολλητός της έχει τα τανκς. Τη φοβάμαι καθαυτήν. [§] Θυμάμαι: «Είχαμε λίγα λεφτά. Πολύ λίγα. Ήταν το ’89-’90, κι εκεί στη Φειδίου, στο ισόγειο (κατέβαινες ένα-δυο σκαλάκια), πουλούσαν γραφομηχανές, και ταινίες για γραφομηχανές. (Η δίχρωμη ήταν σουξέ: μαύρο-κόκκινο. Το κόκκινο έμενε ανέπαφο όσο το μαύρο κομμάτι της λουρίδας κουρελιαζόταν, αλλά όταν ήταν σε καλή τιμή έπαιρνες χωρίς σκέψη τη δίχρωμη ταινία κι έγραφες και με κόκκινο μελάνι — γιατί όχι;) Δεν πουλούσαν μόνο: νοίκιαζαν κιόλας. Εδώ που τα λέμε, βασικά νοίκιαζαν, παρά πουλούσαν. Ποιος ν’ αγοράσει; Σίγουρα όχι τύποι σαν εμένα, με πορτοφόλι σαν και το δικό μου. Και μπορούσες να διαλέξεις από μια μεγάλη ποικιλία. Εμένα μού άρεσε μια ωραία βαριά Olivetti —θα ’ταν και δέκα κιλά, μπορεί και παραπάνω— που δεν μπλόκαρε ποτέ και που άπαξ και την απίθωνες στο τραπέζι δεν κουνιότανε με τίποτα. Και, ξέρω γω, έδινε στο γράψιμό σου μια κάποια βαρύτητα. Είχαμε και μια μανία τότε “εμείς οι τυπογράφοι”, μιαν ιδιοτροπία, βγάζαμε “έξω” τα πνεύματα (δεν μ’ εννοείς), χρησιμοποιούσαμε μόνο μια συγκεκριμένη ποιότητα χαρτιού (μα τελικά βάζαμε νερό στο κρασί μας), και κάτι τέτοια περίεργα που τα ’χω μισοξεχάσει. Τη νοίκιαζα αυτή την Olivetti με τη βδομάδα. Μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, απ’ το σπίτι στη Φειδίου, απ’ το σπίτι στη Φειδίου, μέχρι να ξαναβρώ λεφτά να την ξανανοικιάσω για να συνεχίσω το βιβλίο. Μπρος-πίσω. Μπρος-πίσω. Εννιά μήνες, βδομάδα παρά βδομάδα. Ωραίες εποχές — δεν θέλω να τις ξαναζήσω». Δεν βρήκα πότε τα έγραφα αυτά, πάνε κάποια χρόνια. Δεν θυμόμουν καν αυτό το κείμενο και δυσκολεύτηκα να το βρω, αλλά δεν θα ξεχάσω εκείνες τις εποχές, ποτέ μου. Ήταν για το Δώδεκα, που τελικά βγήκε το ’91 στον Καστανιώτη, και που πολτοποιήθηκε δυο-τρία χρόνια μετά. (Δυστυχώς, δεν έχω κανένα αντίτυπο απ’ αυτό το βιβλίο. Για κάποιο λόγο, μάλιστα, έχει βγει και από τον κατάλογο του Καστανιώτη. Ίσως έτσι να γίνεται καμιά φορά στα outofprint που κατέληξαν να γίνουν χαρτοπολτός για φακέλους και κιβώτια). Πολύ μετά αγόρασα τη δική μου γραφομηχανή, μια ηλεκτρονική που ποτέ δεν την αγάπησα, αλλά πιο πριν, α, πιο πριν μού είχε δώσει ο πατέρας μου τη δικιά του, που την έχω ακόμα στη θήκη της, την αγαπώ και την ξέρω απέξω, ξέρω πότε θα κολλήσει και με ποιους, ακριβώς, συνδυασμούς γραμμάτων, ξέρω τον κάθε της ήχο, ξέρω πότε γράφω καλά και πότε κάνω λάθη. Μια γλυκιά Brotherείναι, μικρή, κομψή, πολυτονική φυσικά (η ηλεκτρονική δεν ήταν), χαδιάρικη σαν γάτα, σχεδόν γυρνά μόνη της αράδα, με ένα ρονρόνρισμα . Και μπορεί όποτε θέλει να σου ματώσει τα δάχτυλα. Κάποτε μου τα μάτωνε, και μου τα μάτωνε καλά. Τώρα πια δεν ματώνουν τα δάχτυλά μου. [§] Θα επανέρχομαι συχνά στις γραφομηχανές, άλλωστε δεν ξέρω και πολλά διαφορετικά πράγματα. [§] Αύριο, τελικά, ξεκινώ το βιβλίο μου. Άργησα, άργησα τρομερά. Ντρέπομαι. Αλλά το ξεκινάω, και δεν πρέπει να λιγοψυχήσω. [§] Για τη δίκη των ναζί αντιγράφω αποσπάσματα από το πρώτο report τουGoldenDawnWatch(http://goldendawnwatch.org/?p=725): «1η Συνεδρίαση. […] Στις 20 Απριλίου 2015 στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού ξεκίνησε η πολυαναμενόμενη δίκη της κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά και απλών μελών της Χρυσής Αυγής, για σωρεία κακουργηματικών και πλημμεληματικών παραβάσεων του Ποινικού Κώδικα […]. Η δίκη αυτή είναι πρωτοφανής για τα ελληνικά δικαστικά, πολιτικά, αλλά και κοινωνικά χρονικά, γιατί, εκτός από την φύση των κατηγοριών σε βάρος μιας ολόκληρης κοινοβουλευτικής ομάδας και τον πρωτόφαντο αριθμό των παραγόντων της διαδικασίας, η ορθή τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων, αλλά και η μορφή της τελικής της έκβασης αποτελούν εξαιρετικά κρίσιμο διακύβευμα για τον σύγχρονο ελληνικό και παγκόσμιο (νομικό και όχι μόνο) κοσμοπολιτισμό. […] Η αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων προβλέπεται από το Νόμο, προκειμένου να εξασφαλίζει την διαφάνεια της διαδικασίας, και αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση για τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων μερών (κατηγορουμένων, θυμάτων), αλλά και της κοινής γνώμης. […] Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των δημοσιογράφων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο […] η εναρκτήρια συνεδρίαση διεξήχθη στην εν λόγω αίθουσα [μέσα στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού]. Οι αρμόδιες αρχές όμως δεν είχαν φροντίσει για την κατάλληλη διαμόρφωσή της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον de facto αποκλεισμό του κοινού. [Οι] συνήγοροι της οικογένειας του Παύλου Φύσσα επιβεβαίωσαν ότι δύο μάρτυρες ήταν απόντες από τη συνεδρίαση, επειδή δέχτηκαν επίθεση έξω από το χώρο του δικαστηρίου και υπέστησαν σωματικές βλάβες. […] Η συνεδρίαση ξεκίνησε στις 09:1. […] Παρόντες στη διαδικασία ήταν 44 κατηγορούμενοι. Απόντες και εκπροσωπούμενοι από τους νομικούς τους εκπροσώπους ήταν 24 κατηγορούμενοι [ο κατηγορούμενος Αντώνιος Μπολέτης απεβίωσε]. Ο κατηγορούμενος Νικόλαος Παπαβασιλείου δήλωσε ότι δεν εκπροσωπείται από συνήγορο και ζήτησε από το δικαστήριο να του διορίσει συνήγορο. Η έδρα διόρισε δύο συνηγόρους από τον κατάλογο των αυτεπαγγέλτως διοριζόμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και στη συνέχεια διάβασε τα ονόματα των μαρτύρων. […] Το δικαστήριο στις 11:05 διέκοψε τη συνεδρίαση για τις 7 Μαΐου 2015, προκειμένου να ενημερωθούν οι διορισθέντες συνήγοροι του κ. Παπαβασιλείου επί της δικογραφίας. Με την απόφαση της Έδρας περί διακοπής ολοκληρώθηκε η 1η συνεδρίαση του 1ου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου στην επόμενη συνεδρίαση να νομιμοποιηθούν οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής και να εξετασθεί εκτενώς το κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής αίθουσας συνεδρίασης του δικαστηρίου». [§] Η Κ. είναι ακόμη στη δουλειά (κι έχει πάει 1 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα), ο Α. κοιμάται στα πόδια μου, εξουθενωμένος.
Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτόν το μαθητή, αλλά τον σηκώνεις στον πίνακα γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι πρέπει να μάθει να κάνει για να πάρει τα γράμματα. Ξέρεις πως δεν θα φας αυτό το λαχανικό, αλλά το ποτίζεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα το νοστιμευτεί και θα γεμίσει την κοιλιά του με δαύτο. Ξέρεις πως δεν θα ξαναψαρέψεις μ’ αυτά τα δίχτυα, αλλά τα μπαλώνεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα πιάσει ωραίες γλώσσες μ’ αυτά, και θα τις πουλήσει στη σκάλα, και μια —την πιο παχιά— θα την πάει στο παιδί του. Ξέρεις πως δεν θα ξαναπεράσεις αυτό το κατώφλι, αλλά το σκουπίζεις όπως κάθε μέρα όλα αυτά τα χρόνια, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και γιατί κάποιοι θα το διαβούν αύριο για ν’ αγοράσουν ένα πακέτο τσιγάρα, κι ας δουλεύει άλλος το μαγαζί με τα ψιλικά και τις χρωματιστές εφημερίδες. Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτά τα μάτια, αλλά γι’ αυτά γράφεις αυτό το ποίημα απόψε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί έτσι γινότανε πάντα με τα ποιήματα, και γιατί θα τα ξαναφιλήσεις κι εσύ, κάποτε, αυτά τα μάτια, μέσα από τα φιλιά κάποιου άλλου, αυτού που θα μείνει. Κι έπειτα εσύ, ο ποιητής, ο έμπορος, ο ψαράς, ο μπαξεβάνης, ο δάσκαλος, αχ! όλοι μαζί, θα συναντηθείτε, κρύες σκιές, κρύες σκιές, μαζί μ’ άλλους τόσους κι άλλους τόσους κι άλλους τόσους, και θα πάρετε ο ένας φωτιά από το τσιγάρο του άλλου, και η καύτρα θα φεγγίζει σαν μικρός φάρος, και οι βάρκες θα έρθουν και θα σας πάνε με μουσκεμένα μπατζάκια στη λάντζα, κι εκείνη θα σας φέρει ατάιστους στο πέλαγος, με τα χείλια να λένε ονόματα και να παρακαλάνε για νερό, και μετά το νερό θα πει, «Νά ’μαι», και θα σας πάρει μ’ ένα ρούφηγμα όλους στην αγκαλιά του, και θα σας σφίγγει, θα σας σφίγγει όπως ξέρει να σφίγγει το νερό, και κάποιους θα σας ξεβράσει έξω, κι άλλους —τον ποιητή, τον έμπορο, τον ψαρά, τον μπαξεβάνη, τον δάσκαλο— θα σας κρατήσει εκεί χαμηλά, εκεί βαθιά, ν’ ανάβετε ο ένας το τσιγάρο του άλλου με την ίδια πάντα πεινασμένη καύτρα. [§] Δανείζομαι μία καταχώριση από το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού, Οι Ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα Ημερολόγιο του 2014 (εκδόσεις «Πόλις»). Την Πέμπτη 3 Ιουλίου. Γράφει ο Μητσός: [§] Να ένας ωραίος χαρακτηρισμός. Ούτε «λαθρομετανάστες», που είναι προσβλητικό, ούτε «παράτυποι μετανάστες», που ακούγεται πολύ correct. Ζόμπι. Μία λέξη, πέντε γράμματα, που τα λέει όλα. Ζωντανοί νεκροί, ούτε ζωντανοί ούτε νεκροί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις, έτσι όπως είναι στοιβαγμένοι στις βάρκες, αν αναπνέουν ή όχι. Εξωγήινα και τερατώδη όντα, που έρχονται να κλέψουν τις δουλειές μας και να μας ρουφήξουν το αίμα. Φυγάδες και εισβολείς ταυτόχρονα. Ο όρος ανήκει στον Χανίφ Κουρέισι, τον εξήντα δύο ετών Βρετανό συγγραφέα πακιστανικής καταγωγής που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από σενάρια όπως το Ωραίο μου πλυντήριο και βιβλία όπως ο Βούδας των προαστίων. «Ζόμπι είναι οι πρόγονοί μου», λέει σε συνέντευξή του στη La Repubblica. «Είμαστε εμείς, προτού ενσωματωθούμε. Σχεδόν όλοι έχουμε υπάρξει μετανάστες, στην ιστορία κάθε ευρωπαϊκής οικογένειας υπάρχει ένας πατέρας ή ένας παππούς που έφυγε πάμφτωχος με κατεύθυνση έναν Βορρά πιο πλούσιο και ελπιδόφορο». Για τον Κουρέισι, πίσω από τη στάση των Δυτικών πολιτών και Μέσων ενημέρωσης απέναντι στους μετανάστες βρίσκεται πρώτα απ’ όλα η οικονομική κρίση: όταν υπάρχει κρίση, ο κόσμος αναζητεί έναν αποδιοπομπαίο τράγο, και ο μετανάστης είναι ένας ιδανικός ένοχος: έρχεται από μακριά, μιλά μιαν άλλη γλώσσα, είναι πεινασμένος, βρόμικος, κατεστραμμένος. Ένα ζόμπι, δηλαδή. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έρχονται μετά, αφυπνίζονται από την κρίση και τον λαϊκισμό. Έτσι συνέβαινε πάντα. Όταν ήταν μικρός, τα ζόμπι και οι εξωγήινοι στο Λονδίνο ήταν οι μετανάστες από το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές. Τώρα είναι οι απελπισμένοι από το Σουδάν. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο η κρίση και ο ρατσισμός (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, υπήρχε πάντα, με κρίση ή χωρίς, και θα συνεχίσει να υπάρχει). Είναι και η δική μας αδιαφορία, ημών των «υγιών» και απροκατάληπτων, η ανία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα θέματα των «Τριτοκοσμικών». Είναι αυτό που λέει ο πατέρας Ζεράι: «Οι θάνατοι των μεταναστών που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη είναι το προϊόν μιας άρρωστης σχέσης ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο του πλανήτη». Ο Μούσι Ζεράι γεννήθηκε το 1975 στην Ασμάρα, που ανήκε τότε στην Αιθιοπία και σήμερα είναι πρωτεύουσα της Ερυθραίας. Όταν ήταν εφτά ετών, ο πατέρας του συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία, αλλά τους δωροδόκησε και κατάφερε να διαφύγει στην Ιταλία. Εκείνα τα χρόνια ήταν πιο εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο. Ο Ζεράι τον ακολούθησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά ο πατέρας του είχε πια ξαναπαντρευτεί και δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα παιδιά του. Χάρις σ’ έναν Βρετανό ιερέα, απέκτησε άδεια παραμονής. Και ύστερα ανακατεύτηκε με τους Scalabrinians, μια θρησκευτική οργάνωση που βοηθά τους μετανάστες. Δούλεψε πολλά χρόνια μαζί τους, οργάνωσε διαδηλώσεις, ασκούσε πίεση στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Την τελευταία φορά που επισκέφτηκε την Ερυθραία για να αποχαιρετήσει τη γιαγιά του που τον είχε μεγαλώσει, άφησε τον αριθμό του τηλεφώνου του σε μερικούς φίλους της οικογένειας. Εκείνοι τον έδωσαν σε άλλους, και σύντομα ο Ζεράι άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα από Ερυθραίους στη Λιβύη, το Σουδάν, την Αίγυπτο. Ήταν πια ο άνθρωπός τους, ο ήρωάς τους, ο σωτήρας τους. Το τηλέφωνό του είναι γραμμένο στους τοίχους των φυλακών στη Λιβύη. Όταν εκατοντάδες μετανάστες θαλασσοπνίγονταν τον περασμένο Οκτώβριο σε ένα από τα τρομακτικότερα ναυάγια έξω από τη Λαμπεντούζα, αυτόν τον αριθμό έγραψε μια γυναίκα στον τοίχο μιας καμπίνας. Πίστευε πραγματικά ότι ο πατέρας Μωυσής μπορούσε να τους σώσει. Όσοι ναυαγούν στο πέρασμα από τη Λιβύη προς την Ιταλία τηλεφωνούν συνήθως στον Ζεράι, ο οποίος καταγράφει τις συντεταγμένες τους και ειδοποιεί τις ιταλικές Αρχές. Όταν δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, βγαίνει στην τηλεόραση και καταγγέλλει τους υπευθύνους, ή τέλος πάντων εκείνους που αυτός θεωρεί υπευθύνους. Σύμφωνα με την ιταλική ακτοφυλακή, έχει βοηθήσει στη διάσωση τουλάχιστον 5.000 ανθρώπων. Αλλά η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Αυτό που προτείνει ο ίδιος είναι να ανοίξει η Ευρώπη έναν «ανθρωπιστικό διάδρομο» —όπως γίνεται συνήθως για τη διάσωση των αμάχων από πολεμικές ζώνες— ώστε να μην είναι αναγκασμένοι οι μετανάστες να στηρίζονται στους λαθρεμπόρους. Θα πρέπει επίσης η Ευρώπη να ανοίξει τις πρεσβείες της στη Λιβύη και το Σουδάν σε όσους ζητούν άσυλο. Για απελπισμένους ανθρώπους μιλάμε, σε τελευταία ανάλυση. Όχι για ζόμπι. [§] Σήμερα ξεκινήσαμε τη συνεργασία στην εκπομπή με τον Ευτύχη Βαρδουλάκη, έκατσε μία ώρα στο τηλέφωνο, ήταν όπως πάντα σπουδαίος και σοβαρός και στιβαρός. Μετά παίξαμε τραγούδια, είπαμε για κάτι ταινίες που είδαμε στο βίντεο, κλείσαμε, ήρθαμε στο σπίτι αφού περάσαμε για δυο λεπτά από το Νερό που Καίει, ταΐσαμε τον Α., φάγαμε κι εμείς από δυο φέτες τυρί του τοστ, πιάσαμε τα βιβλία μας και μείναμε να κοιτάμε ο καθένας τη δικιά του λέξη. Και ίσως το δικό του όνομα. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται — μάλλον.
Είναι ίσως εκείνη η μακρά εποχή του έτους που ακόμα και τα λίγα και απαραίτητα που έχεις να κάνεις σε κουράζουν περισσότερο από μια κανονική δουλειά, κι είμαστε και οι δυο ξαπλωμένοι στον καναπέ, τυλιγμένοι με μια φλις κουβέρτα, από μισή ο καθένας, και γυρνάμε με το ζόρι τις σελίδες (άφησα τον Καναδά και ξεκίνησα τον Κύκλο του Dave Eggers που μου φαίνεται λιγότερο απαιτητικός, είμαι συνέχεια μες στην κούραση), ο Α. κοιμάται με θόρυβο αλλά ανοίγει και το ένα μάτι όποτε κάνουμε κάποια κίνηση άλλη από το γύρισμα της σελίδας, η Κ. τον έβγαλε το απόγευμα και πήγαν μια μεγάλη βόλτα πέρα ψηλά στην Αγίας Σοφίας και κουράστηκε, δεν ήταν και πολύ καλά σήμερα ούτως ή άλλως κι αυτός, από το πρωί, δεν αντέχω να γυρίσω την ταινία στο Seven και θα χρεωθούμε με ένα επιπλέον ευρώ (χαλάλι: δεν αντέχω, πήγα και στο σουπερμάρκετ, έκανα και εκείνη την κριτική, είναι κι αυτός ο περίεργος καιρός, η περίεργη εποχή, κουράστηκα πολύ), δεν είδα κάτι να ’γινε σήμερα όσο σκρόλαρα στο Twitter, τα ίδια και τα ίδια, ο Κρούγκμαν μάς είπε να δεχτούμε «έναν έντιμο συμβιβασμό αντί μιας έντιμης εξόδου από το ευρώ», καθώς μία έξοδος αυτή τη στιγμή θα ήταν «κόλαση» και «εφιάλτης», ο Βαρουφάκης μάς θύμισε ότι θα έχουμε κραχ τον Μάιο, οκέι το ξέρουμε, το κακό δεν είναι το κραχ —που λέει ο λόγος, ναι;—, το κακό είναι πως οι δανειστές δεν θα κάνουν τα στραβά μάτια στη μονομερή εκ μέρους της Ελλάδας ενέργεια, της μη τήρησης των συμπεφωνημένων: αν τα έκαναν, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διαχειριστεί με πολύ-πολύ-πολύ ευφάνταστους τρόπους το γεγονός ότι δεν θα μπορεί, φευ, να καταβάλλει ούτε μισθούς και συντάξεις τους αμέσως επόμενους μήνες, όχι μόνο τις δόσεις του χρέους, πράγμα που θα λειτουργούσε δίκην θρυαλλίδος και ενδεχομένως να έριχναν οι δημόσιοι υπάλληλοι το γκουβέρνο, γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι μόνο μπορούν να το ρίξουν, αλλά αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα, στην πραγματικότητα το πιστωτικό γεγονός θα καταγγελθεί αυτεπαγγέλτως, οπότε τα ποσοστά των συγκυβερνώντων θα πάνε στο 50-60% μέσα σε μια έμπλεη πανηγυρισμών μέρα και μια καταυγασμένη από γερμανικές φλεγόμενες σημαίες νύχτα, και θα κάνουν αμέσως εκλογές και κάπου εκεί θα παγιωθεί ό,τι έχει αρχίσει να σέρνεται από τα τέλη του Γενάρη και μετά, οπότε θα πάει για τις ελληνικές καλένδες το σενάριο περί στροφής, μετακίνησης, ή «γλιστρήματος», του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κεντροαριστερά, κάτι που θα συνέφερε τους πάντες αλλά όχι την ελληνική εντροπία, κάτι επίσης γίνεται με την Κωνσταντοπούλου στην τηλεόραση (ή στη Βουλή; δεν ξέρω), αλλά η Κωνσταντοπούλου είναι τόσο είδηση όσο και οι ψευτομετεγγραφές που γεμίζουν τις αθλητικές εφημερίδες τον Αύγουστο ίσα-ίσα για να πουλήσουν κι αυτοί οι έρμοι κανένα φύλλο στους λουόμενους, που εν γνώσει τους διαβάζουν ό,τι διαβάζουν, όλοι ξέρουν το μη-μυστικό, γίνονται και κάτι μετασεισμοί, ευτυχώς, στην Κρήτη και εκτονώνεται το πράγμα, χαζολογάμε στο Facebook με τα τρέιλερ των ταινιών του καλοκαιριού και των Χριστουγέννων μπας και ξεχαστούμε και μπας και δεν το χάσουμε τελείως, για τους ίδιους λόγους ξεφυλλίζουμε και κάτι ξένα περιοδικά, η αντιπολίτευσή μας (που μόνο αυτή μπορεί να κάνει κάτι για να σταματήσει η κατρακύλα: αν μη τι άλλο να ενημερώσει τον κόσμο τι του ξημερώνει), η αντιπολίτευσή μας, λέω, μάλλον χαζολογάει επίσης στο Facebook και κατά τα άλλα είναι αδρανής και 100% ένοχη για όλο το θανατικό που έρχεται, οι φασίστες ξεσαλώνουν μετά την «άλωση» του Εχίνου μεγαλοπαρασκευιάτικα και καίνε τζαμιά στη Θράκη, αύριο-μεθαύριο θα ξεσηκωθεί ο κόσμος εκεί και θα ’χουμε δράματα, όπως πολλά είναι να γίνουν, άλλωστε, και στην Αθήνα απέναντι στους μουσουλμάνους αλλά και απέναντι στην εβραϊκή κοινότητα από τους ναζί, όπως πάντα βέβαια όταν η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από εθνικολαϊκισμό κι όταν το ψωμί παίρνει να ακριβαίνει, αυτά είναι παλιά όσο και η πολιτική και όσο οι πόλεις και όσο οι αγορές που φτιάξαν τις πόλεις. [§] Είναι Παρασκευή, κι όλη η μέρα μοιάζει σαν Κυριακή βράδυ, φθινόπωρο. [§] Είχε καραβάκια σήμερα, απ’ αυτά για τους τουρίστες, σχεδόν άνοιξε η σεζόν, κάνουν βόλτες αλλά με λίγους επιβάτες βέβαια, αύριο ίσως θα ’χουν περισσότερους, και μάλιστα κάνουν βόλτες, δόξα τω Θεώ, χωρίς μουσική, ή μάλλον χωρίς μουσική που να ακούγεται ώς το σπίτι, πέρσι υποφέραμε επί μήνες, όλο το βράδυ, όλο το βράδυ ώς τα χαράματα σκυλάδικα και σκυλάδικα, ή μάλλον όχι σκυλάδικα, τα σκυλάδικα μια χαρά είναι στο contextτους, στα τουριστικά καραβάκια, την Κλειώ, την Αργώ και την Αραμπέλλα, παίζουν σκυλοπόπ — μια μέρα, εγώ ο γενικά άμουσος, να θυμηθώ να γράψω για τις κατηγορίες του τραγουδιού, προσβάλλομαι που κράζουν το έντεχνο ενώ έντεχνος, π.χ., είναι ο Μούτσης, για να μην πω ο Χατζιδάκις, μπερδεύοντας τους πάντες με τους Πλιάτσικες και τους Πυξ-Λαξ. Τέλος πάντων, μια άλλη μέρα. Όλα θα τα κάνουμε, όλα θα γίνουν. Όλα θα γίνουν μιαν άλλη μέρα.
Δεν έκανα την κριτική που μου ζήτησε ο Η.Κ., δεν ασχολήθηκα καν, θα την κάνω όμως ανυπερθέτως αύριο (εν πάση περιπτώσει: σήμερα, σωστά;), ούτε διάβασα το βιβλίο μου (άρχισα τον Καναδά του Φροστ, λένε πως είναι σπουδαίος), ούτε ξεκίνησα το δικό μου, το άφησα με τις δυο πρώτες αράδες του και τη σελίδα τίτλου του, έκανα από το πρωί πολλά μικρά, μικρά, μικρά πράγματα αλλά τίποτε ουσιαστικά, και τίποτε «παραγωγικό», ας πούμε πήγα στο ταχυδρομείο να παραλάβω ένα δέμα που είχε μέσα δύο τσάντες και ένα τισέρτ, έγραψα ένα κείμενο οπισθοφύλλου και συνέταξα τα κειμενάκια για τα αυτιά ενός μυθιστορήματος που επιμελήθηκα, τέτοια πράγματα, πράγματα μικρά-μικρά και διόλου παραγωγικά, αλλά πράγματα που σου τρώνε τη μέρα με τα επίμονα δοντάκια τους, που σου τη ροκανίζουν, και κοιμήθηκα κιόλας το μεσημέρι, και δεν παρακολούθησα καν και τις ειδήσεις, έμεινα στις πρωινές μόνο, στη γραφικά ναζιστική επίθεση των συριζαϊκών μίντια και των κολαούζων τους στους μεταλλωρύχους, κι επειδή γράφω και δημοσιεύω για το θέμα πολύ-πολύ before it was cool 'n' obvious, κι επειδή έχω φάει και τις αναλογούσες επιθέσεις και τις συναφείς απειλές και πρέπει να πάρουν άλλοι σειρά για να μου τα πουν, κι επειδή τώρα πια είναι καιρός να αναλάβουν άλλοι το θέμα με τις Σκουριές, και να αναλάβουν ταυτοχρόνως και τις ευθύνες τους, που λέμε (αργά-αργά, αλλά και σήμερα αυτομάτως, κάποιοι κατάλαβαν τι παίζει και άρχιζαν να το «διεδίδουν»), αρκούμαι πλέον να γυρίζω μες στη Ναβαρίνου, πηγαίνοντας να αλλάξω το DVD στο Seven, με τζόκεϊ Hellenic Gold φορεμένο μια στάλα λοξά και να περιμένω πότε θα με καρφώσουν με κανένα κατσαβίδι και πόσοι θα ’ναι που θα το κρατάνε αυτό το κατσαβίδι από όλο αυτό το συρφετολόι των οικοναζί, που είναι απείρως πιο επικίνδυνοι από τους κάφρους τους Χρυσαυγίτες, αν μη τι άλλο επειδή οι τελευταίοι δηλώνουν ορθά-κοφτά ότι μισούν τον άνθρωπο, και μάλιστα το ξέρουν ότι τον μισούν, δεν τρυπάν τις πλάτες τους να μπήξουν φτεράκια, ενώ οι οικοναζί ούτε το λένε, ούτε —κυρίως— το ξέρουν, μισούν τον άνθρωπο τυφλά, όπως μια ύαινα μισεί ολόκληρο το περιβάλλον της επειδή όλοι οι υπόλοιποι ένοικοί του είναι δυνάμει άρπαγες της τροφής της, των πτωμάτων που ονειρεύεται κάθε πρωί στη φωλιά της στο χώμα, με το στόμα κολλημένο στο στόμα μιας άλλης ύαινας, φίλης κι αδελφής, και με τα χνότα τους να αγκαλιάζονται και να ανακατώνονται και να συστρέφονται και να γίνονται ένα, να γίνονται ένα μεγάλο και ωραίο, μια υαινική ανασαιμιά. [§] Βγήκε το δεύτερο teaser των Star Wars: The Force awakens, και όλοι έχουμε εκστασιαστεί, ειδικά βλέποντας το πλάνο με τον Χαν Σόλο, φέτος βγαίνουν τόσο πολλές με τον τρόπο τους η καθεμία σημαντικές ταινίες, που θα μνημονεύουμε το ’15 σαν τη χρονιά που ο κινηματογράφος ανέβηκε όσα level είχε ανεβεί την τελευταία εικοσιπενταετία και βάλε. Πολύ χαίρομαι που το ζει όλο αυτό η ανθρωπότητα, είναι ασύλληπτα σημαντικό. Όπως ασύλληπτα σημαντική είναι η δουλειά που κρύβουν οι τέτοιες ταινίες: χιλιάδες άνθρωποι που ο καθένας τους είναι τρομερά αξιόλογος (για να μην αναφερθώ σε σένα, δυνάμει μου αναγνώστη, εγώ ούτε τον λάτε τους είμαι σε θέση να τους σερβίρω — ή, αν θες, το ελληνικό Twitter να ’χει πέντ’-έξι τέτοιους συνολικά), από ένα πλήθος ειδικοτήτων, με κάτι τσουβάλια πτυχία, εργάζονται παθιασμένα σε πανηγυρικά υψηλό επίπεδο επί χρόνια και νυχθημερόν και με χωρίς να το λένε για να κατασκευάσουν όλοι τους μαζί ένα έργο υψηλής τέχνης (πάντα η Τέχνη κατασκευάζεται, δεν επινοείται, δεν γεννιέται, δεν «δημιουργείται» από κάνα ταλέντο): αυτό που συνήθως λέμε ποπ (και, ναι, που έχει και χώρο για όλη τη σαβούρα που μπορεί να παραχθεί: η Τέχνη δεν είναι νησί, δόξα τω Μεγαλοδυνάμω). [§] Σεισμός 6,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ σημειώθηκε σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ανατολικά της Κρήτης στις 21.07. [§] Ο Βαρουφάκης είναι μία τραγική περίπτωση. Κάποιος από τους οπαδούς του θα τον χτυπήσει μια μέρα και θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε. Λυπάμαι από τώρα για τη βία που άθελά του (γιατί είναι βλαξ και αμορφωτάκι) γεννά, βία που φυσικά θα πέσει κάποια στιγμή επάνω του. Δεν μπορώ όμως να κάνω κάτι — τα επισημαίνω χρόνια, αλλά δεν είμαι κανείς για να με ακούσουν. Κανείς μας δεν είναι. Όχι, τουλάχιστον, απ’ όσους αποστρεφόμαστε τη βία. Προσωπικά μόνο να λυπάμαι μπορώ, και μόνο να λυπάμαι τα καταφέρνω — κάπως. Και να φοβάμαι (αφόρητα) αυτή τη βία που γεννούν οι βλάκες και τα αμορφωτάκια στιλ Βαρουφάκη. Και που φυσικά θα πέσει επάνω τους, από τους οπαδούς τους. Τι κρίμα. Τι φρίκη. Τι αναίτιο αίμα. [§] Η φτώχεια θα ’ναι το λιγότερο που θα ’χουμε να αντιμετωπίσουμε. Η φτώχεια και η πείνα. Το λιγότερο. Η φτώχεια και η πείνα θα ’ναι το λιγότερο. Τα άλλα είναι που θα μας πονέσουν. [§] Ποτέ πριν καμιά χώρα δεν αλώθηκε από μια τόσο χαμηλής δυναμικότητας συμμορία απατεωνίσκων. [§] Κυκλοφόρησαν τα GalaxyS6 και S6 Edge, από 769 και 899 ευρώ αντιστοίχως, σε ένα κατάστημα Public στη Γλυφάδα, αν θυμάμαι καλά, είχαν σηκώσει μια γιγαντοοθόνη σήμερα (χθες, whatever), δεν ξέρω πόσος κόσμος πήγε. [§] Έφαγα ψωμί, τυρί και δυο φέτες σαλάμι. Η Κ. έφαγε στο Κανάλι, γιόρταζαν συνάδελφοί της και κέρασαν μεζεδάκια. Είδαμε μια ταινία του Τζέιμς Φράνκο, δεν ήξερα πως ήταν και (καλός) σκηνοθέτης, μας άρεσε πολύ. Ο Α. μεγαλώνει μαζί μας, κυρίως με το στόμα του (φωνάζει, δαγκώνει, τρώει, γλείφει). Κι όπως μού έλεγε σήμερα η πολύ καλή φίλη παλιά δημοσιογράφος Ο.Σ., δεν κάνει να στενοχωριέμαι, όταν δεν θα ’χουμε για την τροφή του, θα τρώει ό,τι κι εμείς. Μια χαρά θα τα πάει. [§] Έτσι πιστεύω κι εγώ. Μια χαρά θα τα πάει, ναι. [§] Έρχεται κάτι άσχημο: πόλεμος. Και πόλεμος.
Σήμερα είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess. Ξεκίνησα το βιβλίο, άνοιξα ένα καινούριο αρχείο στο Word, έγραψα το όνομά μου, από κάτω έγραψα τον τίτλο, από κάτω του έγραψα με κεφαλαία: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ και από κάτω κι απ’ αυτό έγραψα 2015, και μετά διαμόρφωσα το έγγραφο, κανόνισα τα μεγέθη των γραμμάτων, τα κέντρα και τις αποστάσεις, τα ’κανα όλα σωστά και όπως πρέπει, έπειτα πήγα στη δεύτερη σελίδα του εγγράφου, έγραψα 1 και από κάτω τον τίτλο του πρώτου Κεφαλαίου, και από κάτω και από αυτά τις δύο πρώτες αράδες του βιβλίου, και μετά έσβησα το 1 γιατί ο τίτλος —όπως κι εδώ, στο Ημερολόγιο—, ή μάλλον οι τίτλοι των Κεφαλαίων είναι ημερομηνίες (του πρώτου Κεφαλαίου είναι Τετάρτη, 15 Απριλίου), οπότε λοιπόν δεν χρειάζονται αρίθμηση (δεν το ’χα σκεφτεί από πριν: ανοησία, φάουλ), και έκανα ακόμη λίγη μορφοποίηση στο έγγραφο και το ξανακοίταξα όλο και το βρήκα σωστό, αλλά πριν απ’ όλα αυτά, το πρωί, είχα πολλές μικροδουλειές και τα σχετικά με το καινούριο βιβλίο τα έκανα το μεσημέρι, μετά τις 12, και ήμουν ήδη, όχι κουρασμένος, αλλά κάπως ξεφουσκωμένος, πάντα θέλω να ξεκινώ να γράφω νωρίς το πρωί, έχοντας μόνο δει την αλληλογραφία μου στα πεταχτά, τίποτε άλλο, απολύτως τίποτε άλλο, οτιδήποτε άλλο επιχειρώ ή μου επιβάλλεται να κάνω καταφέρνει με τον τρόπο του και μου αποσπά την προσοχή, μπορώ να δουλεύω ή να γράψω μια κριτική, ας πούμε, ή οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι το βιβλίο, όχι το βιβλίο μου, είναι μια ψυχαναγκαστική εμμονή αυτό, ή τέλος πάντων μια συνήθεια από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω εύκολα, παρά ταύτα έκανα ότι άλλαξαν τα πράγματα πλέον, άλλωστε όλα έχουν αλλάξει, όλα, ότι τάχα μπορώ και πρέπει να το κάνω, να δουλέψω δηλαδή, να αρχίσω το βιβλίο, να γράψω τις 2.000 λέξεις μου, αλλά μου τηλεφώνησε ο Η. μετά, κατά τις 2 νομίζω, και μου ’βαλε μια δουλειά για το περιοδικό, και θα χρειαστώ όλη την αυριανή ημέρα, δηλαδή τη σημερινή, για να την κάνω, οπότε το βιβλίο πάει για την Παρασκευή τώρα, μία ημέρα μετά το πρόγραμμα που είχα καταρτίσει τον Ιανουάριο (είχα πει: Ξεκινώ στις 16 Απριλίου το βιβλίο), οκέι, μικρό το κακό, αρκεί πάντα να τελειώσω 31 Μαΐου, να μην μπω στον Ιούνιο, άλλωστε μιλάμε για μικρό βιβλίο πάλι, δεν είμαι πια σε θέση για μεγάλη φόρμα, αλλά είναι ένα κακό αυτό που δεν χρειάζεται να με ρίχνει, έτσι κι αλλιώς —δηλαδή είτε μικρό είτε μεγάλο— το βιβλίο τα ίδια θα πουλήσει (και τα ίδια θα σημαίνει για την Ιστορία της Πεζογραφίας — αστειεύομαι), εφόσον εκδοθεί δηλαδή, γιατί πάντα υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, σωστά; που είναι και το βασικό, για να μην πω το βασικότερο όλων, πάνω και από το ίδιο το γράψιμο, να εκδοθεί, και κατόπιν να βγάλει τα έξοδά του (έξοδα παραγωγής του σελιδοποιημένου αρχείου, εκτύπωσης, βιβλιοδεσίας, διάθεσης, διακίνησης, εμπορίας, διαφήμισης, ποσοστό παγίων λειτουργικών εξόδων της εκδοτικής εταιρείας που του αναλογεί, όλα αυτά), αυτά τα δύο είναι τα πιο βασικά, η έκδοση και η απόσβεση του κόστους, το γράψιμο είναι μια αναγκαία, μια αναγκαστική διαδικασία, χωρίς καμία χάρη, χωρίς καμία ανταπόδοση, χωρίς τίποτα, χωρίς καν πρωτεία. [§] Είχα γράψει κάτι συμβουλές προς νέους συγγραφείς πέρυσι, στο Facebook, μετά μου το ζητούσανε εκείνο το ποστ κάποια παιδιά, αλλά πού να το βρω με τόσα στάτους που ανεβάζω, τέλος πάντων κάποιος από όλους αυτούς (άγνωστός μου) έψαξε στη Σελίδα μου και το βρήκε και μου το ’στειλε, οπότε το έσωσα κι εγώ σ’ ένα αρχειάκι, και νά το — έχει πλάκα βέβαια να δίνω εγώ συμβουλές σε συγγραφείς, συγγραφέας που έχει όριο τις 2.000 πωληθέντα αντίτυπα, κι αυτό μια-δυο φορές όλες κι όλες, η Κόκκινη Μαρία, φέρ’ ειπείν πούλησε τα μισά απ’ αυτά (και είχε μία, μία μόνο κριτική — αρνητικό ρεκόρ πασών των εποχών, δεν έγραψαν καν οι φίλοι στα σάιτ, στα ιστολόγια —τι λέξη…— και στις εφημερίδες, φαντάσου), αλλά τέλος πάντων αυτές ήταν οι συμβουλές μου, κάνω κόπι-πέιστ εκείνο το ποστ: [§] Για να γράψεις, εννοώ: για να γράφεις, συστηματικά και κανονικά, με ωράριο, όχι στη χάση και στη φέξη, δηλαδή για να κάνεις μια από τις πιο δύσκολες χειρωνακτικές εργασίες (η συγγραφή είναι χειρωναξία, λυπάμαι αν σου είπαν το αντίθετο), φρόντισε τα παρακάτω: 1. Να είσαι ξεκούραστος, να έχεις φάει (αλλά όχι πολύ -- εντέλει: να μην πεινάς), να 'χεις πιει (νερό και τα συναφή, ποτέ αλκοόλ), να μην έχεις έγνοιες και προβλήματα, οικονομικά, επαγγελματικά, συναισθηματικά. Η συγγραφή σε θέλει απερίσπαστο, σε θέλει ΕΚΕΙ, και «εκεί» σημαίνει απάνω της, σαν φαντάρος που ορμά σε όρυγμα, σε εχθρική φωλεά πολυβόλου, όχι με σπουδαιοφανές ύφος εντομολόγου που παρουσιάζει άλλη μια πεταλουδίτσα. Θυμήσου ότι δεν είσαι καταραμένος συγγραφέας, δεν ζεις στο Παρίσι και δεν είναι Μεσοπόλεμος. 2. Να γράφεις με ωράριο, και να το τηρείς απαρεγκλίτως. Χωρίς Σάββατο και Κυριακή. Αλλά όχι μία ώρα μόνο: δύο μίνιμουμ, 6 μάξιμουμ. Ακόμη καλύτερα, γράφε με όριο λέξεων κάθε μέρα: αλλά όχι μοναχά 100 και 200, εκτός αν έχεις θέσει ταβάνι τις σελίδες τού «Μικρού Καουμπόη». Φρόντισε να έχεις στο τσεπάκι τις 2.000. Για αρχή, όμως, οι 1.000 είναι καλές: οι λιγότερες δεν είναι καλές. 3. Να ξέρεις από πριν τι θέλεις να γράψεις και whodunnit, μην αυτοσχεδιάζεις: οι ήρωες και οι καταστάσεις που βιώνουν είναι δικά σου, δεν είναι του γείτονα. Αυτό το «Αφήνω τους χαρακτήρες του βιβλίου μου να αυτενεργούν» σ' το ψιθυρίζουν οι εχθροί σου, άνθρωποι που δεν σε συμπάθησαν ποτέ. 4. Να γράφεις με πυκνότητα και χωρίς επιρρήματα και επιθετικούς προσδιορισμούς, εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. Μην πλατειάζεις, να θεωρείς την κάθε λέξη στο βιβλίο σου κεντρική, μείζονος σημασίας, εκ Θεού. Οπότε: το 'χουν όλες αυτό το χαρακτηριστικό; Όχι; Όχι. Ωραία, σβήσ' τες -- και, κυρίως, μη τις γράφεις. Μόνο στα πρωινάδικα πλατειάζουν, γιατί οι υπέργηροι τηλεθεατές δεν προσέχουν τι λέγεται, κοιτούν απλώς τα κορίτσια με τα εσώρουχα. 5. Να γράφεις «είπε», και μόνον «είπε». Άντε και κανένα «απάντησε». Εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. 6. Να γράφεις γραμμικά, απόφευγε τα χρονικά πίσω-μπρος. Άσ' το αυτό, είναι για πιο μετά, ας πούμε για μετά τα 75 σου, όταν βγεις στη σύνταξη και εφόσον δεν είσαι λάτρης της αθλητικής ειδησεογραφίας -- οπότε καλύτερα ασχολήσου με την μπάλα γενικώς και την ομάδα σου ειδικώς. 7. Να διαβάζεις Bell, Bell, Bell: είναι μεγάλο σχολείο, και το μόνο σχολείο. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν είναι δάσκαλοι. Και σίγουρα δεν είναι δάσκαλοι για σένα. Κι αν διάβασες κάπου ότι ο τάδε επηρεάστηκε από τον Μούζιλ, φέρ' ειπείν, θυμήσου ότι ο τάδε είναι μεγάλος συγγραφέας και του πήρανε συνέντευξη. 8. Να μην περιγράφεις όνειρα. Εκτός και αν απειλούν τη ζωή των παιδιών σου. 9. Να μην ξεχνάς ότι ο Εσωτερικός Μονόλογος είναι ο #1 εχθρός σου, και θέλει να σε δει πίσω από τα κάγκελα μιας σκληρής φυλακής, κατηγορούμενο για παιδεραστία. 10. Να διαβάζεις, να διαβάζεις, και κατά βάσιν να διαβάζεις: η συγγραφή είναι ο πασατέμπος για τον ελεύθερο χρόνο του βιβλιόφιλου. [§] Σήμερα, από ειδήσεις, επειδή είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess, κι έχω νεύρα, και όλα μού φταίνε, και δεν θέλω και πολλά, δεν είδα τίποτε, απολύτως και εντελώς τίποτε, απλώς οσμίζομαι πως άλλοι δυο-τρεις, άντε τέσσερις συμπατριώτες μου μάθανε πως θα χρεοκοπήσουμε, θα πάμε στη δραχμή, η όποια κυβέρνηση θα είναι αυταρχική-εθνικοσοσιαλιστική με κομουνιστική εσάνς, θα ζούμε αλά Αλβανία επί καθεστώτος, και πέσανε απ’ τα σύννεφα με ένα ηχηρό γκντουπ, ένα γκντουπ που ακούστηκε δυνατά κι έκανε τα τζάμια σ’ όλα τα σπίτια να τρίξουν. Απομένουν άλλα δέκα-έντεκα εκατομμύρια, ή κάτι τέτοιο, για να το μάθουν και οι υπόλοιποι. [§] Θα δούμε μία ταινία τώρα, είναι 23:30. Φάγαμε σαλάτα για βράδυ, ο Α. κοιμάται στα πόδια μας.
Σήμερα (ή, κατά τον τίτλο, χθες) τελείωσα το ομορφότερο και βιαιότερο βιβλίο που διάβασα εδώ και πολύ καιρό, το Πόλεμος και πόλεμος του Λάσλο Κρασναχορκάι, που έβγαλε η «Πόλις» σε σπουδαία μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, ένα βιβλίο που διάβαζα για κοντά εφτά μέρες, λίγο-λίγο, σαν από φόβο, τόσο σαν φόβο, μάλλον, μην τυχόν και δεν μου αρέσει —γιατί το περίμενα με πάθος και το διαφήμιζα δεξιά-αριστερά καιρό τώρα και είχα μιαν έγνοια μην τυχόν και είχα πέσει έξω: ανόητη έγνοια—, όσο και από φόβο καθαυτόν: από φόβο απέναντι στις λέξεις του Κρασναχορκάι, στη Βαβέλ των προτάσεών του, στους πύργους των φράσεών του, στις μεγάλες αποστάσεις που καλύπτουν, τρέχοντας και κουτρουβαλώντας προς τα πάνω, ολοένα προς τα πάνω, πριν κατακρημνιστούν στα χάη που άνοιξαν οι ίδιες, διαρκώς αυτοσυντριβόμενες και ολοένα επαναγεννημένες, από φόβο απέναντι στις αλυσιδωτές συστοιχίες λέξεων του Κρασναχορκάι που σκαρφαλώνουν και γκρεμίζονται, πετούν και καταρρίπτονται («…οι φράσεις ήταν καλά δομημένες, οι λέξεις, τα σημεία στίξης, οι τελείες, τα κόμματα, όλα ήταν ωραία τοποθετημένα, κι ωστόσο […] όλα όσα συνέβαιναν στο τελευταίο μέρος μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια λέξη: κατάρρευση […] γιατί οι φράσεις έμοιαζαν να τρελάθηκαν, μόλις άρχιζαν, ανέπτυσσαν αμέσως υψηλότερη ταχύτητα, ανασκουμπώνονταν και έπιαναν να τρέχουν με ξέφρενη ταχύτητα […] η γλώσσα εξεγειρόταν, έπαυε να εκπληρώνει την αρχική της λειτουργία, άρχιζε μια φράση και δεν ήθελε πια να σταματήσει […] μια ατέλειωτη φράση που κοπίαζε να είναι όσο πιο ακριβής και υποβλητική μπορούσε, ανατρέχοντας σε όσα η γλώσσα επέτρεπε και δεν επέτρεπε […] σαν ένα παζλ που η λύση του ήταν ζωτικής σημασίας […] ήταν σαν κάθε φράση […] να ήταν ζωτικής σημασίας, σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου» — σσ. 262-63), λέξεις και συστοιχίες και καλά κρυμμένες φωλεές λέξεων που δείχνουν πράγματα τρομακτικά, φρικώδη, πράγματα της απελπισίας και του χαμού, που τη μια τα καταλαβαίνεις και τα κάνεις κτήμα σου, και την άλλη τα ξεχνάς, σου διαφεύγουν, παραλλάσσουν και μασκαρεύονται ξανά και ξανά και ξανά, σε ένα διαρκές παιχνίδι νοημάτων φτιαγμένων από ένα αρχετυπικό, πλην τόσο ταπεινό, κρεμμύδι, που κρύβει μέσα του και αποκαλύπτει πάντα, και ξαναθάβει αμέσως μετά, μια ή περισσότερες επικίνδυνες αλήθειες, αλήθειες που είναι και δεν είναι προφανείς, που τις έχεις ή δεν τις έχεις ξανακούσει ή ξανασκεφτεί, μα δεν έχει σημασία αυτό, δεν χρειάζεται καν να το καταλάβεις, ή να το καταλάβεις απολύτως, ή να είναι «ορθό» («…η ορθότητα ενός συλλογισμού, όσο αξιοσημείωτη κι αν είναι, δεν εξαρτάται από την ακρίβεια ή την ανακρίβειά του […] αλλά από την ομορφιά του […] αυτή η ομορφιά είναι που μας κάνει να πιστέψουμε στην ακρίβειά του» — σ. 25), κι όλα αυτά ενώ ξέρεις, ενώ έχεις σιγά-σιγά μάθει πως στο τέλος τίποτε δεν μπορεί να έχει νόημα, πραγματικό νόημα, νόημα που να μπορέσει να επηρεάσει τη ζωή σου («…εάν απέμενε να διατυπωθεί μια μόνο πρόταση ακόμα, εγώ θα τη διατύπωνα ως εξής, αγαπητή μου δεσποινίς: όλα αυτά δεν έχουν νόημα, κανένα απολύτως νόημα — αλλά απομένουν ακόμα πολλές προτάσεις να διατυπωθούν, κι αρχίζει να χιονίζει» — σ. 200), κι ενώ, ακριβώς επειδή διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο, αυτό το βιβλίο, σου έρχεται μια διάθεση να το παρατήσεις ή να παρατήσεις τα πάντα, να παρατήσεις αίφνης τη δουλειά σου ή τη συναναστροφή με το συρμό, ή να παρατήσεις όλα τα άλλα απλώς και μόνο για να συνεχίζεις να το διαβάζεις («…καμιά φορά έχω διάθεση να σταματήσω τα πάντα, να εγκαταλείψω τα πάντα, γιατί κάτι σπάει μέσα μου, και νιώθω κουρασμένος» — σ. 174), ή, ακόμη χειρότερα, ενώ φοβάσαι μην τελικά έξω έχει σκοτάδι, κι ας λέει το ρολόι, ή ας έλεγε πέντε λεπτά μόλις πριν, ότι ήταν μέρα, κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί πως πέρασαν μόνο πέντε λεπτά και όχι πέντε ώρες ή πέντε μέρες, ίσως τελικά έξω να είναι πια σκοτεινά («…σκέφτομαι πως δεν υπάρχει τίποτε μετά […] θα πέσει πυκνό σκοτάδι, θα γίνει μια μεγάλη διακοπή ρεύματος, και μετά ακόμα κι αυτό το μεγάλο σκοτάδι θα σβήσει» — σ. 149), ενώ φοβάσαι, τελικά συνεχίζεις και συνεχίζεις, έστω και με φόβο, έστω και παρεμβάλλοντας τη ζωή σου απ’ ανάμεσα, συνεχίζεις διαβάζοντας γρατσουνισμένος («…το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης, ήταν ως εάν ο συγγραφέας […] να είχε χρησιμοποιήσει, αντί για στιλό και λέξεις, τα νύχια του, για να χαράξει τα πράγματα στο χαρτί και στον φαντασιακό του αναγνώστη , γιατί, παρόλο που η συσσώρευση των λεπτομερειών, των επαναλήψεων και των εμβαθύνσεων καθιστούσε την ανάγνωση δυσχερή, ωστόσο όλα όσα αναλύονταν, επαναλαμβάνονταν, περιγράφονταν σε βάθος, παρέμεναν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό […] αυτή η επανάληψη δεν δημιουργούσε εκνευρισμό, άγχος ή ανία στον αναγνώστη, όχι, αντιθέτως του πρόσφερε ένα καταφύγιο» — σ. 233) και μένοντας εντέλει, κατά κάποιον τρόπο, ευτυχής, με έναν παιδικό τρόπο ευτυχής, όταν το τελειώνεις. [§] Νομίζω πως ο Λ.Κ. δεν είναι ένας άλλος Μπέρνχαρντ ή Μούζιλ, αλλά ο Κάφκα του καιρού μας. Και, όπως διαβάσαμε εκ των υστέρων εκείνον, καλούμεθα να διαβάσουμε in real time αυτόν. Ίσως, δε, καλούμεθα να τον διαβάσουμε πριν να είναι αργά. [§] Το βιβλίο ξεκινά το 1997, και τελειώνει πέντε χρόνια πριν, με θανάτους πάντα, ή με έναν διπλό θάνατο, τον θάνατο του ίδιου ανθρώπου, του αφηγητή και αφηγουμένου Κόριμ ή, αν θέλουμε, του ίδιου τού Λ.Κ. ως αφηγητή, ως μυθιστοριογράφου. Αλλά στο μεταξύ έχουμε (εννοώ, πριν τον δεύτερο, ή πρώτο χρονολογικά, θάνατο) επισκεφτεί τη μινωική Κρήτη, την Κολωνία του 1869, τη Βενετία του 1423, την Αγγλία του 122, το Γιβραλτάρ του 1493, τη Ζυρίχη του 1997, τη Βαβέλ του βιβλικού Νεμρώδ, αλλά φυσικά, και κυρίως, τη Νέα Υόρκη πάλι του 1997, μια πόλη «πετρωμένη μέσα στην ελπίδα», μια πόλη με πολλούς Πύργους που ξύνουν τον ουρανό, και με πελώρια, πελώρια αδυναμία επικοινωνίας — αλλά και το αντίθετο. Το βιβλίο ξεκινά και τελειώνει, μεν, αλλά ο πόλεμος (αυτή η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση) συνεχίζεται. [§] Σπουδαίο βιβλίο. Σπουδαίο. Ένα βιβλίο λεκτικού τρόμου. [§] Δεν το ήξερα, και το έμαθα διαβάζοντας το επιλογικό Μέρος του βιβλίου: ένα κομμάτι από εδώ δανείζει ο Λ.Κ. στον άντρα που έρχεται να αγοράσει παλίνκα, ρακή, από τον αμαξά στο Άλογο του Τορίνο. Δάκρυσα όταν το κατάλαβα: όταν είδα αυτό το διπλό έργο, του Λ.Κ. και του Μπέλα Ταρ, να συναντιούνται και να χύνεται το ένα μέσα στο άλλο. Και επειδή το μονόλογο αυτόν τον είχα ξεχωρίσει (ξεχωρίζει από μόνος του, βέβαια) όταν είδα το φιλμ, και με είχε στοιχειώσει σχεδόν όσο και τα πλάνα του διαβολικού αγγέλου, του Μπέλα Ταρ. [§] Γνώρισα μάλλον αργά τη Μάγδα Κοτζιά, εννοώ τη γνώρισα στην Αθήνα, εδώ πάνω λίγο μόνο την ήξερα, και κυρίως το βιβλιοπωλείο, όχι τις εκδόσεις, με τις εκδόσεις συνεργάστηκα πολύ μετά, αρχές τού ’87 και για περίπου τρία χρόνια, τα χρόνια που γνώρισα τους μισούς πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους περί το βιβλίο σε όλη την Αθήνα (τους άλλους μισούς τούς γνώρισα μετά, ή και σχεδόν παράλληλα για ένα διάστημα, από τότε που άρχισε να εκδίδει ο Παπαγιώργης και μετά), κυρίως όμως: γνώρισα εκείνην, και όλοι όσοι την έχουν γνωρίσει ξέρουν πως εκείνη αρκούσε: ήταν τα πιο ζεστά, φωτεινά, σκοτεινά μάτια που είχες δει, και περιπαιχτικά, και μια στάλα ειρωνικά, και η πιο ωραία βραχνή φωνή που θα ’θελες ν’ ακούσεις ένα καλοκαιρινό μεσημέρι καθημερινής στην Αθήνα, με τα τσιμέντα να βράζουν και με τα τσιγάρα στο πακέτο σου μετρημένα. Στον πρώτο όροφο της Διδότου με Ζωοδόχου Πηγής ήπια επίσης το πιο πολύ αλκοόλ εν ώρα υπηρεσίας, με κόσμο πολύ και πολύ καλό, με αυτοσχέδια τραπεζομάντιλα (τυπογραφικά φύλλα που απλώνονταν πάνω στα γραφεία και στα δοκίμια, σαλάμι και κασέρι και ούζο και μπίρες και ουίσκι από πάνω, ο Κεμάλ, το λυκόσκυλο τού Θ., να τρώει από το χέρι μου πριν τον πάω βόλτα στου Στρέφη), και κόσμος πολύς, πολύς και πολύ καλός, που άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο όλοι τους άφησαν το σημάδι τους και μας διαμόρφωσαν, και δεν χόρταινα να τους βλέπω, να τους ακούω και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου μαζί τους. Δούλεψα καλά στον «Εξάντα», πέρασε ο καιρός, η Μάγδα δεν ήθελα να πάω υπάλληλος, ήθελε να 'μενα εκεί, σε κείνην, εγώ είχα σχέδια (που δεν ευοδώθηκαν ποτέ) άλλα και πήγα κι έγινα κι έμεινα μια εικοσαετία εκεί, θα πω άλλη μέρα γι’ αυτά, πικραθήκαμε λίγο τον πρώτο καιρό, μετά μας πέρασε, συναντιόμασταν απέναντι, στο καφενείο των φιλίππων, για λίγο, όσο ένα πεντάρι κονιάκ, έπειτα πάει. Πάει. Τέλος. Μείναν τα βιβλία της, αλλά τι να το κάνεις. Και έμεινε και το βλέμμα της, βέβαια, η ματιά της. Αυτό έμεινε επίσης, και αξίζει πιο πολύ. Αιωνία της η μνήμη. [§] Νομίζω ότι, οδηγώντας το κάρο προς την Έξοδο, βγήκαμε και ξαναμπήκαμε στο Σένγκεν σήμερα. Αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. [§] Σήμερα επίσης τελειώσαμε εμείς εδώ στο σπίτι το μοσχαράκι της Κυριακής. Αύριο δεν είπαμε τι θα φάμε. [§] Και τετρακόσια σώματα σπάραξε σήμερα η θάλασσα, τα σπάραξε ο πόλεμος, τετρακόσια, αυτός ο ασταμάτητος, ασταμάτητος πόλεμος.
Με την ολοένα πιο καλά εδραιωμένη, μη πω καλά συγκερασμένη, πεποίθηση ότι κάπου ένας στους δέκα χιλιάδες πατριώτες μου συνειδητοποιεί σιγά-σιγά, αλλά με σταθερότητα στάλας που κρέμεται από την ακρούλα της βρύσης, ότι η κυβέρνηση ούτε ηλίθια είναι ούτε να κερδίσει χρόνο θέλει ούτε σκοπό έχει άλλον παρά να απομονώσει διά παντός από τη Δύση τη χώρα (κάλλιο αργά παρά ποτέ, ξέρω τους λόγους που, όχι γουστάρουν να πιστεύουν τα αντίθετα, αλλά που τους επιβάλλεται να πιστεύουν τα αντίθετα, οπότε και δεν τους ψέγω), ας κάτσω να σκεφτώ τι έγινε σήμερα. Δηλαδή χθες. [§] Πρώτα-πρώτα, πέθαναν ο Γκρας και, μάλλον αδόκητα ως πολύ νεότερος, ο Γκαλεάνο, και φυσικά για τον μεν δεύτερο δεν έγραψε τίποτε κανείς, για τον δε πρώτο ξεκίνησαν τα γνωστά οι συριζαίοι («Χάθηκε ένας φίλος της Ελλάδας, αχ!») και τα εξίσου γνωστά οι δυνάμει συριζαίοι («Κατετάγη στη Βέρμαχτ στα δεκαεφτά του όμως, αυτά δεν τα λέτε»). Για να μην τα πολυλογώ, ο Γκρας είναι απολύτως άγνωστος στη χώρα, βιβλίο του έχει να πουληθεί από τον 20ό αιώνα, και ο Γκαλεάνο μόλις τώρα τελευταία (ουσιαστικά, την τελευταία πενταετία) κάπως άρχισε να κινείται, αφότου δηλαδή αγόρασε τα δικαιώματά του ο «Πάπυρος» (πού τον σκέφτηκαν, ειλικρινά εκπλήσσομαι ώρες-ώρες με τις επιλογές κλασικών εκδοτικών που χάθηκαν για μια γενιά και τώρα προσπαθούν να εκμοντερνιστούν). Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τους σκεπάσει. [§] Κατά δεύτερον, ο Σορεντίνο, μετά την επιτυχία της Τέλειας ομορφιάς (πόσο ανόητη μετάφραση και αυτού του τίτλου...) γύρισε αγγλόφωνο φιλμ, αλλά πολύ χαμηλότερου προϋπολογισμού — εκτός κι αν όλα τα λεφτά πήγαν στον Μάικλ Κέιν, που τον είδα στο τρέιλερ της «Νεότητας» να προσπαθεί να παίξει, ή να μιμηθεί τέλος πάντων, τον Τόνι Σερβίλο. Θα το δούμε, όταν και όποτε. [§] Τι άλλο;... [§] Α! ήταν η δεύτερη μέρα η σημερινή που δεν ανάψαμε κάποιο θερμαντικό: ούτε τη σόμπα του γκαζιού (που άλλωστε δεν έχει γκάζι, η φιάλη σώθηκε την Παρασκευή), ούτε το ηλεκτρικό σώμα λαδιού, ούτε το άλλο με τις αντιστάσεις, που δεν θυμάμαι πώς το λένε. Ο καιρός ζέστανε. Ναι. Δόξα τω Θεώ. Επίσης —σχετικό κι αυτό με τον καιρό— από προχθές (αλλά λησμόνησα να το πω), και λόγω των εορτών του Πάσχα που έφεραν ορθοδόξους τουρίστες στην πόλη, Σέρβους, Βουλγάρους, Μακεδόνες, ξεκίνησαν βόλτες τα τρία καραβάκια, που τα παίρνεις μπροστά από τον Λευκό Πύργο και σου κάνουν ένα μικρό τουρ στο μυχό του Θερμαϊκού. Τα καλοκαιρινά βράδια έχουν και μουσική, σκυλάδικα ή ξένα, μουσική για κλαμπ, και, μολονότι όλο αυτό είναι ανυπόφορο, πουλάει πολύ: η Ελλάδα είναι μπουζούκια και Μύκονος, κι αυτό μοναχά θα είναι πάντα. Σίγουρα, τέλος πάντων, μέχρι να πεθάνω και να ξεχαστώ εγώ, και μέχρι να πεθάνεις κι εσύ, φίλε που τυχόν με διαβάζεις. Και για καναδυό γενιές μετά. Μπουζούκια. Και Μύκονος. (Γιατί, αν δεν θυμάσαι, παίξαμε κάποτε — και χάσαμε). [§] Επίσης εδώ και τρεις ακριβώς μέρες, ήρθαν τα χελιδόνια, και επαναδιεκδικούν τα παλιά τους λημέρια, μ' αυτό το απεχθές κρώξιμο, που σε σκιάζει έτσι που πετούν ομαδόν δέκα πόδια πάνω από το κεφάλι σου καθώς βγάζεις το σκύλο σου βόλτα. Συζητήσαμε με την Κ., ξανά, το ενδεχόμενο να βάζαμε μία ψευδοφωλιά στο μπαλκόνι που βλέπει στη θάλασσα, μπας και έρθει κάποια οικογένεια εδώ. Αλλά δεν ξέρω αν το θέλουμε στ' αλήθεια. Ή αν πρέπει. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα το κάνουμε. [§] Επίσης, μαζί με τα χελιδόνια, ήρθαν και τα κουνούπια. Το σπίτι γέμισε, και ψεκάζουμε κανονικά. Και πέρυσι είχαμε περάσει πολύ άσχημα εξαιτίας τους. Πρέπει να βάλουμε σήτες, αλλά οι σήτες κάνουν λεφτά. Διάολε. [§] Επίσης σήμερα ένας καθηγητής μαθηματικών και συγγραφέας, γνωστός συγγραφέας, έγραψε στο Facebook: «Αν κρίνω από τη λύσσα με την οποία σήμερα το πρωί προσπαθεί ο Αθήνα 984 να αποδομήσει την κυβέρνηση, συμπεραίνω ότι τα πράγματα πάνε μάλλον καλά για την Ελλάδα. Κανέλλης, Μοσχολιού έχουν δώσει ρέστα. Άρα φοβούνται για τα αφεντικά τους! YES!» Είναι ένα παράλογο στάτους απ' όπου και να το πιάσεις, που με ντροπιάζει. Κυρίως ντροπιάζει τον συντάκτη του βέβαια, τον καθηγητή (προφανώς), αλλά ντροπιάζει και μένα. Μου θυμίζει δικά μου προσωπικά μηνύματα που έτυχε να στείλω, κάτι μικρές ώρες, αφόρητα μεθυσμένος, πριν πολλά χρόνια, σε άτομα που δεν έφταιγαν σε τίποτα να διαβάσουν αυτά που τους έγραφα εκείνες τις μικρές ώρες, όντας αφόρητα μεθυσμένος. Ξέρεις όμως κάτι; Κουβέντες σαν κι αυτήν, κουβέντες δηλαδή γκεσταπίτικες, θα διαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμε, όλο και πιο συχνά πλέον. Όλο και πιο συχνά καθώς η χώρα θα απομονώνεται, θα μένει μόνη, απεκδυμένη κάθε δυτικό της στοιχείο, κάθε σύμμαχό της στον πολιτισμένο κόσμο, με ντόπιους φυλάρχους σαν τον γέροντα Τσίπρα (πόσο τον λυπάμαι), σαν τον Καμμένο με τις κλεμμένες πουλάδες στο τζάκετ, σαν την Κωνσταντοπούλου που θα απειλεί φόρα παρτίδα υπαλλήλους βενζινάδικων, σαν τον Κοτζιά που θα ονειρεύεται να κοιμάται γυμνός στην πλατεία του Κρεμλίνου αγκαλιά με την κεφάλα του Λένιν: δηλαδή όσο θα υφαίνεται το σχέδιο που έχει αυτή η εθνικολαϊκιστική, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστική, κυβέρνηση: η χούντα που ψηφίσαμε. Θαδιαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμε, ολοένα και περισσότερο πλέον γκεσταπίτικα λόγια. Και θα βλέπουμε το δάχτυλο που δείχνει. Το δείκτη που θα δείχνει. Αυτό θα 'ναι το λόγκο της Νέας Εποχής: ο δείκτης που θα δείχνει. Ο τερατώδης, όχι πια μπαμπουλωμένος την κουκούλα, όχι πια με κόκκινα απ' την ντροπή μάγουλα, δείκτης που θα δείχνει. [§] Μόνη ελπίδα μας να κρυφτούμε στη λογοτεχνία: όχι για να γλιτώσουμε (ο δείκτης που δείχνει είναι μακρύς, και το νύχι του ακόμη μακρύτερο) αλλά για παρηγοριά — για να κοιμηθούμε, να μη βλέπουμε. Η λογοτεχνία μόνο ένα ρόλο μπορεί να παίξει για έναν ενήλικα: αυτόν που παίζει η πιπίλα για τα μωρά.
Το στρατοπεδικό σόου ψευδεπίγραφης υπέρ αδυνάτου φιλανθρωπίας που μεθόδευσε, οργάνωσε και εκτέλεσε η κυβέρνηση (η κυβέρνηση του Τσίπρα, και κανένας μεμονωμένος υπουργός) δεν έκατσε στο στομάχι των ευωχουμένων Ελλήνων όπως ήλπιζα, παρά μόνο γέμισε την κοιλιά κάποιων φουκαράδων και έδωσε την ευκαιρία σε άτομα όπως οι Καμμένος-Ήσυχος, εμπροσθοφυλακή του κρατούντος εθνικολαϊκιστικού, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστικού, μετώπου, να βελτιώσουν το παλμαρέ τους με ξένα κόλλυβα. Τα ΜΜΕ, που ξέρουν να επιβιώνουν ακόμη και στα μεγάλα βάθη των υπονόμων, τσίμπησαν επίσης κάποιο κοκαλάκι, δυο χούφτες εντόσθια, μια βιαστικά ξεροψημένη πέτσα από την ανάγκη των Αθλίων των Αθηνών. Κι από 'να φιδίσιο καλά κόκκινο βαμμένο αυγουλάκι, ασφαλώς. Δεν εννοώ τον Γιαννακίδη εδώ (που το κείμενό του βέβαια στο Protagon δεν ήταν απλώς προχειρογραμμένο αλλά εξωφρενικά αφελές), στον πιο παραδοσιακό μιντιακό συρμό αναφέρομαι, και σε κάτι φωτογραφίες που είδα βιαστικά εδώ κι εκεί. Δεν θα υποπέσω ποτέ στο σφάλμα να δω ειδήσεις στην τηλεόραση, βλέπω μόνο όποτε τις λέει η Κ. [§] Οι υπόλοιποι Έλληνες το χαρήκαμε, χαρήκαμε τη μέρα δηλαδή, πώς αλλιώς, έχοντας τα μάτια στις δικές μας ξεροψημένες πέτσες, ακόμη κι εκείνοι οι χαζούληδες που φώναζαν από χθες πως όλα αυτά είναι... δεν ξέρω, κάτι έλεγαν. Τα συνήθη σοσιαλμιντιακά σάλια-μάλια. Τη χαρήκαμε. Πώς αλλιώς; Γιατί να νοιάζεται κανείς για την εκμετάλλευση των δόλιων που πεινάνε; Γιατί να νοιάζεται κανείς για οτιδήποτε; Ο καθένας μας είναι πια ένα νησί, ένα νησί που απομακρύνεται γρήγορα-γρήγορα από τα άλλα. Σχεδόν καταδιωκόμενο. Ή καλύτερα: καταδιωκόμενο. [§] Εμείς πάλι, στο σπίτι, μαγειρέψαμε μοσχαράκι κοκκινιστό (πέτυχε, κι έμεινε και για αύριο... για... για σήμερα), αν και είχαμε αρνί στην κατάψυξη, δύο πακέτα συνολικού βάρους τριών κιλών: θα βάλουμε το ένα στο φούρνο πιο μετά, από βδομάδα, δεν ήμαστε ακόμη έτοιμοι για κάτι τέτοιο, και θα ήταν καλύτερο να είμαστε και οι δύο σπίτι. [§] Η Κ. πήγε κανονικά στη δουλειά βέβαια, εγώ ανακάτωσα λίγο τα χαρτιά μου, συνέχισα το βιβλίο που κουτσοδιαβάζω, αν και δεν το προχώρησα πολύ (το σκέφτομαι πολύ, όμως), έπαιξα αρκετά με τον Α., αυτά. Το βράδυ είδαμε τις Μεγάλες προσδοκίες στην τηλεόραση. [§] Η Κλίντον, στο μεταξύ, κι αυτό είναι μια παλιά είδηση που επιτέλους ανακοινώθηκε επισήμως, θα διεκδικήσει (και θα κερδίσει εύκολα) το χρίσμα των Δημοκρατικών, και θα είναι, άρα, η πρώτη γυναίκα υποψήφια για τον Λευκό Οίκο του χρόνου. Οι φίλοι μου, όλοι ανεξαιρέτως, έχουν ξετρελαθεί. Ίσως να 'χουν δίκιο, ποιος ξέρει; Μου είναι σφόδρα αντιπαθής εμένα, τη θεωρώ τη Λούκα Κατσέλη της Αμερικής, με ολίγη από Μπακογιάννη. Αλλά δεν είμαι ειδικός. Ας είναι. Θα κερδίσει ο Μπους, άλλωστε. Και μάλλον εύκολα. (Ή όποιος τον προσπεράσει από το κόμμα του). Οι ΗΠΑ, μετά το διάλειμμα Ομπάμα, θα συντηρητικοποιηθούν. Δυστυχώς. [§] Ας είναι. [§] Ξεκινάει και ο καινούριος κύκλος τού GoT, δεν ξέρω ποιος, δεν το παρακολουθώ, ως φαν τής fantasy αρνούμαι να δω την αμερικάνικη Λάμψη με σπαθιά και δράκους. [§] Τέλος πάντων, και ζητώ συγγνώμη από όσους τυχόν διαβάζουν αυτό το Ημερολόγιο, όταν οι Κυριακές δεν είναι Κυριακές, απορρυθμίζομαι, η εβδομάδα με την κανονικότητά της σπάει σε μικρά-μικρά κομματάκια και με μπερδεύει. Έτσι, πολύ φοβάμαι, θα είμαι και αύριο. Ή σήμερα, σήμερα Δευτέρα τέλος πάντων. Δεν μπορώ να γράψω άλλο, αν και ήθελα πολύ να πω δυο λόγια για διάφορα πράγματα, πολιτικά και μη, και κυρίως για τις γραφομηχανές. Κι όταν λέω γραφομηχανές, δεν εννοώ τις ηλεκτρονικές. Αύριο, ενδεχομένως.