Στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης η χώρα - κλειδί βρίσκεται εκτός ΕΕ και λέγεται Τουρκία. Με τη χώρα αυτή έχει συμφωνηθεί ένα «Σχέδιο Δράσης» το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει υλοποιηθεί για πολλούς λόγους. Πρέπει να υλοποιηθεί και, μεταξύ άλλων, χρειάζεται, στο πλαίσιο του Σχεδίου αυτού, να συμφωνηθεί η απ’ ευθείας μετεγκατάσταση προσφύγων από το τουρκικό έδαφος σε χώρες μέλη της ΕΕ
Στήλες
Η επιβίωση της Ένωσης μπορεί να απειληθεί από μια διαφορετικής τάξης και περιεχομένου πολιτική διαδικασία: την εντυπωσιακή εκλογική πρόοδο που έχουν καταγράψει μέσα στο 2015 οι ακροδεξιές, εθνολαϊκιστικές, σε ορισμένες περιπτώσεις ανοιχτά φασιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 62, Ιανουαρίου 2016.
Συγγραφικά δίδυμα εμφανίζονταν σπάνια στο θέατρο όπως τελευταία του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά. Πιο συχνά παρουσιάζονταν στις παλιές επιθεωρήσεις και τις κωμωδίες με προεξάρχουσα τη δυάδα Γιαννακόπουλου και Σακελλάριου. Κριτική των εικαστικών τεχνών συνυπέγραφαν κάποτε στην εφημερίδα Τα Νέα η Ελένη και ο Γιώργος Βακαλό. Στην περιοχή της λογοτεχνίας οι δημοσιεύσεις είχαν αρχίσει πριν από τον πόλεμο με συλλογικά μυθιστορήματα σε συνέχειες στα λαϊκά περιοδικά. Το 1958, οι Βενέζης, Καραγάτσης, Μυριβήλης και Τερζάκης, εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, συνέγραψαν Το μυθιστόρημα των τεσσάρων. Ακολούθησαν και άλλες προσπάθειες με λιγότερη επιτυχία. Αλλά και στο ποιητικό πεδίο, προνομιακό χώρο έκφρασης ισχυρών ατομικοτήτων, δεν έλειψαν οι πειραματισμοί.
Ο καιρός στη Ρωσία είναι το μεγαλύτερο διάστημα του έτους μουντός, σκοτεινιασμένος. Ένας μολυβένιος ουρανός σκεπάζει τα πάντα και μόνο τη σύντομη άνοιξη και το μικρό καλοκαίρι, το φως έρχεται να χαρίσει απλόχερα τη ζωοδότρια δύναμή του στους ταλαιπωρημένους κατοίκους αυτής της χώρας.
Η Πένζα, βρίσκεται σε απόσταση 625 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Μόσχας και απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Σουρά. Επί Σοβιετικής Ένωσης, ήταν μια «κλειστή» πόλη, μια πόλη απαγορευμένη όχι μόνο για τους ξένους, αλλά και για τους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες, καθώς εδώ βρίσκονταν μερικά από τα πιο σημαντικά εργοστάσια πυρηνικών εξοπλισμών της εποχής εκείνης. Σήμερα, από εκείνο το βιομηχανικό συγκρότημα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο, παρά ένα εργοστάσιο αφοπλισμού χημικών όπλων, το οποίο, όπως μου είπαν τοπικοί παράγοντες, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών αφοπλισμού του χημικού οπλοστασίου της Συρίας του Άσσαντ. Από την περιοχή αυτή καταγόταν ο γεννημένος στη Μόσχα ρώσος ρομαντικός ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντοφ (1815-1841).
Η απόσταση από το Ζαγκόρσκ στην πόλη Αλεξάντροφ είναι περίπου 70 χιλιόμετρα, από έναν επαρχιακό κακοσυντηρημένο δρόμο. Aυτό όμως δεν μας πτόησε. Για να διασχίσουμε αυτή τη διαδρομή χρειαστήκαμε περίπου δύο ώρες κι έτσι φτάσαμε έξω από τα τείχη του Κρεμλίνου της πόλης Αλεξάντροφ.
Ξύπνησα από το σκούντημα του Σεργκέι. Λαγοκοιμόμουν μέσα στο τζιπ, γιατί ξεκινήσαμε αξημέρωτα, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Μου το κρατούσαν για έκπληξη οι φίλοι μου. Το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου λειτουργούσε σα μια μεγάλη κινηματογραφική οθόνη. Μέσα στο φθινοπωρινό λυκαυγές, στραφτάλισαν από μακριά οι κρεμμυδόσχημοι χρυσοί τρούλοι, θαρρείς και ήταν μια εικόνα βγαλμένη από το χρωστήρα του Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Η λέξη Κοκτεμπέλ μπορεί να μην λέει πολλά σε κάποιον αναγνώστη από την Ελλάδα ή τη Δύση, για τους εραστές όμως της ρωσικής λογοτεχνίας και, κυρίως, της ποίησης, είναι συνυφασμένη με το όνομα του Μαξιμιλιάν Βολόσιν, ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου και στοχαστή και από τους πιο ελευθερόφρονες και ελευθεριάζοντες ρώσους διανοούμενους του 20ού αιώνα.
Ο συνδυασμός υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας έκανε την ατμόσφαιρα ανυπόφορη. Η μόνη ελπίδα να βρω καταφύγιο, ήταν κάποιο καφέ ή οι στάσεις του μετρό, όπου ο δροσερός αέρας προσέφερε μια μικρή παρηγοριά, πριν ξαναβγώ στους πυρακτωμένους δρόμους της Μόσχας. Σκοπός μου ήταν να πάω στο Μουσείο και πολιτιστικό ίδρυμα «Αντρέι Σάχαροφ». Και μόνο η ιδέα ότι θα βρεθώ σε ένα χώρο ξεχωριστό, ένα χώρο ταυτισμένο με τις καλύτερες παραδόσεις ελευθεροφροσύνης της ρωσικής διανόησης, με έκανε να αδιαφορήσω για τον μοσχοβίτικο καύσωνα, και έτσι, μια ημέρα εκείνο τον Ιούλιο του 2014 ήμουν στην πόρτα του διώροφου κτιρίου, στην οδό Ζεμλιανόι Βαλ 57.
Τόσο η διάσημη οδός Αρμπάτ, όσο και η ομώνυμη περιοχή δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Σήμερα είναι ένας τουριστικός δρόμος, κάτι σαν τη δική μας Πλάκα, και μόνο οι εντοιχισμένες πινακίδες στους τοίχους των κτιρίων, οι οποίες πληροφορούν τον υποψιασμένο διαβάτη για τους ενοίκους τους παρελθόντος, θυμίζουν πως κάποτε η περιοχή και ο δρόμος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, η «επικράτεια / βασίλειο» της μοσχοβίτικης αλλά και εν γένει της ρωσικής διανόησης.
Η περιγραφή του Στέφανου Στεφάνου είναι από τα Αθηναϊκά Νέα, 10/2/1936, η απάντηση του Ιωάννου Κονδυλάκη από το Εμπρός, 8/8/1908 και τo σχέδιo του Νίκου Νομικού. Επιλογή-Αρχείο: Γιώργος Ζεβελάκης.
Εκείνο το πρωί έριχνε χιονόνερο, έκανε κρύο κι ήταν Σάββατο. Κανονικά ο κόσμος τις αργίες κοιμάται ή έστω χουζουρεύει λίγο παραπάνω. Όχι όμως οι Μοσχοβίτες. Χιλιάδες από αυτούς, κάθε ηλικίας, συμμετέχουν σε οργανωμένες εκδρομές - ξεναγήσεις σε διάφορα ιστορικά μέρη της πρωτεύουσάς τους.
Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στη Ρωσία είναι ένα βαθιά οδυνηρό ζήτημα. Πολλοί γνωρίζουν πολλά, λίγοι μιλούν, ακόμη λιγότεροι σχολιάζουν. Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε είναι τα βιβλία της εκκλησιαστικής ιστορίας της Ρωσίας. Επειδή όμως τα γεγονότα στην Ανατολική Ουκρανία έχουν εξάψει τα πνεύματα, καλό είναι κανείς να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και επιφυλακτικός απέναντι σε πάσης φύσεως πληροφορίες, εμπιστευτικές, δημόσιες ή άλλες.
Το ελάχιστο χειμωνιάτικο φως είχε αρχίσει να χάνεται, όταν μπήκα σε ένα γεωργιανό εστιατόριο για να φάω τοπικά εδέσματα και να γευτώ το στιβαρό ορεσίβιο κόκκινο κρασί τους. Έτσι κι αλλιώς είχε λίγη ώρα ακόμη στη διάθεσή μου, μέχρι την έναρξη της παράστασης «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» στο Θέατρο Τέχνης «Μ. Γκόρκι» της Μόσχας. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη κι έτσι μπορούσα άνετα να σκοτώσω την ώρα μου, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο με τα «ημερολόγια» του Μπουλγκάκοφ που αγόρασα.
Ο καθένας μας έχει τη δική του προσωπική μυθολογία. Ο καθένας μας ζει με φαντάσματα που φέρνουν φως στην εσωτερική του σιωπή. Φτεροκοπούμε γύρω από σκιές που φέρνουν ένα βούρκωμα στα μάτια και έναν κόμπο στο λαιμό, μα συνεχίζουμε, γιατί ξέρουμε η παγωμένη λύπη της ψυχής και το γκρίζο του πόνου, έχουν ως σωτηρία έσχατη την ικετευτική χειρονομία της αγάπης που αφειδώλευτα προσφέρει, τελικά, η ποίηση. Μια τέτοια ψηφίδα της προσωπικής μου μυθολογίας είναι και η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, η μοναχική αυτή άγρια στιγμή της ρωσικής ποιητικής δημιουργίας, με τη θυελλώδη ζωή και το βασανιστικό τέλος. Κάθε φορά που βρίσκομαι στη Μόσχα, περνάω από το σπίτι όπου έζησε μερικά από τα πιο ευτυχισμένα μα και δύσκολα χρόνια της.