Η λέξη Κοκτεμπέλ μπορεί να μην λέει πολλά σε κάποιον αναγνώστη από την Ελλάδα ή τη Δύση, για τους εραστές όμως της ρωσικής λογοτεχνίας και, κυρίως, της ποίησης, είναι συνυφασμένη με το όνομα του Μαξιμιλιάν Βολόσιν, ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου και στοχαστή και από τους πιο ελευθερόφρονες και ελευθεριάζοντες ρώσους διανοούμενους του 20ού αιώνα.
Στήλες
Ο συνδυασμός υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας έκανε την ατμόσφαιρα ανυπόφορη. Η μόνη ελπίδα να βρω καταφύγιο, ήταν κάποιο καφέ ή οι στάσεις του μετρό, όπου ο δροσερός αέρας προσέφερε μια μικρή παρηγοριά, πριν ξαναβγώ στους πυρακτωμένους δρόμους της Μόσχας. Σκοπός μου ήταν να πάω στο Μουσείο και πολιτιστικό ίδρυμα «Αντρέι Σάχαροφ». Και μόνο η ιδέα ότι θα βρεθώ σε ένα χώρο ξεχωριστό, ένα χώρο ταυτισμένο με τις καλύτερες παραδόσεις ελευθεροφροσύνης της ρωσικής διανόησης, με έκανε να αδιαφορήσω για τον μοσχοβίτικο καύσωνα, και έτσι, μια ημέρα εκείνο τον Ιούλιο του 2014 ήμουν στην πόρτα του διώροφου κτιρίου, στην οδό Ζεμλιανόι Βαλ 57.
Τόσο η διάσημη οδός Αρμπάτ, όσο και η ομώνυμη περιοχή δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Σήμερα είναι ένας τουριστικός δρόμος, κάτι σαν τη δική μας Πλάκα, και μόνο οι εντοιχισμένες πινακίδες στους τοίχους των κτιρίων, οι οποίες πληροφορούν τον υποψιασμένο διαβάτη για τους ενοίκους τους παρελθόντος, θυμίζουν πως κάποτε η περιοχή και ο δρόμος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, η «επικράτεια / βασίλειο» της μοσχοβίτικης αλλά και εν γένει της ρωσικής διανόησης.
Η περιγραφή του Στέφανου Στεφάνου είναι από τα Αθηναϊκά Νέα, 10/2/1936, η απάντηση του Ιωάννου Κονδυλάκη από το Εμπρός, 8/8/1908 και τo σχέδιo του Νίκου Νομικού. Επιλογή-Αρχείο: Γιώργος Ζεβελάκης.
Εκείνο το πρωί έριχνε χιονόνερο, έκανε κρύο κι ήταν Σάββατο. Κανονικά ο κόσμος τις αργίες κοιμάται ή έστω χουζουρεύει λίγο παραπάνω. Όχι όμως οι Μοσχοβίτες. Χιλιάδες από αυτούς, κάθε ηλικίας, συμμετέχουν σε οργανωμένες εκδρομές - ξεναγήσεις σε διάφορα ιστορικά μέρη της πρωτεύουσάς τους.
Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στη Ρωσία είναι ένα βαθιά οδυνηρό ζήτημα. Πολλοί γνωρίζουν πολλά, λίγοι μιλούν, ακόμη λιγότεροι σχολιάζουν. Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε είναι τα βιβλία της εκκλησιαστικής ιστορίας της Ρωσίας. Επειδή όμως τα γεγονότα στην Ανατολική Ουκρανία έχουν εξάψει τα πνεύματα, καλό είναι κανείς να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και επιφυλακτικός απέναντι σε πάσης φύσεως πληροφορίες, εμπιστευτικές, δημόσιες ή άλλες.
Το ελάχιστο χειμωνιάτικο φως είχε αρχίσει να χάνεται, όταν μπήκα σε ένα γεωργιανό εστιατόριο για να φάω τοπικά εδέσματα και να γευτώ το στιβαρό ορεσίβιο κόκκινο κρασί τους. Έτσι κι αλλιώς είχε λίγη ώρα ακόμη στη διάθεσή μου, μέχρι την έναρξη της παράστασης «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» στο Θέατρο Τέχνης «Μ. Γκόρκι» της Μόσχας. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη κι έτσι μπορούσα άνετα να σκοτώσω την ώρα μου, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο με τα «ημερολόγια» του Μπουλγκάκοφ που αγόρασα.
Ο καθένας μας έχει τη δική του προσωπική μυθολογία. Ο καθένας μας ζει με φαντάσματα που φέρνουν φως στην εσωτερική του σιωπή. Φτεροκοπούμε γύρω από σκιές που φέρνουν ένα βούρκωμα στα μάτια και έναν κόμπο στο λαιμό, μα συνεχίζουμε, γιατί ξέρουμε η παγωμένη λύπη της ψυχής και το γκρίζο του πόνου, έχουν ως σωτηρία έσχατη την ικετευτική χειρονομία της αγάπης που αφειδώλευτα προσφέρει, τελικά, η ποίηση. Μια τέτοια ψηφίδα της προσωπικής μου μυθολογίας είναι και η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, η μοναχική αυτή άγρια στιγμή της ρωσικής ποιητικής δημιουργίας, με τη θυελλώδη ζωή και το βασανιστικό τέλος. Κάθε φορά που βρίσκομαι στη Μόσχα, περνάω από το σπίτι όπου έζησε μερικά από τα πιο ευτυχισμένα μα και δύσκολα χρόνια της.
Τον Ιανουάριο του 1802, ο τριανταπεντάχρονος τότε ιστορικός Νικολάι Καραμζίν ανέλαβε την ευθύνη έκδοσης ενός περιοδικού, το οποίο έμελλε να συμβολίζει την προσπάθεια της ρωσικής διανόησης να συνομιλήσει με την υπόλοιπη Ευρώπη ως ίσος προς ίσο, να βρουν τι τους ενώνει και να λειάνουν τις μεγάλες, έτσι κι αλλιώς, διαφορές που χωρίζουν τους δύο πολιτισμικούς αυτούς οργανισμούς: τον Ταχυδρόμο της Ευρώπης.
Όπως ο άντρας είναι αληθινός στο μεθύσι του κι η γυναίκα στον οργασμό της, έτσι και για να καταλάβεις έναν άλλο λαό, θα πρέπει να ζήσεις μαζί του στιγμές πένθους και στιγμές χαράς. Μόνο σε τέτοιες στιγμές μπορείς να κρυφοκοιτάξεις στη μύχια τρυφερότητα, αλλά και το εκτυφλωτικό, πολλές φορές, καλειδοσκόπιο των αντιθέσεων που συναποτελούν τον Άλλον, είτε πρόκειται για πρόσωπο, είτε για κοινωνία - πολιτισμό.
Απέναντι σε ένα κλίμα νοσταλγίας κάποιας (όποιας) δεσποτείας, οι ρώσοι διανοούμενοι στέκονται όρθιοι, ατενίζοντας τα μολυβένια σύννεφα να συγκεντρώνονται και ξέρουν πως κάθε γενιά διανόησης έχει να προσφέρει το δικό της μερίδιο, τον δικό της κλήρο, στο μεγάλο γόνιμο χωράφι της ρωσικής πνευματικότητας, τον φάρο της ηθικής θυσίας και προσφοράς. Γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι η αποστολή τους είναι να υπερασπιστούν την ιστορία και την πατρίδα τους.
Η Μόσχα και όλη η Ρωσία ετοιμάζονται για τις γιορτές. Χριστούγεννα θα κάνουν όταν εμείς γιορτάζουμε τα Φώτα. Την Πρωτοχρονιά όμως τη γιορτάζουν με όλη της την μεγαλοπρέπεια, ξεχνώντας προς στιγμή τις δυσκολίες της ζωής.
Οι άνθρωποι της Δύσης, στην πλειονότητά τους, έχουν μια απατηλή και εν πολλοίς στρεβλή εικόνα για τη Ρωσία. Είτε τη γνωρίζουν μέσα από τα έργα των μεγάλων κλασικών συγγραφέων της, όπως ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο Λ. Τολστόι ή ο Α. Τσέχοφ, είτε από την επαφή που έχουν με την πόλη της Μόσχας και ιδίως με το ιστορικό κέντρο της. Αλλά η Ρωσία είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, βαθύτερο και πολυπλοκότερο από μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα στο κέντρο της Μόσχας, παρά τη μεγάλη ιστορική και πολιτισμική σημασία που έχουν ως μνημεία αρχιτεκτονικής, πολεοδομίας, μουσείων, ιστορίας, φιλοσοφίας και τεχνών.
Στην αρχή του δρόμου του παλιού Αρμπάτ, ο οποίος τώρα πια είναι ο τουριστικός δρόμος της Μόσχας με εκατοντάδες πλανόδιους μικροπωλητές και καλλιτέχνες του δρόμου, έκανε πολύ κρύο. Χιόνιζε κι ένας παγωμένος αέρας ερχόταν από την πλευρά του ποταμού Μόσχοβα και του Κρεμλίνου.
Η Σίμπα, η τρίχρονη περσική γάτα, με κοίταξε απορημένη, βλέποντας να φοράω το βαρύ πανωφόρι μου και το σκούφο, προκειμένου να εγκαταλείψω τη ζεστασιά του σπιτιού και να βγω στο δρόμο.