The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
Sign In
The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές

Στήλες

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 22 Απριλίου 2015

Η Pantone, 53 ετών μαγαζί σήμερα, παράγει 1.677 διαφορετικά χρώματα και αποχρώσεις βασικών χρωμάτων, και το Minion Yellow που λάνσαρε μόλις, το χρώμα «της ελπίδας, της χαράς, της αισιοδοξίας», είναι το πρώτο σε όλη την γκάμα της που παίρνει το όνομά του από έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα — ή καλύτερα από μία ομάδα χαρακτήρων. [§] Πέρασα πάρα πολλά χρόνια της ζωής μου με τον κατάλογο της Pantone στα χέρια, τον ξεφύλλισα εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες φορές, ψάχνοντας για το κατάλληλο χρώμα για ένα ακόμη εξώφυλλο, μία ακόμη πρόσκληση, άλλο ένα διαφημιστικό για ένα καινούριο βιβλίο. Πολλές φορές επέλεγα το λάθος χρώμα, αλλά τι σημασία έχει πια αυτό. Είχα μάθει και πολλά χρώματα με τον κωδικό τους, όχι όσα οι τυπογράφοι βέβαια, αλλά αρκετά: πολλά κόκκινα, κάποια μπλε, ένα πορτοκαλοκαφέ που χρησιμοποιούσα συχνά και σε διχρωμίες και (μια παραλλαγή του) στην τετραχρωμία. Παίζαμε, τότε, και με τα χρώματα και τις εκτυπώσεις, καμιά φορά (ειδικά όταν είχαμε να κάνουμε με τυπογράφο όχι υψηλού επιπέδου, που θεωρούσε ας πούμε τη ματζέντα «κόκκινο της φωτιάς», ή το κόκκινο της φωτιάς «ροζ») πειραματιζόμασταν πάνω στην όφσετ, «σβήνοντας» απαλά με τον ίδιο τσίγκο το χρώμα στα πρωτογράμματα για να δούμε τι θα προέκυπτε, ή απλώς προσθέτοντας λίγο ακόμα μαύρο (ένα ψέμα) στο μίγμα, ή ακόμη απλούστερα σβήνοντας ένα φως. (Ποτέ δεν τα πληροφορούνται οι εκδότες αυτά). Και έζησα να δω, τώρα που πια δεν ασχολούμαι καθόλου με την τυπογραφία, την απίθανα μεγάλη αυτή εταιρεία, τη μία και μοναδική Pantone, που τώρα λάνσαρε και το Minion Yellow, να αλλάζει, να εκσυγχρονίζεται, να καινοτομεί, να αγκαλιάζει τις δημιουργίες ενός πελώριου αριθμού καλλιτεχνών, σχεδιαστών, ανθρώπων των εκδόσεων, του Τύπου, του βιβλίου. Και να αλλάζει, να χρωματίζει τη ζωή μας όλη. [§] Αν δεν κάνω πολύ μεγάλο λάθος, αυτή είναι η είδηση της ημέρας. Και ο ντόρος, βέβαια, γύρω από το αν επιτρέπεται (Θε μου, φύλαγε) να τραγουδήσει ή όχι ο Ρουβάς Θεοδωράκη. Αλλά αυτό αφορά την κακόμοιρη Ελλάδα, μια χώρα που προσπάθησε κάποια περίοδο να προσποιηθεί την Ευρωπαία. Αλλά που απεδείχθη Μαντάμ Σουσού, και τα μάζεψε. [§] Οι υποκλίσεις του εθνικιστή ραγιά Κοτζιά στους Ρώσους δεν συνιστούν είδηση αλλά κατάσταση. Την κατάσταση του ανδρός. [§] Δεν μπόρεσα να πάω στην παρουσίαση του Λεξικού της Δεκαετίας του ’80, είχε πάντως πολύ κόσμο, ήταν πολύ επιτυχημένη, μου τα μετέφερε όλα η Κ., που πήγε. Ήρθαν, φυσικά, ο Παναγιωτόπουλος και ο Βαμβακάς από την Αθήνα, και ίσως τους δούμε αύριο — ή σήμερα, τέλος πάντων. Χαίρομαι ν’ ακούω καλά νέα γι’ αυτό το βιβλίο, όχι μόνο επειδή είναι σπουδαίο (που είναι), αλλά επειδή είναι και τόσο ακριβό σαν έκδοση: πρέπει να βγάλει τα λεφτά του, ανυπερθέτως. Και το «Επίκεντρο» του Παπασαραντόπουλου πρέπει να συνεχίσει να αγωνίζεται. Δεν υπάρχει άλλος που να το κάνει. Όχι με βιβλία, πάντως. Μόνο αυτός. [§] Ο Παπασαραντόπουλος υπήρξε αρχαίος εργοδότης μου, ήδη από τις αρχές (όντως· κι ας ακούγεται αστείο) της δεκαετίας του ’80, τότε επί «Παρατηρητή», στα ξεκινήματα του Οίκου, σε κείνους τους ηρωικούς καιρούς: στα γραφεία δίπλα στο Αλλατίνη και, πιο μετά, πέρα μακριά, στο Μύλο. Εκεί, στο Μύλο, θυμάμαι που πήγαινα με τα πόδια, μία ώρα-και περπάτημα, κι άλλο τόσο, συν λίγο περισσότερο, για να γυρίσω πίσω μετά τη δουλειά (βιαστικές διορθώσεις, που δεν σήκωναν καθυστέρηση: αλλιώς έπαιρνα, κανονικά, τα ρολά στο σπίτι μου). Δουλεύαμε στη φωτοσύνθεση τότε, που ακόμη ελάχιστοι ήξεραν να τη χειρίζονται καλά. Και πολύ λίγοι έμαθαν να τη δουλεύουν στο επίπεδο που την έμαθε ο Μπαλής, ας πούμε. Αλλά για τον Μπαλή και την Καλλιδρομίου θα πω άλλη φορά. [§] Είμαστε κουρασμένοι, η Κ. αποκοιμήθηκε στον καναπέ, ο Α. ροχαλίζει στα πόδια μου, πήγε μιάμιση, όλη μέρα νιώθω να νυστάζω και ότι πρέπει να κοιμηθώ. [§] Ο πατέρας μου μας έφερε ψάρια το μεσημέρι, τα τηγάνισε η μάνα μου πρωί-πρωί: μπαρμπούνια. Τα φάγαμε κρύα το απόγευμα, ήταν πολύ ωραία. [§] Είμαι κουρασμένος, τι να 'χω άραγε;

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 20 Απριλίου 2015

Δεν υπάρχει κανένας επαρκής λόγος για πολιτικές αναλύσεις, αφ’ ης στιγμής η Κυβέρνηση κατάφερε να μαζέψει ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε για να μαζευτεί (πλην εκκλησιαστικής και αθωνικής περιουσίας) ώστε να βγάλει η χώρα μάξιμουμ τον Απριλομάη.  (Διαβάζω: «Κατατέθηκε στη Βουλή για να κυρωθεί η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία τα διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, των Δήμων, των Περιφερειών και όσων ασφαλιστικών ταμείων το επιθυμούν μεταφέρονται προς επένδυση στην Τράπεζα της Ελλάδος». «Η μισθοδοσία του συνόλου των υπαλλήλων και των εργαζομένων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις Περιφέρειες και τους Δήμους της χώρας καλύπτεται μόνον για 15 ημέρες». «Ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης θα εισηγηθεί να μην εφαρμοστεί η ΠΝΠ ως προδήλως αντισυνταγματική, ενώ για ευθεία παραβίαση του Συντάγματος κάνει λόγο ο περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Κώστας Μπακογιάννης, ανακοινώνοντας την απόφασή του για προσφυγή της περιφέρειας στο Συμβούλιο της Επικρατείας»). Πολύ απλά, όταν θα δουν πως πλέον δεν υπάρχει δραχμή τσακιστή για να κλαπεί, ή που θα υπογράψει μέσα στον επόμενο μήνα μία εξόχως σκληρή συμφωνία με τη Δύση για να μην αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας, ή που θα φύγει σαν κυρία, ή (ως ανήκουστα ανόητη) και τα δύο. Ή που θα φάμε τις σάρκες μας. [§] Δεν βλέπω πώς θα αποφύγουμε αυτό το τελευταίο. Η χώρα-παρίας κάποια στιγμή θα κοιταχτεί στον καθρέφτη, θα φρίξει, και θα τα γκρεμίσει όλα. Και ο Καμμένος έχει τα τανκς. [§] Στο μεταξύ, «ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Ντέιβιντ Πιρς χαρακτήρισε “profoundly unfriendly act” την ψήφιση από την κυβέρνηση του νόμου που επιτρέπει την πρόωρη αποφυλάκιση τρομοκρατών, όπως ο Σάββας Ξηρός». Στον πόλεμο Ελλάδος-ΗΠΑ, να με λογίζετε από τώρα αμερικανοτσολιά. [§] Επίσης στο μεταξύ, μας δουλεύει η (επικίνδυνη) Δούρου: «Προσοχή, αν χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα έρθει η Ακροδεξιά». Τη φοβάμαι πολύ. Όχι την Ακροδεξιά (που κυβερνά ήδη και που κάνει αγκαλιές με τη Δούρου), τη Δούρου φοβάμαι. Και όχι μόνο επειδή ο κολλητός της έχει τα τανκς. Τη φοβάμαι καθαυτήν. [§] Θυμάμαι: «Είχαμε λίγα λεφτά. Πολύ λίγα. Ήταν το ’89-’90, κι εκεί στη Φειδίου, στο ισόγειο (κατέβαινες ένα-δυο σκαλάκια), πουλούσαν γραφομηχανές, και ταινίες για γραφομηχανές. (Η δίχρωμη ήταν σουξέ: μαύρο-κόκκινο. Το κόκκινο έμενε ανέπαφο όσο το μαύρο κομμάτι της λουρίδας κουρελιαζόταν, αλλά όταν ήταν σε καλή τιμή έπαιρνες χωρίς σκέψη τη δίχρωμη ταινία κι έγραφες και με κόκκινο μελάνι — γιατί όχι;) Δεν πουλούσαν μόνο: νοίκιαζαν κιόλας. Εδώ που τα λέμε, βασικά νοίκιαζαν, παρά πουλούσαν. Ποιος ν’ αγοράσει; Σίγουρα όχι τύποι σαν εμένα, με πορτοφόλι σαν και το δικό μου. Και μπορούσες να διαλέξεις από μια μεγάλη ποικιλία. Εμένα μού άρεσε μια ωραία βαριά Olivetti —θα ’ταν και δέκα κιλά, μπορεί και παραπάνω— που δεν μπλόκαρε ποτέ και που άπαξ και την απίθωνες στο τραπέζι δεν κουνιότανε με τίποτα. Και, ξέρω γω, έδινε στο γράψιμό σου μια κάποια βαρύτητα. Είχαμε και μια μανία τότε “εμείς οι τυπογράφοι”, μιαν ιδιοτροπία, βγάζαμε “έξω” τα πνεύματα (δεν μ’ εννοείς), χρησιμοποιούσαμε μόνο μια συγκεκριμένη ποιότητα χαρτιού (μα τελικά βάζαμε νερό στο κρασί μας), και κάτι τέτοια περίεργα που τα ’χω μισοξεχάσει. Τη νοίκιαζα αυτή την Olivetti με τη βδομάδα. Μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, απ’ το σπίτι στη Φειδίου, απ’ το σπίτι στη Φειδίου, μέχρι να ξαναβρώ λεφτά να την ξανανοικιάσω για να συνεχίσω το βιβλίο. Μπρος-πίσω. Μπρος-πίσω. Εννιά μήνες, βδομάδα παρά βδομάδα. Ωραίες εποχές — δεν θέλω να τις ξαναζήσω». Δεν βρήκα πότε τα έγραφα αυτά, πάνε κάποια χρόνια. Δεν θυμόμουν καν αυτό το κείμενο και δυσκολεύτηκα να το βρω, αλλά δεν θα ξεχάσω εκείνες τις εποχές, ποτέ μου. Ήταν για το Δώδεκα, που τελικά βγήκε το ’91 στον Καστανιώτη, και που πολτοποιήθηκε δυο-τρία χρόνια μετά. (Δυστυχώς, δεν έχω κανένα αντίτυπο απ’ αυτό το βιβλίο. Για κάποιο λόγο, μάλιστα, έχει βγει και από τον κατάλογο του Καστανιώτη. Ίσως έτσι να γίνεται καμιά φορά στα outofprint που κατέληξαν να γίνουν χαρτοπολτός για φακέλους και κιβώτια). Πολύ μετά αγόρασα τη δική μου γραφομηχανή, μια ηλεκτρονική που ποτέ δεν την αγάπησα, αλλά πιο πριν, α, πιο πριν μού είχε δώσει ο πατέρας μου τη δικιά του, που την έχω ακόμα στη θήκη της, την αγαπώ και την ξέρω απέξω, ξέρω πότε θα κολλήσει και με ποιους, ακριβώς, συνδυασμούς γραμμάτων, ξέρω τον κάθε της ήχο, ξέρω πότε γράφω καλά και πότε κάνω λάθη. Μια γλυκιά Brotherείναι, μικρή, κομψή, πολυτονική φυσικά (η ηλεκτρονική δεν ήταν), χαδιάρικη σαν γάτα, σχεδόν γυρνά μόνη της αράδα, με ένα ρονρόνρισμα . Και μπορεί όποτε θέλει να σου ματώσει τα δάχτυλα. Κάποτε μου τα μάτωνε, και μου τα μάτωνε καλά. Τώρα πια δεν ματώνουν τα δάχτυλά μου. [§] Θα επανέρχομαι συχνά στις γραφομηχανές, άλλωστε δεν ξέρω και πολλά διαφορετικά πράγματα. [§] Αύριο, τελικά, ξεκινώ το βιβλίο μου. Άργησα, άργησα τρομερά. Ντρέπομαι. Αλλά το ξεκινάω, και δεν πρέπει να λιγοψυχήσω. [§] Για τη δίκη των ναζί αντιγράφω αποσπάσματα από το πρώτο report τουGoldenDawnWatch(http://goldendawnwatch.org/?p=725): «1η Συνεδρίαση. […] Στις 20 Απριλίου 2015 στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού ξεκίνησε η πολυαναμενόμενη δίκη της κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά και απλών μελών της Χρυσής Αυγής, για σωρεία κακουργηματικών και πλημμεληματικών παραβάσεων του Ποινικού Κώδικα […]. Η δίκη αυτή είναι πρωτοφανής για τα ελληνικά δικαστικά, πολιτικά, αλλά και κοινωνικά χρονικά, γιατί, εκτός από την φύση των κατηγοριών σε βάρος μιας ολόκληρης κοινοβουλευτικής ομάδας και τον πρωτόφαντο αριθμό των παραγόντων της διαδικασίας, η ορθή τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων, αλλά και η μορφή της τελικής της έκβασης αποτελούν εξαιρετικά κρίσιμο διακύβευμα για τον σύγχρονο ελληνικό και παγκόσμιο (νομικό και όχι μόνο) κοσμοπολιτισμό. […] Η αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων προβλέπεται από το Νόμο, προκειμένου να εξασφαλίζει την διαφάνεια της διαδικασίας, και αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση για τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων μερών (κατηγορουμένων, θυμάτων), αλλά και της κοινής γνώμης. […] Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των δημοσιογράφων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο […] η εναρκτήρια συνεδρίαση διεξήχθη στην εν λόγω αίθουσα [μέσα στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού]. Οι αρμόδιες αρχές όμως δεν είχαν φροντίσει για την κατάλληλη διαμόρφωσή της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον de facto αποκλεισμό του κοινού. [Οι] συνήγοροι της οικογένειας του Παύλου Φύσσα επιβεβαίωσαν ότι δύο μάρτυρες ήταν απόντες από τη συνεδρίαση, επειδή δέχτηκαν επίθεση έξω από το χώρο του δικαστηρίου και υπέστησαν σωματικές βλάβες. […] Η συνεδρίαση ξεκίνησε στις 09:1. […] Παρόντες στη διαδικασία ήταν 44 κατηγορούμενοι. Απόντες και εκπροσωπούμενοι από τους νομικούς τους εκπροσώπους ήταν 24 κατηγορούμενοι [ο κατηγορούμενος Αντώνιος Μπολέτης απεβίωσε]. Ο κατηγορούμενος Νικόλαος Παπαβασιλείου δήλωσε ότι δεν εκπροσωπείται από συνήγορο και ζήτησε από το δικαστήριο να του διορίσει συνήγορο. Η έδρα διόρισε δύο συνηγόρους από τον κατάλογο των αυτεπαγγέλτως διοριζόμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και στη συνέχεια διάβασε τα ονόματα των μαρτύρων. […] Το δικαστήριο στις 11:05 διέκοψε τη συνεδρίαση για τις 7 Μαΐου 2015, προκειμένου να ενημερωθούν οι διορισθέντες συνήγοροι του κ. Παπαβασιλείου επί της δικογραφίας. Με την απόφαση της Έδρας περί διακοπής ολοκληρώθηκε η 1η συνεδρίαση του 1ου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου στην επόμενη συνεδρίαση να νομιμοποιηθούν οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής και να εξετασθεί εκτενώς το κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής αίθουσας συνεδρίασης του δικαστηρίου». [§] Η Κ. είναι ακόμη στη δουλειά (κι έχει πάει 1 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα), ο Α. κοιμάται στα πόδια μου, εξουθενωμένος.

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 20 Απριλίου 2015

Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτόν το μαθητή, αλλά τον σηκώνεις στον πίνακα γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι πρέπει να μάθει να κάνει για να πάρει τα γράμματα. Ξέρεις πως δεν θα φας αυτό το λαχανικό, αλλά το ποτίζεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα το νοστιμευτεί και θα γεμίσει την κοιλιά του με δαύτο. Ξέρεις πως δεν θα ξαναψαρέψεις μ’ αυτά τα δίχτυα, αλλά τα μπαλώνεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα πιάσει ωραίες γλώσσες μ’ αυτά, και θα τις πουλήσει στη σκάλα, και μια —την πιο παχιά— θα την πάει στο παιδί του. Ξέρεις πως δεν θα ξαναπεράσεις αυτό το κατώφλι, αλλά το σκουπίζεις όπως κάθε μέρα όλα αυτά τα χρόνια, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και γιατί κάποιοι θα το διαβούν αύριο για ν’ αγοράσουν ένα πακέτο τσιγάρα, κι ας δουλεύει άλλος το μαγαζί με τα ψιλικά και τις χρωματιστές εφημερίδες. Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτά τα μάτια, αλλά γι’ αυτά γράφεις αυτό το ποίημα απόψε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί έτσι γινότανε πάντα με τα ποιήματα, και γιατί θα τα ξαναφιλήσεις κι εσύ, κάποτε, αυτά τα μάτια, μέσα από τα φιλιά κάποιου άλλου, αυτού που θα μείνει. Κι έπειτα εσύ, ο ποιητής, ο έμπορος, ο ψαράς, ο μπαξεβάνης, ο δάσκαλος, αχ! όλοι μαζί, θα συναντηθείτε, κρύες σκιές, κρύες σκιές, μαζί μ’ άλλους τόσους κι άλλους τόσους κι άλλους τόσους, και θα πάρετε ο ένας φωτιά από το τσιγάρο του άλλου, και η καύτρα θα φεγγίζει σαν μικρός φάρος, και οι βάρκες θα έρθουν και θα σας πάνε με μουσκεμένα μπατζάκια στη λάντζα, κι εκείνη θα σας φέρει ατάιστους στο πέλαγος, με τα χείλια να λένε ονόματα και να παρακαλάνε για νερό, και μετά το νερό θα πει, «Νά ’μαι», και θα σας πάρει μ’ ένα ρούφηγμα όλους στην αγκαλιά του, και θα σας σφίγγει, θα σας σφίγγει όπως ξέρει να σφίγγει το νερό, και κάποιους θα σας ξεβράσει έξω, κι άλλους —τον ποιητή, τον έμπορο, τον ψαρά, τον μπαξεβάνη, τον δάσκαλο— θα σας κρατήσει εκεί χαμηλά, εκεί βαθιά, ν’ ανάβετε ο ένας το τσιγάρο του άλλου με την ίδια πάντα πεινασμένη καύτρα. [§] Δανείζομαι μία καταχώριση από το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού, Οι Ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα Ημερολόγιο του 2014 (εκδόσεις «Πόλις»). Την Πέμπτη 3 Ιουλίου. Γράφει ο Μητσός: [§] Να ένας ωραίος χαρακτηρισμός. Ούτε «λαθρομετανάστες», που είναι προσβλητικό, ούτε «παράτυποι μετανάστες», που ακούγεται πολύ correct. Ζόμπι. Μία λέξη, πέντε γράμματα, που τα λέει όλα. Ζωντανοί νεκροί, ούτε ζωντανοί ούτε νεκροί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις, έτσι όπως είναι στοιβαγμένοι στις βάρκες, αν αναπνέουν ή όχι. Εξωγήινα και τερατώδη όντα, που έρχονται να κλέψουν τις δουλειές μας και να μας ρουφήξουν το αίμα. Φυγάδες και εισβολείς ταυτόχρονα. Ο όρος ανήκει στον Χανίφ Κουρέισι, τον εξήντα δύο ετών Βρετανό συγγραφέα πακιστανικής καταγωγής που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από σενάρια όπως το Ωραίο μου πλυντήριο και βιβλία όπως ο Βούδας των προαστίων. «Ζόμπι είναι οι πρόγονοί μου», λέει σε συνέντευξή του στη La Repubblica. «Είμαστε εμείς, προτού ενσωματωθούμε. Σχεδόν όλοι έχουμε υπάρξει μετανάστες, στην ιστορία κάθε ευρωπαϊκής οικογένειας υπάρχει ένας πατέρας ή ένας παππούς που έφυγε πάμφτωχος με κατεύθυνση έναν Βορρά πιο πλούσιο και ελπιδόφορο». Για τον Κουρέισι, πίσω από τη στάση των Δυτικών πολιτών και Μέσων ενημέρωσης απέναντι στους μετανάστες βρίσκεται πρώτα απ’ όλα η οικονομική κρίση: όταν υπάρχει κρίση, ο κόσμος αναζητεί έναν αποδιοπομπαίο τράγο, και ο μετανάστης είναι ένας ιδανικός ένοχος: έρχεται από μακριά, μιλά μιαν άλλη γλώσσα, είναι πεινασμένος, βρόμικος, κατεστραμμένος. Ένα ζόμπι, δηλαδή. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έρχονται μετά, αφυπνίζονται από την κρίση και τον λαϊκισμό. Έτσι συνέβαινε πάντα. Όταν ήταν μικρός, τα ζόμπι και οι εξωγήινοι στο Λονδίνο ήταν οι μετανάστες από το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές. Τώρα είναι οι απελπισμένοι από το Σουδάν. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο η κρίση και ο ρατσισμός (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, υπήρχε πάντα, με κρίση ή χωρίς, και θα συνεχίσει να υπάρχει). Είναι και η δική μας αδιαφορία, ημών των «υγιών» και απροκατάληπτων, η ανία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα θέματα των «Τριτοκοσμικών». Είναι αυτό που λέει ο πατέρας Ζεράι: «Οι θάνατοι των μεταναστών που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη είναι το προϊόν μιας άρρωστης σχέσης ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο του πλανήτη». Ο Μούσι Ζεράι γεννήθηκε το 1975 στην Ασμάρα, που ανήκε τότε στην Αιθιοπία και σήμερα είναι πρωτεύουσα της Ερυθραίας. Όταν ήταν εφτά ετών, ο πατέρας του συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία, αλλά τους δωροδόκησε και κατάφερε να διαφύγει στην Ιταλία. Εκείνα τα χρόνια ήταν πιο εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο. Ο Ζεράι τον ακολούθησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά ο πατέρας του είχε πια ξαναπαντρευτεί και δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα παιδιά του. Χάρις σ’ έναν Βρετανό ιερέα, απέκτησε άδεια παραμονής. Και ύστερα ανακατεύτηκε με τους Scalabrinians, μια θρησκευτική οργάνωση που βοηθά τους μετανάστες. Δούλεψε πολλά χρόνια μαζί τους, οργάνωσε διαδηλώσεις, ασκούσε πίεση στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Την τελευταία φορά που επισκέφτηκε την Ερυθραία για να αποχαιρετήσει τη γιαγιά του που τον είχε μεγαλώσει, άφησε τον αριθμό του τηλεφώνου του σε μερικούς φίλους της οικογένειας. Εκείνοι τον έδωσαν σε άλλους, και σύντομα ο Ζεράι άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα από Ερυθραίους στη Λιβύη, το Σουδάν, την Αίγυπτο. Ήταν πια ο άνθρωπός τους, ο ήρωάς τους, ο σωτήρας τους. Το τηλέφωνό του είναι γραμμένο στους τοίχους των φυλακών στη Λιβύη. Όταν εκατοντάδες μετανάστες θαλασσοπνίγονταν τον περασμένο Οκτώβριο σε ένα από τα τρομακτικότερα ναυάγια έξω από τη Λαμπεντούζα, αυτόν τον αριθμό έγραψε μια γυναίκα στον τοίχο μιας καμπίνας. Πίστευε πραγματικά ότι ο πατέρας Μωυσής μπορούσε να τους σώσει. Όσοι ναυαγούν στο πέρασμα από τη Λιβύη προς την Ιταλία τηλεφωνούν συνήθως στον Ζεράι, ο οποίος καταγράφει τις συντεταγμένες τους και ειδοποιεί τις ιταλικές Αρχές. Όταν δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, βγαίνει στην τηλεόραση και καταγγέλλει τους υπευθύνους, ή τέλος πάντων εκείνους που αυτός θεωρεί υπευθύνους. Σύμφωνα με την ιταλική ακτοφυλακή, έχει βοηθήσει στη διάσωση τουλάχιστον 5.000 ανθρώπων. Αλλά η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Αυτό που προτείνει ο ίδιος είναι να ανοίξει η Ευρώπη έναν «ανθρωπιστικό διάδρομο» —όπως γίνεται συνήθως για τη διάσωση των αμάχων από πολεμικές ζώνες— ώστε να μην είναι αναγκασμένοι οι μετανάστες να στηρίζονται στους λαθρεμπόρους. Θα πρέπει επίσης η Ευρώπη να ανοίξει τις πρεσβείες της στη Λιβύη και το Σουδάν σε όσους ζητούν άσυλο. Για απελπισμένους ανθρώπους μιλάμε, σε τελευταία ανάλυση. Όχι για ζόμπι. [§] Σήμερα ξεκινήσαμε τη συνεργασία στην εκπομπή με τον Ευτύχη Βαρδουλάκη, έκατσε μία ώρα στο τηλέφωνο, ήταν όπως πάντα σπουδαίος και σοβαρός και στιβαρός. Μετά παίξαμε τραγούδια, είπαμε για κάτι ταινίες που είδαμε στο βίντεο, κλείσαμε, ήρθαμε στο σπίτι αφού περάσαμε για δυο λεπτά από το Νερό που Καίει, ταΐσαμε τον Α., φάγαμε κι εμείς από δυο φέτες τυρί του τοστ, πιάσαμε τα βιβλία μας και μείναμε να κοιτάμε ο καθένας τη δικιά του λέξη. Και ίσως το δικό του όνομα. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται — μάλλον.


Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 19 Απριλίου 2015
Πρέπει να υπάρχει μία μαθηματική εξίσωση που να αποδεικνύει πως, όταν βρίσκεις στο κουτί με τα σημειωματάρια και τους πληρωμένους λογαριασμούς που ’χεις πάνω στο γραφείο σου, ψαρεύοντας τα κλειδιά του σπιτιού για να πας μισοντυμένος και μισοβρίζοντας στο περίπτερο, ένα κλειστό πακέτο καπνό που έως τότε αγνοούσες την ύπαρξη του, το κέρδος σου δεν είναι 4,40 ευρώ αλλά, για κάμποσες στιγμές τουλάχιστον, άπειρο. Και το αντίθετο, βέβαια: όταν ανακαλύπτεις, πτώμα πια, βράδυ, κι ενώ έχεις όλα τα άλλα —καπνό, φιλτράκια, τασάκι, αναπτήρα, κρασί, ταινία να παίζει—, πως το πακετάκι με τα χαρτάκια που νόμιζες για καινούριο είναι άδειο σαν σουτιέν πεταμένο στα άπλυτα: δεν σου λείπει απλώς ένα χαρτάκι, ή τόσα χαρτάκια όσα τσιγάρα είναι να καπνίσεις — αλλάζει όλη σου η ζωή. Οκέι, μπορεί να μην υπάρχουν αυτές οι εξισώσεις. Αλλά μπορεί και να υπάρχουν. Το δεύτερο πάντως συμβαίνει πολύ πιο συχνά, οπότε υπάρχουν μάλλον περισσότερες πιθανότητες να έχει, κάπου, την εξίσωσή του. [§] Είδαμε ξανά τα Grindhouse φιλμ των Ταραντίνο-Ροντρίγκεζ, Death Proof και Planet Terror, είχα καιρό να τα δω, πλάκα είχανε, για κάποιο λόγο το χρειαζόμασταν αυτό. Έτσι κι αλλιώς, προσωπικά μιλώντας, αν αγαπώ κάτι στον κινηματογράφο, αν αγαπώ ένα πράγμα, δεν είναι ο Μπέλα Ταρ και ο Στάλκερ, ξέρω γω, είναι το Weird Tales, το Argosy, το Amazing Stories, το Black Mask και το Dime Detective μεταφερμένα στο πανί. Δεν είμαι ο μόνος, προς Θεού, είμαστε λεγεών. Ίσως γι’ αυτό και ποτέ να μην ψήφισα μέινστριμ κόμμα, τώρα που το σκέφτομαι. (Αν και, μια φορά, προπαγάνδισα ένα από αυτά — και πάτωσε). Θες επειδή δεν έλαβα υψηλού επιπέδου παιδεία, θες επειδή κάτι τρέχει με τη διαδικασία της ωρίμασής μου, θες επειδή γοητεύομαι από τα κλισέ (που, από την άλλη, λένε πάντα την αλήθεια), θες επειδή με εξιτάρει ο φόβος (του άλλου, του ήρωα, και δη του ήρωα των δεύτερων ρόλων), θες επειδή είμαι ψηλομύτης, θες επειδή είμαι ρομαντική ψυχή και κλαίω ακόμη και με τις διαφημίσεις της κοκακόλας, ένα έργο μηδαμινού προϋπολογισμού με ζόμπι, φέρ’ ειπείν, έλκει πάντα την προσοχή μου πολύ περισσότερο από όλη την τρέχουσα παραγωγή μαζί, ιδίως όταν ένα μέρος της αφορά έντονα πολύ κόσμο. Ή θες επειδή αυτά είναι πράγματα που δεν μπορείς παρά να ανακαλύψεις μόνος, και να τα ξεπεράσεις (αν τα ξεπεράσεις ποτέ) μόνος. Δεν είναι, ούτε μπορούν να είναι, συρμός, δεν είναι, ούτε μπορούν να είναι, «γενική παιδεία»: είναι ατόφιο περιθώριο, και στο περιθώριο περπατάς μόνος. Έτσι, θυμάμαι, είχα κόψει και την Ελευθεροτυπία: προσέφερε (ιδίως την Παρασκευή και το Σαββατοκύριακο) όλα όσα αγαπούσαμε επειδή είχαμε λιώσει σόλες και σόλες για να τα ανακαλύψουμε περπατώντας μόνοι (στο περιθώριο), και τα προσέφερε σε ωραίες οικογενειακές συσκευασίες, με μπόλικα wow και κόντρα wow: Επιστημονική Φαντασία, κόμιξ, b-movies, σχεδιαστές, τέτοια πράγματα. Κάπως σαν τα γκουρμέ εστιατόρια με Michelin που «πειραματίζονται με πρωτόγονα υλικά και απλές γεύσεις». Βασικά, όλο αυτό το πράγμα ήταν τόσο ΠΑΣΟΚ, αν με εννοείς, δυνάμει αναγνώστη μου, που το σκέφτομαι και ανατριχιάζω. [§] Άσε μας. [§] Θα μιλήσουμε μες στη χρονιά για τα βήτα πράγματα στην Τέχνη, άλλωστε δεν ξέρω και πολλά διαφορετικά πράγματα. Οπότε θα λέμε για pulp και b-movies. Και τέτοια. [§] Ο Α. ήταν πολύ καλός στις βόλτες του σήμερα, πήγαμε οι δυο μας και πήραμε την Κ. από το κανάλι, είχε και πολύ καλό καιρό, κουράστηκε τόσην ώρα έξω, έφαγε πολύ μετά, τώρα κοιμάται με μισάνοιχτα τα μάτια, πτώμα. [§] Καθώς θα μας έρθουν μαζεμένα (όπως όταν έχει συννεφόκαμα επί ώρες, τόσο που πια δεν το αντέχεις, και κολλάς παντού, και πετάς το μαξιλάρι σου στο πάτωμα, και στάζουν ιδρώτα ακόμα και τα μάτια σου, και η βροχή, όταν πια έρθει, είναι λυτρωτική, ή μοιάζει λυτρωτική), ούτε σήμερα (χθες, τέλος πάντων) είχαμε τίποτα νέα, πέραν τής βρομιάς περί δήθεν συνεργασίας με τον μαφιόζο δικτάτορα της Ρωσίας, που έσπευσαν να την πάρουν πίσω τα ορκ ένθεν κακείθεν, καθώς συμφωνίες τέτοιου είδους, ακόμη και όταν δεν γεννιούνται στη φαντασία κάποιου ανθυποβλακάκου υπουργού της Εθνικής Κυβερνήσεώς μας με το Πουλί (το πουλί του Καμμένου, προσώρας), απλώς απαγορεύονται στην ΕΕ διότι συνιστούν απεμπόληση των αρχών της και διάρρηξη του καταστατικού της. [§] Κάτι πήρε τ’ αυτί μου και για φόρο, λέει, ακριβών διακοπών, αλλά ίσως είναι αρβύλα. Ή Κουλούρι. Ελπίζω να μην ξανακούσω αυτές τις τρεις λέξεις ξανά τη μια μετά από την άλλη, σε οποιαδήποτε σειρά. [§] Κλείσαμε γατί σήμερα: ή, βρήκαμε τη Φαντομά. Είναι δεκαπέντε ημερών, και την πουλάνε κάτι Τούρκοι που ζουν στην Κομοτηνή. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και κλείσαμε ραντεβού για ενάμιση μετά στην Καβάλα. Ναι, θα πάμε ώς την Καβάλα για να πάρουμε τη Φαντομά. Πολύς δρόμος. Εν πάση περιπτώσει, μοιράσαμε την απόσταση, να ’ναι καλά οι άνθρωποι. [§] Τα καραβάκια σουλατσάρουν έξω, κι έχει συννεφόκαμα. Είμαι με το τισέρτ. Θα αργήσει να βρέξει, αλλά θα ρίξει πολύ νερό. Και δεν θα μας λυτρώσει.
 

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 17 Απριλίου 2015

Είναι ίσως εκείνη η μακρά εποχή του έτους που ακόμα και τα λίγα και απαραίτητα που έχεις να κάνεις σε κουράζουν περισσότερο από μια κανονική δουλειά, κι είμαστε και οι δυο ξαπλωμένοι στον καναπέ, τυλιγμένοι με μια φλις κουβέρτα, από μισή ο καθένας, και γυρνάμε με το ζόρι τις σελίδες (άφησα τον Καναδά και ξεκίνησα τον Κύκλο του Dave Eggers που μου φαίνεται λιγότερο απαιτητικός, είμαι συνέχεια μες στην κούραση), ο Α. κοιμάται με θόρυβο αλλά ανοίγει και το ένα μάτι όποτε κάνουμε κάποια κίνηση άλλη από το γύρισμα της σελίδας, η Κ. τον έβγαλε το απόγευμα και πήγαν μια μεγάλη βόλτα πέρα ψηλά στην Αγίας Σοφίας και κουράστηκε, δεν ήταν και πολύ καλά σήμερα ούτως ή άλλως κι αυτός, από το πρωί, δεν αντέχω να γυρίσω την ταινία στο Seven και θα χρεωθούμε με ένα επιπλέον ευρώ (χαλάλι: δεν αντέχω, πήγα και στο σουπερμάρκετ, έκανα και εκείνη την κριτική, είναι κι αυτός ο περίεργος καιρός, η περίεργη εποχή, κουράστηκα πολύ), δεν είδα κάτι να ’γινε σήμερα όσο σκρόλαρα στο Twitter, τα ίδια και τα ίδια, ο Κρούγκμαν μάς είπε να δεχτούμε «έναν έντιμο συμβιβασμό αντί μιας έντιμης εξόδου από το ευρώ», καθώς μία έξοδος αυτή τη στιγμή θα ήταν «κόλαση» και «εφιάλτης», ο Βαρουφάκης μάς θύμισε ότι θα έχουμε κραχ τον Μάιο, οκέι το ξέρουμε, το κακό δεν είναι το κραχ —που λέει ο λόγος, ναι;—, το κακό είναι πως οι δανειστές δεν θα κάνουν τα στραβά μάτια στη μονομερή εκ μέρους της Ελλάδας ενέργεια, της μη τήρησης των συμπεφωνημένων: αν τα έκαναν, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διαχειριστεί με πολύ-πολύ-πολύ ευφάνταστους τρόπους το γεγονός ότι δεν θα μπορεί, φευ, να καταβάλλει ούτε μισθούς και συντάξεις τους αμέσως επόμενους μήνες, όχι μόνο τις δόσεις του χρέους, πράγμα που θα λειτουργούσε δίκην θρυαλλίδος και ενδεχομένως να έριχναν οι δημόσιοι υπάλληλοι το γκουβέρνο, γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι μόνο μπορούν να το ρίξουν, αλλά αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα, στην πραγματικότητα το πιστωτικό γεγονός θα καταγγελθεί αυτεπαγγέλτως, οπότε τα ποσοστά των συγκυβερνώντων θα πάνε στο 50-60% μέσα σε μια έμπλεη πανηγυρισμών μέρα και μια καταυγασμένη από γερμανικές φλεγόμενες σημαίες νύχτα, και θα κάνουν αμέσως εκλογές και κάπου εκεί θα παγιωθεί ό,τι έχει αρχίσει να σέρνεται από τα τέλη του Γενάρη και μετά, οπότε θα πάει για τις ελληνικές καλένδες το σενάριο περί στροφής, μετακίνησης, ή «γλιστρήματος», του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κεντροαριστερά, κάτι που θα συνέφερε τους πάντες αλλά όχι την ελληνική εντροπία, κάτι επίσης γίνεται με την Κωνσταντοπούλου στην τηλεόραση (ή στη Βουλή; δεν ξέρω), αλλά η Κωνσταντοπούλου είναι τόσο είδηση όσο και οι ψευτομετεγγραφές που γεμίζουν τις αθλητικές εφημερίδες τον Αύγουστο ίσα-ίσα για να πουλήσουν κι αυτοί οι έρμοι κανένα φύλλο στους λουόμενους, που εν γνώσει τους διαβάζουν ό,τι διαβάζουν, όλοι ξέρουν το μη-μυστικό, γίνονται και κάτι μετασεισμοί, ευτυχώς, στην Κρήτη και εκτονώνεται το πράγμα, χαζολογάμε στο Facebook με τα τρέιλερ των ταινιών του καλοκαιριού και των Χριστουγέννων μπας και ξεχαστούμε και μπας και δεν το χάσουμε τελείως, για τους ίδιους λόγους ξεφυλλίζουμε και κάτι ξένα περιοδικά, η αντιπολίτευσή μας (που μόνο αυτή μπορεί να κάνει κάτι για να σταματήσει η κατρακύλα: αν μη τι άλλο να ενημερώσει τον κόσμο τι του ξημερώνει), η αντιπολίτευσή μας, λέω, μάλλον χαζολογάει επίσης στο Facebook και κατά τα άλλα είναι αδρανής και 100% ένοχη για όλο το θανατικό που έρχεται, οι φασίστες ξεσαλώνουν μετά την «άλωση» του Εχίνου μεγαλοπαρασκευιάτικα και καίνε τζαμιά στη Θράκη, αύριο-μεθαύριο θα ξεσηκωθεί ο κόσμος εκεί και θα ’χουμε δράματα, όπως πολλά είναι να γίνουν, άλλωστε, και στην Αθήνα απέναντι στους μουσουλμάνους αλλά και απέναντι στην εβραϊκή κοινότητα από τους ναζί, όπως πάντα βέβαια όταν η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από εθνικολαϊκισμό κι όταν το ψωμί παίρνει να ακριβαίνει, αυτά είναι παλιά όσο και η πολιτική και όσο οι πόλεις και όσο οι αγορές που φτιάξαν τις πόλεις. [§] Είναι Παρασκευή, κι όλη η μέρα μοιάζει σαν Κυριακή βράδυ, φθινόπωρο. [§] Είχε καραβάκια σήμερα, απ’ αυτά για τους τουρίστες, σχεδόν άνοιξε η σεζόν, κάνουν βόλτες αλλά με λίγους επιβάτες βέβαια, αύριο ίσως θα ’χουν περισσότερους, και μάλιστα κάνουν βόλτες, δόξα τω Θεώ, χωρίς μουσική, ή μάλλον χωρίς μουσική που να ακούγεται ώς το σπίτι, πέρσι υποφέραμε επί μήνες, όλο το βράδυ, όλο το βράδυ ώς τα χαράματα σκυλάδικα και σκυλάδικα, ή μάλλον όχι σκυλάδικα, τα σκυλάδικα μια χαρά είναι στο contextτους, στα τουριστικά καραβάκια, την Κλειώ, την Αργώ και την Αραμπέλλα, παίζουν σκυλοπόπ — μια μέρα, εγώ ο γενικά άμουσος, να θυμηθώ να γράψω για τις κατηγορίες του τραγουδιού, προσβάλλομαι που κράζουν το έντεχνο ενώ έντεχνος, π.χ., είναι ο Μούτσης, για να μην πω ο Χατζιδάκις, μπερδεύοντας τους πάντες με τους Πλιάτσικες και τους Πυξ-Λαξ. Τέλος πάντων, μια άλλη μέρα. Όλα θα τα κάνουμε, όλα θα γίνουν. Όλα θα γίνουν μιαν άλλη μέρα.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 17 Απριλίου 2015

Δεν έκανα την κριτική που μου ζήτησε ο Η.Κ., δεν ασχολήθηκα καν, θα την κάνω όμως ανυπερθέτως αύριο (εν πάση περιπτώσει: σήμερα, σωστά;), ούτε διάβασα το βιβλίο μου (άρχισα τον Καναδά του Φροστ, λένε πως είναι σπουδαίος), ούτε ξεκίνησα το δικό μου, το άφησα με τις δυο πρώτες αράδες του και τη σελίδα τίτλου του, έκανα από το πρωί πολλά μικρά, μικρά, μικρά πράγματα αλλά τίποτε ουσιαστικά, και τίποτε «παραγωγικό», ας πούμε πήγα στο ταχυδρομείο να παραλάβω ένα δέμα που είχε μέσα δύο τσάντες και ένα τισέρτ, έγραψα ένα κείμενο οπισθοφύλλου και συνέταξα τα κειμενάκια για τα αυτιά ενός μυθιστορήματος που επιμελήθηκα, τέτοια πράγματα, πράγματα μικρά-μικρά και διόλου παραγωγικά, αλλά πράγματα που σου τρώνε τη μέρα με τα επίμονα δοντάκια τους, που σου τη ροκανίζουν, και κοιμήθηκα κιόλας το μεσημέρι, και δεν παρακολούθησα καν και τις ειδήσεις, έμεινα στις πρωινές μόνο, στη γραφικά ναζιστική επίθεση των συριζαϊκών μίντια και των κολαούζων τους στους μεταλλωρύχους, κι επειδή γράφω και δημοσιεύω για το θέμα πολύ-πολύ before it was cool 'n' obvious, κι επειδή έχω φάει και τις αναλογούσες επιθέσεις και τις συναφείς απειλές και πρέπει να πάρουν άλλοι σειρά για να μου τα πουν, κι επειδή τώρα πια είναι καιρός να αναλάβουν άλλοι το θέμα με τις Σκουριές, και να αναλάβουν ταυτοχρόνως και τις ευθύνες τους, που λέμε (αργά-αργά, αλλά και σήμερα αυτομάτως, κάποιοι κατάλαβαν τι παίζει και άρχιζαν να το «διεδίδουν»), αρκούμαι πλέον να γυρίζω μες στη Ναβαρίνου, πηγαίνοντας να αλλάξω το DVD στο Seven, με τζόκεϊ Hellenic Gold φορεμένο μια στάλα λοξά και να περιμένω πότε θα με καρφώσουν με κανένα κατσαβίδι και πόσοι θα ’ναι που θα το κρατάνε αυτό το κατσαβίδι από όλο αυτό το συρφετολόι των οικοναζί, που είναι απείρως πιο επικίνδυνοι από τους κάφρους τους Χρυσαυγίτες, αν μη τι άλλο επειδή οι τελευταίοι δηλώνουν ορθά-κοφτά ότι μισούν τον άνθρωπο, και μάλιστα το ξέρουν ότι τον μισούν, δεν τρυπάν τις πλάτες τους να μπήξουν φτεράκια, ενώ οι οικοναζί ούτε το λένε, ούτε —κυρίως— το ξέρουν, μισούν τον άνθρωπο τυφλά, όπως μια ύαινα μισεί ολόκληρο το περιβάλλον της επειδή όλοι οι υπόλοιποι ένοικοί του είναι δυνάμει άρπαγες της τροφής της, των πτωμάτων που ονειρεύεται κάθε πρωί στη φωλιά της στο χώμα, με το στόμα κολλημένο στο στόμα μιας άλλης ύαινας, φίλης κι αδελφής, και με τα χνότα τους να αγκαλιάζονται και να ανακατώνονται και να συστρέφονται και να γίνονται ένα, να γίνονται ένα μεγάλο και ωραίο, μια υαινική ανασαιμιά. [§] Βγήκε το δεύτερο teaser των Star Wars: The Force awakens, και όλοι έχουμε εκστασιαστεί, ειδικά βλέποντας το πλάνο με τον Χαν Σόλο, φέτος βγαίνουν τόσο πολλές με τον τρόπο τους η καθεμία σημαντικές ταινίες, που θα μνημονεύουμε το ’15 σαν τη χρονιά που ο κινηματογράφος ανέβηκε όσα level είχε ανεβεί την τελευταία εικοσιπενταετία και βάλε. Πολύ χαίρομαι που το ζει όλο αυτό η ανθρωπότητα, είναι ασύλληπτα σημαντικό. Όπως ασύλληπτα σημαντική είναι η δουλειά που κρύβουν οι τέτοιες ταινίες: χιλιάδες άνθρωποι που ο καθένας τους είναι τρομερά αξιόλογος (για να μην αναφερθώ σε σένα, δυνάμει μου αναγνώστη, εγώ ούτε τον λάτε τους είμαι σε θέση να τους σερβίρω — ή, αν θες, το ελληνικό Twitter να ’χει πέντ’-έξι τέτοιους συνολικά), από ένα πλήθος ειδικοτήτων, με κάτι τσουβάλια πτυχία, εργάζονται παθιασμένα σε πανηγυρικά υψηλό επίπεδο επί χρόνια και νυχθημερόν και με χωρίς να το λένε για να κατασκευάσουν όλοι τους μαζί ένα έργο υψηλής τέχνης (πάντα η Τέχνη κατασκευάζεται, δεν επινοείται, δεν γεννιέται, δεν «δημιουργείται» από κάνα ταλέντο): αυτό που συνήθως λέμε ποπ (και, ναι, που έχει και χώρο για όλη τη σαβούρα που μπορεί να παραχθεί: η Τέχνη δεν είναι νησί, δόξα τω Μεγαλοδυνάμω). [§] Σεισμός 6,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ σημειώθηκε σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ανατολικά της Κρήτης στις 21.07. [§] Ο Βαρουφάκης είναι μία τραγική περίπτωση. Κάποιος από τους οπαδούς του θα τον χτυπήσει μια μέρα και θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε. Λυπάμαι από τώρα για τη βία που άθελά του (γιατί είναι βλαξ και αμορφωτάκι) γεννά, βία που φυσικά θα πέσει κάποια στιγμή επάνω του. Δεν μπορώ όμως να κάνω κάτι — τα επισημαίνω χρόνια, αλλά δεν είμαι κανείς για να με ακούσουν. Κανείς μας δεν είναι. Όχι, τουλάχιστον, απ’ όσους αποστρεφόμαστε τη βία. Προσωπικά μόνο να λυπάμαι μπορώ, και μόνο να λυπάμαι τα καταφέρνω — κάπως. Και να φοβάμαι (αφόρητα) αυτή τη βία που γεννούν οι βλάκες και τα αμορφωτάκια στιλ Βαρουφάκη. Και που φυσικά θα πέσει επάνω τους, από τους οπαδούς τους. Τι κρίμα. Τι φρίκη. Τι αναίτιο αίμα. [§] Η φτώχεια θα ’ναι το λιγότερο που θα ’χουμε να αντιμετωπίσουμε. Η φτώχεια και η πείνα. Το λιγότερο. Η φτώχεια και η πείνα θα ’ναι το λιγότερο. Τα άλλα είναι που θα μας πονέσουν. [§] Ποτέ πριν καμιά χώρα δεν αλώθηκε από μια τόσο χαμηλής δυναμικότητας συμμορία απατεωνίσκων. [§] Κυκλοφόρησαν τα GalaxyS6 και S6 Edge, από 769 και 899 ευρώ αντιστοίχως, σε ένα κατάστημα Public στη Γλυφάδα, αν θυμάμαι καλά, είχαν σηκώσει μια γιγαντοοθόνη σήμερα (χθες, whatever), δεν ξέρω πόσος κόσμος πήγε. [§] Έφαγα ψωμί, τυρί και δυο φέτες σαλάμι. Η Κ. έφαγε στο Κανάλι, γιόρταζαν συνάδελφοί της και κέρασαν μεζεδάκια. Είδαμε μια ταινία του Τζέιμς Φράνκο, δεν ήξερα πως ήταν και (καλός) σκηνοθέτης, μας άρεσε πολύ. Ο Α. μεγαλώνει μαζί μας, κυρίως με το στόμα του (φωνάζει, δαγκώνει, τρώει, γλείφει). Κι όπως μού έλεγε σήμερα η πολύ καλή φίλη παλιά δημοσιογράφος Ο.Σ., δεν κάνει να στενοχωριέμαι, όταν δεν θα ’χουμε για την τροφή του, θα τρώει ό,τι κι εμείς. Μια χαρά θα τα πάει. [§] Έτσι πιστεύω κι εγώ. Μια χαρά θα τα πάει, ναι. [§] Έρχεται κάτι άσχημο: πόλεμος. Και πόλεμος.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 15 Απριλίου 2015

Σήμερα είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess. Ξεκίνησα το βιβλίο, άνοιξα ένα καινούριο αρχείο στο Word, έγραψα το όνομά μου, από κάτω έγραψα τον τίτλο, από κάτω του έγραψα με κεφαλαία: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ και από κάτω κι απ’ αυτό έγραψα 2015, και μετά διαμόρφωσα το έγγραφο, κανόνισα τα μεγέθη των γραμμάτων, τα κέντρα και τις αποστάσεις, τα ’κανα όλα σωστά και όπως πρέπει, έπειτα πήγα στη δεύτερη σελίδα του εγγράφου, έγραψα 1 και από κάτω τον τίτλο του πρώτου Κεφαλαίου, και από κάτω και από αυτά τις δύο πρώτες αράδες του βιβλίου, και μετά έσβησα το 1 γιατί ο τίτλος —όπως κι εδώ, στο Ημερολόγιο—, ή μάλλον οι τίτλοι των Κεφαλαίων είναι ημερομηνίες (του πρώτου Κεφαλαίου είναι Τετάρτη, 15 Απριλίου), οπότε λοιπόν δεν χρειάζονται αρίθμηση (δεν το ’χα σκεφτεί από πριν: ανοησία, φάουλ), και έκανα ακόμη λίγη μορφοποίηση στο έγγραφο και το ξανακοίταξα όλο και το βρήκα σωστό, αλλά πριν απ’ όλα αυτά, το πρωί, είχα πολλές μικροδουλειές και τα σχετικά με το καινούριο βιβλίο τα έκανα το μεσημέρι, μετά τις 12, και ήμουν ήδη, όχι κουρασμένος, αλλά κάπως ξεφουσκωμένος, πάντα θέλω να ξεκινώ να γράφω νωρίς το πρωί, έχοντας μόνο δει την αλληλογραφία μου στα πεταχτά, τίποτε άλλο, απολύτως τίποτε άλλο, οτιδήποτε άλλο επιχειρώ ή μου επιβάλλεται να κάνω καταφέρνει με τον τρόπο του και μου αποσπά την προσοχή, μπορώ να δουλεύω ή να γράψω μια κριτική, ας πούμε, ή οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι το βιβλίο, όχι το βιβλίο μου, είναι μια ψυχαναγκαστική εμμονή αυτό, ή τέλος πάντων μια συνήθεια από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω εύκολα, παρά ταύτα έκανα ότι άλλαξαν τα πράγματα πλέον, άλλωστε όλα έχουν αλλάξει, όλα, ότι τάχα μπορώ και πρέπει να το κάνω, να δουλέψω δηλαδή, να αρχίσω το βιβλίο, να γράψω τις 2.000 λέξεις μου, αλλά μου τηλεφώνησε ο Η. μετά, κατά τις 2 νομίζω, και μου ’βαλε μια δουλειά για το περιοδικό, και θα χρειαστώ όλη την αυριανή ημέρα, δηλαδή τη σημερινή, για να την κάνω, οπότε το βιβλίο πάει για την Παρασκευή τώρα, μία ημέρα μετά το πρόγραμμα που είχα καταρτίσει τον Ιανουάριο (είχα πει: Ξεκινώ στις 16 Απριλίου το βιβλίο), οκέι, μικρό το κακό, αρκεί πάντα να τελειώσω 31 Μαΐου, να μην μπω στον Ιούνιο, άλλωστε μιλάμε για μικρό βιβλίο πάλι, δεν είμαι πια σε θέση για μεγάλη φόρμα, αλλά είναι ένα κακό αυτό που δεν χρειάζεται να με ρίχνει, έτσι κι αλλιώς —δηλαδή είτε μικρό είτε μεγάλο— το βιβλίο τα ίδια θα πουλήσει (και τα ίδια θα σημαίνει για την Ιστορία της Πεζογραφίας — αστειεύομαι), εφόσον εκδοθεί δηλαδή, γιατί πάντα υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, σωστά; που είναι και το βασικό, για να μην πω το βασικότερο όλων, πάνω και από το ίδιο το γράψιμο, να εκδοθεί, και κατόπιν να βγάλει τα έξοδά του (έξοδα παραγωγής του σελιδοποιημένου αρχείου, εκτύπωσης, βιβλιοδεσίας, διάθεσης, διακίνησης, εμπορίας, διαφήμισης, ποσοστό παγίων λειτουργικών εξόδων της εκδοτικής εταιρείας που του αναλογεί, όλα αυτά), αυτά τα δύο είναι τα πιο βασικά, η έκδοση και η απόσβεση του κόστους, το γράψιμο είναι μια αναγκαία, μια αναγκαστική διαδικασία, χωρίς καμία χάρη, χωρίς καμία ανταπόδοση, χωρίς τίποτα, χωρίς καν πρωτεία. [§] Είχα γράψει κάτι συμβουλές προς νέους συγγραφείς πέρυσι, στο Facebook, μετά μου το ζητούσανε εκείνο το ποστ κάποια παιδιά, αλλά πού να το βρω με τόσα στάτους που ανεβάζω, τέλος πάντων κάποιος από όλους αυτούς (άγνωστός μου) έψαξε στη Σελίδα μου και το βρήκε και μου το ’στειλε, οπότε το έσωσα κι εγώ σ’ ένα αρχειάκι, και νά το — έχει πλάκα βέβαια να δίνω εγώ συμβουλές σε συγγραφείς, συγγραφέας που έχει όριο τις 2.000 πωληθέντα αντίτυπα, κι αυτό μια-δυο φορές όλες κι όλες, η Κόκκινη Μαρία, φέρ’ ειπείν πούλησε τα μισά απ’ αυτά (και είχε μία, μία μόνο κριτική — αρνητικό ρεκόρ πασών των εποχών, δεν έγραψαν καν οι φίλοι στα σάιτ, στα ιστολόγια —τι λέξη…—  και στις εφημερίδες, φαντάσου), αλλά τέλος πάντων αυτές ήταν οι συμβουλές μου, κάνω κόπι-πέιστ εκείνο το ποστ: [§] Για να γράψεις, εννοώ: για να γράφεις, συστηματικά και κανονικά, με ωράριο, όχι στη χάση και στη φέξη, δηλαδή για να κάνεις μια από τις πιο δύσκολες χειρωνακτικές εργασίες (η συγγραφή είναι χειρωναξία, λυπάμαι αν σου είπαν το αντίθετο), φρόντισε τα παρακάτω: 1. Να είσαι ξεκούραστος, να έχεις φάει (αλλά όχι πολύ -- εντέλει: να μην πεινάς), να 'χεις πιει (νερό και τα συναφή, ποτέ αλκοόλ), να μην έχεις έγνοιες και προβλήματα, οικονομικά, επαγγελματικά, συναισθηματικά. Η συγγραφή σε θέλει απερίσπαστο, σε θέλει ΕΚΕΙ, και «εκεί» σημαίνει απάνω της, σαν φαντάρος που ορμά σε όρυγμα, σε εχθρική φωλεά πολυβόλου, όχι με σπουδαιοφανές ύφος εντομολόγου που παρουσιάζει άλλη μια πεταλουδίτσα. Θυμήσου ότι δεν είσαι καταραμένος συγγραφέας, δεν ζεις στο Παρίσι και δεν είναι Μεσοπόλεμος. 2. Να γράφεις με ωράριο, και να το τηρείς απαρεγκλίτως. Χωρίς Σάββατο και Κυριακή. Αλλά όχι μία ώρα μόνο: δύο μίνιμουμ, 6 μάξιμουμ. Ακόμη καλύτερα, γράφε με όριο λέξεων κάθε μέρα: αλλά όχι μοναχά 100 και 200, εκτός αν έχεις θέσει ταβάνι τις σελίδες τού «Μικρού Καουμπόη». Φρόντισε να έχεις στο τσεπάκι τις 2.000. Για αρχή, όμως, οι 1.000 είναι καλές: οι λιγότερες δεν είναι καλές. 3. Να ξέρεις από πριν τι θέλεις να γράψεις και whodunnit, μην αυτοσχεδιάζεις: οι ήρωες και οι καταστάσεις που βιώνουν είναι δικά σου, δεν είναι του γείτονα. Αυτό το «Αφήνω τους χαρακτήρες του βιβλίου μου να αυτενεργούν» σ' το ψιθυρίζουν οι εχθροί σου, άνθρωποι που δεν σε συμπάθησαν ποτέ. 4. Να γράφεις με πυκνότητα και χωρίς επιρρήματα και επιθετικούς προσδιορισμούς, εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. Μην πλατειάζεις, να θεωρείς την κάθε λέξη στο βιβλίο σου κεντρική, μείζονος σημασίας, εκ Θεού. Οπότε: το 'χουν όλες αυτό το χαρακτηριστικό; Όχι; Όχι. Ωραία, σβήσ' τες -- και, κυρίως, μη τις γράφεις. Μόνο στα πρωινάδικα πλατειάζουν, γιατί οι υπέργηροι τηλεθεατές δεν προσέχουν τι λέγεται, κοιτούν απλώς τα κορίτσια με τα εσώρουχα. 5. Να γράφεις «είπε», και μόνον «είπε». Άντε και κανένα «απάντησε». Εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. 6. Να γράφεις γραμμικά, απόφευγε τα χρονικά πίσω-μπρος. Άσ' το αυτό, είναι για πιο μετά, ας πούμε για μετά τα 75 σου, όταν βγεις στη σύνταξη και εφόσον δεν είσαι λάτρης της αθλητικής ειδησεογραφίας -- οπότε καλύτερα ασχολήσου με την μπάλα γενικώς και την ομάδα σου ειδικώς. 7. Να διαβάζεις Bell, Bell, Bell: είναι μεγάλο σχολείο, και το μόνο σχολείο. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν είναι δάσκαλοι. Και σίγουρα δεν είναι δάσκαλοι για σένα. Κι αν διάβασες κάπου ότι ο τάδε επηρεάστηκε από τον Μούζιλ, φέρ' ειπείν, θυμήσου ότι ο τάδε είναι μεγάλος συγγραφέας και του πήρανε συνέντευξη. 8. Να μην περιγράφεις όνειρα. Εκτός και αν απειλούν τη ζωή των παιδιών σου. 9. Να μην ξεχνάς ότι ο Εσωτερικός Μονόλογος είναι ο #1 εχθρός σου, και θέλει να σε δει πίσω από τα κάγκελα μιας σκληρής φυλακής, κατηγορούμενο για παιδεραστία. 10. Να διαβάζεις, να διαβάζεις, και κατά βάσιν να διαβάζεις: η συγγραφή είναι ο πασατέμπος για τον ελεύθερο χρόνο του βιβλιόφιλου. [§] Σήμερα, από ειδήσεις, επειδή είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess, κι έχω νεύρα, και όλα μού φταίνε, και δεν θέλω και πολλά, δεν είδα τίποτε, απολύτως και εντελώς τίποτε, απλώς οσμίζομαι πως άλλοι δυο-τρεις, άντε τέσσερις συμπατριώτες μου μάθανε πως θα χρεοκοπήσουμε, θα πάμε στη δραχμή, η όποια κυβέρνηση θα είναι αυταρχική-εθνικοσοσιαλιστική με κομουνιστική εσάνς, θα ζούμε αλά Αλβανία επί καθεστώτος, και πέσανε απ’ τα σύννεφα με ένα ηχηρό γκντουπ, ένα γκντουπ που ακούστηκε δυνατά κι έκανε τα τζάμια σ’ όλα τα σπίτια να τρίξουν. Απομένουν άλλα δέκα-έντεκα εκατομμύρια, ή κάτι τέτοιο, για να το μάθουν και οι υπόλοιποι. [§] Θα δούμε μία ταινία τώρα, είναι 23:30. Φάγαμε σαλάτα για βράδυ, ο Α. κοιμάται στα πόδια μας.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 14 Απριλίου 2015

Σήμερα (ή, κατά τον τίτλο, χθες) τελείωσα το ομορφότερο και βιαιότερο βιβλίο που διάβασα εδώ και πολύ καιρό, το Πόλεμος και πόλεμος του Λάσλο Κρασναχορκάι, που έβγαλε η «Πόλις» σε σπουδαία μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, ένα βιβλίο που διάβαζα για κοντά εφτά μέρες, λίγο-λίγο, σαν από φόβο, τόσο σαν φόβο, μάλλον, μην τυχόν και δεν μου αρέσει —γιατί το περίμενα με πάθος και το διαφήμιζα δεξιά-αριστερά καιρό τώρα και είχα μιαν έγνοια μην τυχόν και είχα πέσει έξω: ανόητη έγνοια—, όσο και από φόβο καθαυτόν: από φόβο απέναντι στις λέξεις του Κρασναχορκάι, στη Βαβέλ των προτάσεών του, στους πύργους των φράσεών του, στις μεγάλες αποστάσεις που καλύπτουν, τρέχοντας και κουτρουβαλώντας προς τα πάνω, ολοένα προς τα πάνω, πριν κατακρημνιστούν στα χάη που άνοιξαν οι ίδιες, διαρκώς αυτοσυντριβόμενες και ολοένα επαναγεννημένες, από φόβο απέναντι στις αλυσιδωτές συστοιχίες λέξεων του Κρασναχορκάι που σκαρφαλώνουν και γκρεμίζονται, πετούν και καταρρίπτονται («…οι φράσεις ήταν καλά δομημένες, οι λέξεις, τα σημεία στίξης, οι τελείες, τα κόμματα, όλα ήταν ωραία τοποθετημένα, κι ωστόσο […] όλα όσα συνέβαιναν στο τελευταίο μέρος μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια λέξη: κατάρρευση […] γιατί οι φράσεις έμοιαζαν να τρελάθηκαν, μόλις άρχιζαν, ανέπτυσσαν αμέσως υψηλότερη ταχύτητα, ανασκουμπώνονταν και έπιαναν να τρέχουν με ξέφρενη ταχύτητα […] η γλώσσα εξεγειρόταν, έπαυε να εκπληρώνει την αρχική της λειτουργία, άρχιζε μια φράση και δεν ήθελε πια να σταματήσει […] μια ατέλειωτη φράση που κοπίαζε να είναι όσο πιο ακριβής και υποβλητική μπορούσε, ανατρέχοντας σε όσα η γλώσσα επέτρεπε και δεν επέτρεπε […] σαν ένα παζλ που η λύση του ήταν ζωτικής σημασίας […] ήταν σαν κάθε φράση […] να ήταν ζωτικής σημασίας, σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου» — σσ. 262-63), λέξεις και συστοιχίες και καλά κρυμμένες φωλεές λέξεων που δείχνουν πράγματα τρομακτικά, φρικώδη, πράγματα της απελπισίας και του χαμού, που τη μια τα καταλαβαίνεις και τα κάνεις κτήμα σου, και την άλλη τα ξεχνάς, σου διαφεύγουν, παραλλάσσουν και μασκαρεύονται ξανά και ξανά και ξανά, σε ένα διαρκές παιχνίδι νοημάτων φτιαγμένων από ένα αρχετυπικό, πλην τόσο ταπεινό, κρεμμύδι, που κρύβει μέσα του και αποκαλύπτει πάντα, και ξαναθάβει αμέσως μετά, μια ή περισσότερες επικίνδυνες αλήθειες, αλήθειες που είναι και δεν είναι προφανείς, που τις έχεις ή δεν τις έχεις ξανακούσει ή ξανασκεφτεί, μα δεν έχει σημασία αυτό, δεν χρειάζεται καν να το καταλάβεις, ή να το καταλάβεις απολύτως, ή να είναι «ορθό» («…η ορθότητα ενός συλλογισμού, όσο αξιοσημείωτη κι αν είναι, δεν εξαρτάται από την ακρίβεια ή την ανακρίβειά του […] αλλά από την ομορφιά του […] αυτή η ομορφιά είναι που μας κάνει να πιστέψουμε στην ακρίβειά του» — σ. 25), κι όλα αυτά ενώ ξέρεις, ενώ έχεις σιγά-σιγά μάθει πως στο τέλος τίποτε δεν μπορεί να έχει νόημα, πραγματικό νόημα, νόημα που να μπορέσει να επηρεάσει τη ζωή σου («…εάν απέμενε να διατυπωθεί μια μόνο πρόταση ακόμα, εγώ θα τη διατύπωνα ως εξής, αγαπητή μου δεσποινίς: όλα αυτά δεν έχουν νόημα, κανένα απολύτως νόημα — αλλά απομένουν ακόμα πολλές προτάσεις να διατυπωθούν, κι αρχίζει να χιονίζει» — σ. 200), κι ενώ, ακριβώς επειδή διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο, αυτό το βιβλίο, σου έρχεται μια διάθεση να το παρατήσεις ή να παρατήσεις τα πάντα, να παρατήσεις αίφνης τη δουλειά σου ή τη συναναστροφή με το συρμό, ή να παρατήσεις όλα τα άλλα απλώς και μόνο για να συνεχίζεις να το διαβάζεις («…καμιά φορά έχω διάθεση να σταματήσω τα πάντα, να εγκαταλείψω τα πάντα, γιατί κάτι σπάει μέσα μου, και νιώθω κουρασμένος» — σ. 174), ή, ακόμη χειρότερα, ενώ φοβάσαι μην τελικά έξω έχει σκοτάδι, κι ας λέει το ρολόι, ή ας έλεγε πέντε λεπτά μόλις πριν, ότι ήταν μέρα, κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί πως πέρασαν μόνο πέντε λεπτά και όχι πέντε ώρες ή πέντε μέρες, ίσως τελικά έξω να είναι πια σκοτεινά («…σκέφτομαι πως δεν υπάρχει τίποτε μετά […] θα πέσει πυκνό σκοτάδι, θα γίνει μια μεγάλη διακοπή ρεύματος, και μετά ακόμα κι αυτό το μεγάλο σκοτάδι θα σβήσει» — σ. 149), ενώ φοβάσαι, τελικά συνεχίζεις και συνεχίζεις, έστω και με φόβο, έστω και παρεμβάλλοντας τη ζωή σου απ’ ανάμεσα, συνεχίζεις διαβάζοντας γρατσουνισμένος («…το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης, ήταν ως εάν ο συγγραφέας […] να είχε χρησιμοποιήσει, αντί για στιλό και λέξεις, τα νύχια του, για να χαράξει τα πράγματα στο χαρτί και στον φαντασιακό του αναγνώστη , γιατί, παρόλο που η συσσώρευση των λεπτομερειών, των επαναλήψεων και των εμβαθύνσεων καθιστούσε την ανάγνωση δυσχερή, ωστόσο όλα όσα αναλύονταν, επαναλαμβάνονταν, περιγράφονταν σε βάθος, παρέμεναν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό […] αυτή η επανάληψη δεν δημιουργούσε εκνευρισμό, άγχος ή ανία στον αναγνώστη, όχι, αντιθέτως του πρόσφερε ένα καταφύγιο» — σ. 233) και μένοντας εντέλει, κατά κάποιον τρόπο, ευτυχής, με έναν παιδικό τρόπο ευτυχής, όταν το τελειώνεις. [§] Νομίζω πως ο Λ.Κ. δεν είναι ένας άλλος Μπέρνχαρντ ή Μούζιλ, αλλά ο Κάφκα του καιρού μας. Και, όπως διαβάσαμε εκ των υστέρων εκείνον, καλούμεθα να διαβάσουμε in real time αυτόν. Ίσως, δε, καλούμεθα να τον διαβάσουμε  πριν να είναι αργά. [§] Το βιβλίο ξεκινά το 1997, και τελειώνει πέντε χρόνια πριν, με θανάτους πάντα, ή με έναν διπλό θάνατο, τον θάνατο του ίδιου ανθρώπου, του αφηγητή και αφηγουμένου Κόριμ ή, αν θέλουμε, του ίδιου τού Λ.Κ. ως αφηγητή, ως μυθιστοριογράφου. Αλλά στο μεταξύ έχουμε (εννοώ, πριν τον δεύτερο, ή πρώτο χρονολογικά, θάνατο) επισκεφτεί τη μινωική Κρήτη, την Κολωνία του 1869, τη Βενετία του 1423, την Αγγλία του 122, το Γιβραλτάρ του 1493, τη Ζυρίχη του 1997, τη Βαβέλ του βιβλικού Νεμρώδ, αλλά φυσικά, και κυρίως, τη Νέα Υόρκη πάλι του 1997, μια πόλη «πετρωμένη μέσα στην ελπίδα», μια πόλη με πολλούς Πύργους που ξύνουν τον ουρανό, και με πελώρια, πελώρια αδυναμία επικοινωνίας — αλλά και το αντίθετο. Το βιβλίο ξεκινά και τελειώνει, μεν, αλλά ο πόλεμος (αυτή η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση) συνεχίζεται. [§] Σπουδαίο βιβλίο. Σπουδαίο. Ένα βιβλίο λεκτικού τρόμου. [§] Δεν το ήξερα, και το έμαθα διαβάζοντας το επιλογικό Μέρος του βιβλίου: ένα κομμάτι από εδώ δανείζει ο Λ.Κ. στον άντρα που έρχεται να αγοράσει παλίνκα, ρακή, από τον αμαξά στο Άλογο του Τορίνο. Δάκρυσα όταν το κατάλαβα: όταν είδα αυτό το διπλό έργο, του Λ.Κ. και του Μπέλα Ταρ, να συναντιούνται και να χύνεται το ένα μέσα στο άλλο. Και επειδή το μονόλογο αυτόν τον είχα ξεχωρίσει (ξεχωρίζει από μόνος του, βέβαια) όταν είδα το φιλμ, και με είχε στοιχειώσει σχεδόν όσο και τα πλάνα του διαβολικού αγγέλου, του Μπέλα Ταρ. [§] Γνώρισα μάλλον αργά τη Μάγδα Κοτζιά, εννοώ τη γνώρισα στην Αθήνα, εδώ πάνω λίγο μόνο την ήξερα, και κυρίως το βιβλιοπωλείο, όχι τις εκδόσεις, με τις εκδόσεις συνεργάστηκα πολύ μετά, αρχές τού ’87 και για περίπου τρία χρόνια, τα χρόνια που γνώρισα τους μισούς πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους περί το βιβλίο σε όλη την Αθήνα (τους άλλους μισούς τούς γνώρισα μετά, ή και σχεδόν παράλληλα για ένα διάστημα, από τότε που άρχισε να εκδίδει ο Παπαγιώργης και μετά), κυρίως όμως: γνώρισα εκείνην, και όλοι όσοι την έχουν γνωρίσει ξέρουν πως εκείνη αρκούσε: ήταν τα πιο ζεστά, φωτεινά, σκοτεινά μάτια που είχες δει, και περιπαιχτικά, και μια στάλα ειρωνικά, και η πιο ωραία βραχνή φωνή που θα ’θελες ν’ ακούσεις ένα καλοκαιρινό μεσημέρι καθημερινής στην Αθήνα, με τα τσιμέντα να βράζουν και με τα τσιγάρα στο πακέτο σου μετρημένα. Στον πρώτο όροφο της Διδότου με Ζωοδόχου Πηγής ήπια επίσης το πιο πολύ αλκοόλ εν ώρα υπηρεσίας, με κόσμο πολύ και πολύ καλό, με αυτοσχέδια τραπεζομάντιλα (τυπογραφικά φύλλα που απλώνονταν πάνω στα γραφεία και στα δοκίμια, σαλάμι και κασέρι και ούζο και μπίρες και ουίσκι από πάνω, ο Κεμάλ, το λυκόσκυλο τού Θ., να τρώει από το χέρι μου πριν τον πάω βόλτα στου Στρέφη), και κόσμος πολύς, πολύς και πολύ καλός, που άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο όλοι τους άφησαν το σημάδι τους και μας διαμόρφωσαν, και δεν χόρταινα να τους βλέπω, να τους ακούω και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου μαζί τους. Δούλεψα καλά στον «Εξάντα», πέρασε ο καιρός, η Μάγδα δεν ήθελα να πάω υπάλληλος, ήθελε να 'μενα εκεί, σε κείνην, εγώ είχα σχέδια (που δεν ευοδώθηκαν ποτέ) άλλα και πήγα κι έγινα κι έμεινα μια εικοσαετία εκεί, θα πω άλλη μέρα γι’ αυτά, πικραθήκαμε λίγο τον πρώτο καιρό, μετά μας πέρασε, συναντιόμασταν απέναντι, στο καφενείο των φιλίππων, για λίγο, όσο ένα πεντάρι κονιάκ, έπειτα πάει. Πάει. Τέλος. Μείναν τα βιβλία της, αλλά τι να το κάνεις. Και έμεινε και το βλέμμα της, βέβαια, η ματιά της. Αυτό έμεινε επίσης, και αξίζει πιο πολύ. Αιωνία της η μνήμη. [§] Νομίζω ότι, οδηγώντας το κάρο προς την Έξοδο, βγήκαμε και ξαναμπήκαμε στο Σένγκεν σήμερα. Αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. [§] Σήμερα επίσης τελειώσαμε εμείς εδώ στο σπίτι το μοσχαράκι της Κυριακής. Αύριο δεν είπαμε τι θα φάμε. [§] Και τετρακόσια σώματα σπάραξε σήμερα η θάλασσα, τα σπάραξε ο πόλεμος, τετρακόσια, αυτός ο ασταμάτητος, ασταμάτητος πόλεμος.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 13 Απριλίου 2015

Με την ολοένα πιο καλά εδραιωμένη, μη πω καλά συγκερασμένη, πεποίθηση ότι κάπου ένας στους δέκα χιλιάδες πατριώτες μου συνειδητοποιεί σιγά-σιγά, αλλά με σταθερότητα στάλας που κρέμεται από την ακρούλα της βρύσης, ότι η κυβέρνηση ούτε ηλίθια είναι ούτε να κερδίσει χρόνο θέλει ούτε σκοπό έχει άλλον παρά να απομονώσει διά παντός από τη Δύση τη χώρα (κάλλιο αργά παρά ποτέ, ξέρω τους λόγους που, όχι γουστάρουν να πιστεύουν τα αντίθετα, αλλά που τους επιβάλλεται να πιστεύουν τα αντίθετα, οπότε και δεν τους ψέγω), ας κάτσω να σκεφτώ τι έγινε σήμερα. Δηλαδή χθες. [§] Πρώτα-πρώτα, πέθαναν ο Γκρας και, μάλλον αδόκητα ως πολύ νεότερος, ο Γκαλεάνο, και φυσικά για τον μεν δεύτερο δεν έγραψε τίποτε κανείς, για τον δε πρώτο ξεκίνησαν τα γνωστά οι συριζαίοι («Χάθηκε ένας φίλος της Ελλάδας, αχ!») και τα εξίσου γνωστά οι δυνάμει συριζαίοι («Κατετάγη στη Βέρμαχτ στα δεκαεφτά του όμως, αυτά δεν τα λέτε»). Για να μην τα πολυλογώ, ο Γκρας είναι απολύτως άγνωστος στη χώρα, βιβλίο του έχει να πουληθεί από τον 20ό αιώνα, και ο Γκαλεάνο μόλις τώρα τελευταία (ουσιαστικά, την τελευταία πενταετία) κάπως άρχισε να κινείται, αφότου δηλαδή αγόρασε τα δικαιώματά του ο «Πάπυρος» (πού τον σκέφτηκαν, ειλικρινά εκπλήσσομαι ώρες-ώρες με τις επιλογές κλασικών εκδοτικών που χάθηκαν για μια γενιά και τώρα προσπαθούν να εκμοντερνιστούν). Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τους σκεπάσει. [§] Κατά δεύτερον, ο Σορεντίνο, μετά την επιτυχία της Τέλειας ομορφιάς (πόσο ανόητη μετάφραση και αυτού του τίτλου...) γύρισε αγγλόφωνο φιλμ, αλλά πολύ χαμηλότερου προϋπολογισμού — εκτός κι αν όλα τα λεφτά πήγαν στον Μάικλ Κέιν, που τον είδα στο τρέιλερ της «Νεότητας» να προσπαθεί να παίξει, ή να μιμηθεί τέλος πάντων, τον Τόνι Σερβίλο. Θα το δούμε, όταν και όποτε. [§] Τι άλλο;... [§] Α! ήταν η δεύτερη μέρα η σημερινή που δεν ανάψαμε κάποιο θερμαντικό: ούτε τη σόμπα του γκαζιού (που άλλωστε δεν έχει γκάζι, η φιάλη σώθηκε την Παρασκευή), ούτε το ηλεκτρικό σώμα λαδιού, ούτε το άλλο με τις αντιστάσεις, που δεν θυμάμαι πώς το λένε. Ο καιρός ζέστανε. Ναι. Δόξα τω Θεώ. Επίσης —σχετικό κι αυτό με τον καιρό— από προχθές (αλλά λησμόνησα να το πω), και λόγω των εορτών του Πάσχα που έφεραν ορθοδόξους τουρίστες στην πόλη, Σέρβους, Βουλγάρους, Μακεδόνες, ξεκίνησαν βόλτες τα τρία καραβάκια, που τα παίρνεις μπροστά από τον Λευκό Πύργο και σου κάνουν ένα μικρό τουρ στο μυχό του Θερμαϊκού. Τα καλοκαιρινά βράδια έχουν και μουσική, σκυλάδικα ή ξένα, μουσική για κλαμπ, και, μολονότι όλο αυτό είναι ανυπόφορο, πουλάει πολύ: η Ελλάδα είναι μπουζούκια και Μύκονος, κι αυτό μοναχά θα είναι πάντα. Σίγουρα, τέλος πάντων, μέχρι να πεθάνω και να ξεχαστώ εγώ, και μέχρι να πεθάνεις κι εσύ, φίλε που τυχόν με διαβάζεις. Και για καναδυό γενιές μετά. Μπουζούκια. Και Μύκονος. (Γιατί, αν δεν θυμάσαι, παίξαμε κάποτε — και χάσαμε). [§] Επίσης εδώ και τρεις ακριβώς μέρες, ήρθαν τα χελιδόνια, και επαναδιεκδικούν τα παλιά τους λημέρια, μ' αυτό το απεχθές κρώξιμο, που σε σκιάζει έτσι που πετούν ομαδόν δέκα πόδια πάνω από το κεφάλι σου καθώς βγάζεις το σκύλο σου βόλτα. Συζητήσαμε με την Κ., ξανά, το ενδεχόμενο να βάζαμε μία ψευδοφωλιά στο μπαλκόνι που βλέπει στη θάλασσα, μπας και έρθει κάποια οικογένεια εδώ. Αλλά δεν ξέρω αν το θέλουμε στ' αλήθεια. Ή αν πρέπει. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα το κάνουμε. [§] Επίσης, μαζί με τα χελιδόνια, ήρθαν και τα κουνούπια. Το σπίτι γέμισε, και ψεκάζουμε κανονικά. Και πέρυσι είχαμε περάσει πολύ άσχημα εξαιτίας τους. Πρέπει να βάλουμε σήτες, αλλά οι σήτες κάνουν λεφτά. Διάολε. [§] Επίσης σήμερα ένας καθηγητής μαθηματικών και συγγραφέας, γνωστός συγγραφέας, έγραψε στο Facebook: «Αν κρίνω από τη λύσσα με την οποία σήμερα το πρωί προσπαθεί ο Αθήνα 984 να αποδομήσει την κυβέρνηση, συμπεραίνω ότι τα πράγματα πάνε μάλλον καλά για την Ελλάδα. Κανέλλης, Μοσχολιού έχουν δώσει ρέστα. Άρα φοβούνται για τα αφεντικά τους! YES!» Είναι ένα παράλογο στάτους απ' όπου και να το πιάσεις, που με ντροπιάζει. Κυρίως ντροπιάζει τον συντάκτη του βέβαια, τον καθηγητή (προφανώς), αλλά ντροπιάζει και μένα. Μου θυμίζει δικά μου προσωπικά μηνύματα που έτυχε να στείλω, κάτι μικρές ώρες, αφόρητα μεθυσμένος, πριν πολλά χρόνια, σε άτομα που δεν έφταιγαν σε τίποτα να διαβάσουν αυτά που τους έγραφα εκείνες τις μικρές ώρες, όντας αφόρητα μεθυσμένος. Ξέρεις όμως κάτι; Κουβέντες σαν κι αυτήν, κουβέντες δηλαδή γκεσταπίτικες, θα διαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμε, όλο και πιο συχνά πλέον. Όλο και πιο συχνά καθώς η χώρα θα απομονώνεται, θα μένει μόνη, απεκδυμένη κάθε δυτικό της στοιχείο, κάθε σύμμαχό της στον πολιτισμένο κόσμο, με ντόπιους φυλάρχους σαν τον γέροντα Τσίπρα (πόσο τον λυπάμαι), σαν τον Καμμένο με τις κλεμμένες πουλάδες στο τζάκετ, σαν την Κωνσταντοπούλου που θα απειλεί φόρα παρτίδα υπαλλήλους βενζινάδικων, σαν τον Κοτζιά που θα ονειρεύεται να κοιμάται γυμνός στην πλατεία του Κρεμλίνου αγκαλιά με την κεφάλα του Λένιν: δηλαδή όσο θα υφαίνεται το σχέδιο που έχει αυτή η εθνικολαϊκιστική, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστική, κυβέρνηση: η χούντα που ψηφίσαμε. Θαδιαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμε, ολοένα και περισσότερο πλέον γκεσταπίτικα λόγια. Και θα βλέπουμε το δάχτυλο που δείχνει. Το δείκτη που θα δείχνει. Αυτό θα 'ναι το λόγκο της Νέας Εποχής: ο δείκτης που θα δείχνει. Ο τερατώδης, όχι πια μπαμπουλωμένος την κουκούλα, όχι πια με κόκκινα απ' την ντροπή μάγουλα, δείκτης που θα δείχνει. [§] Μόνη ελπίδα μας να κρυφτούμε στη λογοτεχνία: όχι για να γλιτώσουμε (ο δείκτης που δείχνει είναι μακρύς, και το νύχι του ακόμη μακρύτερο) αλλά για παρηγοριά — για να κοιμηθούμε, να μη βλέπουμε. Η λογοτεχνία μόνο ένα ρόλο μπορεί να παίξει για έναν ενήλικα: αυτόν που παίζει η πιπίλα για τα μωρά.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 12 Απριλίου 2015

Το στρατοπεδικό σόου ψευδεπίγραφης υπέρ αδυνάτου φιλανθρωπίας που μεθόδευσε, οργάνωσε και εκτέλεσε η κυβέρνηση (η κυβέρνηση του Τσίπρα, και κανένας μεμονωμένος υπουργός) δεν έκατσε στο στομάχι των ευωχουμένων Ελλήνων όπως ήλπιζα, παρά μόνο γέμισε την κοιλιά κάποιων φουκαράδων και έδωσε την ευκαιρία σε άτομα όπως οι Καμμένος-Ήσυχος, εμπροσθοφυλακή του κρατούντος εθνικολαϊκιστικού, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστικού, μετώπου, να βελτιώσουν το παλμαρέ τους με ξένα κόλλυβα. Τα ΜΜΕ, που ξέρουν να επιβιώνουν ακόμη και στα μεγάλα βάθη των υπονόμων, τσίμπησαν επίσης κάποιο κοκαλάκι, δυο χούφτες εντόσθια, μια βιαστικά ξεροψημένη πέτσα από την ανάγκη των Αθλίων των Αθηνών. Κι από 'να φιδίσιο καλά κόκκινο βαμμένο αυγουλάκι, ασφαλώς. Δεν εννοώ τον Γιαννακίδη εδώ (που το κείμενό του βέβαια στο Protagon δεν ήταν απλώς προχειρογραμμένο αλλά εξωφρενικά αφελές), στον πιο παραδοσιακό μιντιακό συρμό αναφέρομαι, και σε κάτι φωτογραφίες που είδα βιαστικά εδώ κι εκεί. Δεν θα υποπέσω ποτέ στο σφάλμα να δω ειδήσεις στην τηλεόραση, βλέπω μόνο όποτε τις λέει η Κ. [§] Οι υπόλοιποι Έλληνες το χαρήκαμε, χαρήκαμε τη μέρα δηλαδή, πώς αλλιώς, έχοντας τα μάτια στις δικές μας ξεροψημένες πέτσες, ακόμη κι εκείνοι οι χαζούληδες που φώναζαν από χθες πως όλα αυτά είναι... δεν ξέρω, κάτι έλεγαν. Τα συνήθη σοσιαλμιντιακά σάλια-μάλια. Τη χαρήκαμε. Πώς αλλιώς; Γιατί να νοιάζεται κανείς για την εκμετάλλευση των δόλιων που πεινάνε; Γιατί να νοιάζεται κανείς για οτιδήποτε; Ο καθένας μας είναι πια ένα νησί, ένα νησί που απομακρύνεται γρήγορα-γρήγορα από τα άλλα. Σχεδόν καταδιωκόμενο. Ή καλύτερα: καταδιωκόμενο. [§] Εμείς πάλι, στο σπίτι, μαγειρέψαμε μοσχαράκι κοκκινιστό (πέτυχε, κι έμεινε και για αύριο... για... για σήμερα), αν και είχαμε αρνί στην κατάψυξη, δύο πακέτα συνολικού βάρους τριών κιλών: θα βάλουμε το ένα στο φούρνο πιο μετά, από βδομάδα, δεν ήμαστε ακόμη έτοιμοι για κάτι τέτοιο, και θα ήταν καλύτερο να είμαστε και οι δύο σπίτι. [§] Η Κ. πήγε κανονικά στη δουλειά βέβαια, εγώ ανακάτωσα λίγο τα χαρτιά μου, συνέχισα το βιβλίο που κουτσοδιαβάζω, αν και δεν το προχώρησα πολύ (το σκέφτομαι πολύ, όμως), έπαιξα αρκετά με τον Α., αυτά. Το βράδυ είδαμε τις Μεγάλες προσδοκίες στην τηλεόραση. [§] Η Κλίντον, στο μεταξύ, κι αυτό είναι μια παλιά είδηση που επιτέλους ανακοινώθηκε επισήμως, θα διεκδικήσει (και θα κερδίσει εύκολα) το χρίσμα των Δημοκρατικών, και θα είναι, άρα, η πρώτη γυναίκα υποψήφια για τον Λευκό Οίκο του χρόνου. Οι φίλοι μου, όλοι ανεξαιρέτως, έχουν ξετρελαθεί. Ίσως να 'χουν δίκιο, ποιος ξέρει; Μου είναι σφόδρα αντιπαθής εμένα, τη θεωρώ τη Λούκα Κατσέλη της Αμερικής, με ολίγη από Μπακογιάννη. Αλλά δεν είμαι ειδικός. Ας είναι. Θα κερδίσει ο Μπους, άλλωστε. Και μάλλον εύκολα. (Ή όποιος τον προσπεράσει από το κόμμα του). Οι ΗΠΑ, μετά το διάλειμμα Ομπάμα, θα συντηρητικοποιηθούν. Δυστυχώς. [§] Ας είναι. [§] Ξεκινάει και ο καινούριος κύκλος τού GoT, δεν ξέρω ποιος, δεν το παρακολουθώ, ως φαν τής fantasy αρνούμαι να δω την αμερικάνικη Λάμψη με σπαθιά και δράκους. [§] Τέλος πάντων, και ζητώ συγγνώμη από όσους τυχόν διαβάζουν αυτό το Ημερολόγιο, όταν οι Κυριακές δεν είναι Κυριακές, απορρυθμίζομαι, η εβδομάδα με την κανονικότητά της σπάει σε μικρά-μικρά κομματάκια και με μπερδεύει. Έτσι, πολύ φοβάμαι, θα είμαι και αύριο. Ή σήμερα, σήμερα Δευτέρα τέλος πάντων. Δεν μπορώ να γράψω άλλο, αν και ήθελα πολύ να πω δυο λόγια για διάφορα πράγματα, πολιτικά και μη, και κυρίως για τις γραφομηχανές. Κι όταν λέω γραφομηχανές, δεν εννοώ τις ηλεκτρονικές. Αύριο, ενδεχομένως.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 12 Απριλίου 2015

Το μεγάλο θέμα της ημέρας χθες Σάββατο, Μεγάλο Σάββατο, ήταν το κατέβασμα της φωτογραφίας του Αύγουστου Κορτώ με τον Τάσο από το Facebook, αλλά: δεν είναι αυτό το θέμα. Καθημερινώς γίνονται report σε φωτογραφίες, και έχει προ ετών ξεκινήσει μία συζήτηση για την ελευθερία έκφρασης μέσα στις πλατφόρμες των social media, για το πόσο μπορεί μία ιδιωτική επιχείρηση να καταστέλλει αυτό το δικαίωμα, ή μάλλον (καθώς σαφέστατα και το μπορεί, όπως αποδεικνύεται στην πράξη) κατά πόσο αυτό είναι θεμιτό, και αν πρέπει να αλλάξει. Ανέκαθεν η συζήτηση περί ιδιωτικού και δημόσιου χώρου είναι γοητευτική, πεδίο λεκτικών ακροβασιών από νομικούς και νομικίζοντες, όπως και οι αιώνιοι διαξιφισμοί (ή η αιώνια ανταλλαγή πυρών, συχνά με πραγματικά πυρά) γύρω από το πού και πότε και αν πρέπει να σταματά η δυνατότητα κάποιου να εκφράζεται όπως θέλει. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό, το είπα και πριν: το θέμα είναι πως, στην ελάχιστη αυτή φέτα γης, δυο-τρεις άνθρωποι έχουν επωμιστεί το άχθος να αλλάξουν κάτι, να αλλάξουν έστω τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, να δείξουν μια νέα οπτική γωνία και, ποιος ξέρει, δι' αυτής να αλλάξουν και την ιστορία: ο Κορτώ γυμνώνεται καθημερινά, μιλά επίμονα και με πείσμα για τον άντρα του και για την αγάπη τους και για την επιθυμία τους να είναι μαζί όπως οποιοδήποτε άλλο ζευγάρι, και για το όνειρό τους να έχουν ένα παιδί. Τα πράγματα αυτά παίρνουν πολύ-πολύ χρόνο για να αλλάξουν, ειδικά σε μια κοινωνία ανατολίτικη όπως αυτή εδώ, αλλά νά που υπάρχει η δυνατότητα να τους δώσει κάποιος κλότσο και ν' αρχίσουν να τρέχουν πιο γρήγορα. Στον αντίποδα των πολλών φίλων μου που, δεν αποκρύπτουν μεν, αλλά παρασιωπούν την ομοφυλοφιλία τους (πράγμα που νιώθεται και με το παραπάνω), ο Κορτώ ανέλαβε να σηκώσει έναν πολύ βαρύ σταυρό, για να τους ελαφρώσει όλους. Να μας ελαφρώσει όλους. Όλη αυτή η χλεύη, η λάσπη, το μίσος που επέλεξε να δέχεται πλέκουν ένα λαμπερό φωτοστέφανο στο κεφάλι του που μας φωτίζει όλους. Και δεν υπερβάλλω καθόλου. He's the Man. [§] Για τους σεξουαλικά ανώμαλους που κάνουν τα report, ας μένει ο λόγος, ο χρόνος μας είναι λίγος, και είναι μετρημένος. [§] Ήρθε ο Δ.Μ. σήμερα στην πόλη, βρεθήκαμε απέναντι στο Νερό που Καίει, είπαμε πάλι σχεδόν τα ίδια, καταλήξαμε στα ίδια συμπεράσματα, χαμογελάσαμε και μια και δυο και τρεις πικρά για τα εκδοτικά πράγματα στην Ελλάδα, που τα ξέρουμε και οι δυο καλά, μιλήσαμε όμως και για παλιά αυτοκίνητα, μιλήσαμε και για τον Κινγκ, και για το τρέξιμο, και για τα πιο κατάλληλα παπούτσια, και για χτυπημένα γόνατα. Ωραία ήταν. Το βιβλίο που ετοιμάζει τώρα, και που θα 'ναι έτοιμο μέχρι τις Γιορτές, θα πάει πολύ καλά, είμαι σίγουρος, και λογικά θα μεταφραστεί και έξω. Καιρός είναι. Το αξίζει. [§] To βιβλίο του Κράσναχορκαϊ είναι μεγαλειώδες. Το διαβάζω λίγο-λίγο, δεν γίνεται αλλιώς, αν δεχτείς πολύ μαζί μέσα σου απ' αυτό, μπορεί να τιναχτεί το κεφάλι σου στον αέρα. [§] Όταν γύρισε η Κ. από τη δουλειά, κάναμε μία σαλάτα, την έφαγε, εγώ έφαγα τον κιμά για μακαρόνια που είχε περισσέψει, ο Α. δοκίμασε και απ' τα δύο, είδαμε ένα νόστιμο έργο, τον Σωσία τού Richard Ayoade (στις 12 ο Α. πετάχτηκε επάνω από τα βεγγαλικά, τον ηρεμήσαμε), βασισμένο στο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, που είχα τελείως, τελείως ξεχάσει. Ίσως να το διάβασα μόνο μία φορά, δεν ξέρω. Τα πολύ παλιά χρόνια το 'χα κάτι σαν έθιμο να αγοράζω τα Άπαντα του Ντοστογιέφσκι από τον Γκοβόστη και να τα χαρίζω εκεί όπου έπρεπε να χαριστούν, ήταν ωραίο το υπόγειο του βιβλιοπωλείου, από καμιά φορά πίναμε και κάτι εκεί, κάναμε κουβέντες για διαφόρους, για τον Άρη Αλεξάνδρου φυσικά, πολλή ταλαιπωρία, πολλή ταλαιπωρία περνούσε ο κόσμος τότε: η Αριστερά, έστω και ως τέτοια που έχει πια καταντήσει, με τα δίκια της προσπαθεί να πάρει το αίμα της πίσω. Πολλή ταλαιπωρία, πολύς κατατρεγμός. [§] Και τελικά, θα αναρωτηθείς κι εσύ πολύ λογικά, πώς θα ήταν η ζωή μας έτσι και δεν υπέγραφε δήλωση μετανοίας ο Φιοντόρ και τον είχαν εκτελέσει στο Πετροπαβλόφσκ; Πώς θα ήταν φτιαγμένη η ζωή μας, και από τι;

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 10 Απριλίου 2015

Ήσυχη μέρα, τρίτη ή τέταρτη ανεργίας (αντιθέτως η Κ. είναι από το πρωί στο Κανάλι, και θα δουλεύει όλες αυτές τις ημέρες), δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο αν και έπρεπε, έπρεπε να αρχίσω κάτι, ο χρόνος περνάει και τσαλακώνεται και πετιέται, διαβάζω το Πόλεμος και πόλεμος, ξέροντας πως το διάβασμα δεν είναι παραγωγικό, είναι το αντίθετο του παραγωγικού μάλιστα, δεν είναι δουλειά. Βέβαια κάποιος θα έλεγε ότι είναι, σαφώς και είναι στην περίπτωσή μου (γράφει κανείς κυρίως διαβάζοντας, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα πρώτα χρόνια, ίσα-ίσα που οφείλει κανείς μεγαλώνοντας, και μεγαλώνοντας κι άλλο, και γερνώντας, να βλέπει περισσότερο τι γίνεται γύρω του, το λιγότερο για να μη μιμηθεί κάτι κατά λάθος, από άγνοια: όλοι ψαρεύουμε ιδέες από την ίδια, περιορισμένη δεξαμενή), αλλά, όπως έλεγα και χτες, θα εγκαταλείψω αυτό τον τρόπο, τον τρόπο του Κράσναχορκαϊ, τον έχω ήδη εγκαταλείψει, ανήκει πια στο παρελθόν, σ' αυτό το απέραντο κενοτάφιο, σ' αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν. [§] Αρχίζω (ας το πω, μιας και το ανέφερα μόλις), αρχίζω και πιστεύω ολοένα και περισσότερο πως το παρελθόν και το μέλλον (ένα φάντασμα, αυτό το τελευταίο, που βλέπει κανείς στο όνειρό του) είναι δύο όροι που απλώς πιάνουν τόπο στα λεξικά, τίποτε περισσότερο από αυτό, κάτι σαν το μονόκερω: δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, όλη η πραγματικότητα είναι η ατέρμων προσπάθεια να αποκτήσει υπόσταση το παρόν — μα ούτε κι αυτό είναι δυνατόν, ούτε το παρόν υπάρχει, όλη αυτή η δυναμική, το άθροισμα όλων των «δυναμικών», μοιάζει σαν την προσπάθεια (μια παγωμένη στο χρόνο προσπάθεια, δηλαδή έξω από το χρόνο, άχρονη) να αναπνεύσει με το αστείο στόμα του ένα ψάρι έξω από το νερό. Και με τα παραιτημένα βράγχιά του να ανοιγοκλείνουν σαν φυσερά. Αυτή η προσπάθεια, λέω, να αποκτήσει υπόσταση το παρόν, που ολοένα αυτοσυντρίβεται στο τίποτα, χωρίς ποτέ να γίνει εδώ και τώρα, χωρίς ποτέ να μετουσιωθεί αν μη τι άλλο σε κάτι που υπήρξε, ή έστω να ταφεί στο απέραντο κενοτάφιο τού χτες, και χωρίς ποτέ να καταφέρει να πηδήξει στο πέρα για να μετουσιωθεί σε ένα φάντασμα που βλέπει κανείς στο όνειρό του. [§] Βέβαια όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Τίποτε όμως σ' αυτό το Ημερολόγιο Γεφύρας δεν έχει σημασία. [§] Δεν είδα ειδήσεις σήμερα (χτες...), μόνο έριξα λίγες ματιές στην timeline μου, όπου (ελληνιστί) διάβασα τα γνωστά και καθιερωμένα, τα εντελώς παραδοσιακά, κυρίως κατάρες αθέων τζιχαντιστών εναντίον όσων γιορτάζουν παραδοσιακά, και εναντίον κατά όσων πιστεύουν. Τα 'κανα κι εγώ αυτά, στα πρώτα χρόνια που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει Θεός, πρέπει να 'μουν στο Γυμνάσιο και να κεκέδιζα ακόμη. Φταίει, βέβαια, και το Μέσον, τα social γενικώς ευνοούν τις attention whores, οπότε και η έπαρση του χαζούλη που δεν θρησκεύεται και απαιτεί να κάτσει στ' αυγά του και ο άλλος είναι εν μέρει συγγνωστή. Φυσικά, είναι ακριβώς το ίδιο με το Δεν με πειράζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του αρκεί να μην προκαλεί, αλλά δεν βαριέσαι. Πρέπει να μαθαίνει κανείς να ζει υπό το ISIS γιατί δεν υπάρχει άλλος χώρος, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Όχι εφόσον επιλέγεις να ζεις με τους πολλούς, ήτοι να πολιτικοποιείσαι, να είσαι μέρος του βραδύγλωσσου αυτού όλου που συνομιλεί. [§] Διάβασα επίσης ποστ φίλων που ζουν στο εξωτερικό (αναφορικά με το Πάσχα κυρίως, με τις διακοπές τους, με έθιμα διάφορα, με τέτοια), και ζήλεψα. Έχω λαχταρήσει να αρχίσω να ταξιδεύω, και λυπάμαι που είναι τόσο μα τόσο δύσκολο, σχεδόν μισώ το παρελθόν, αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν, σχεδόν μισώ το παρελθόν που δεν έχω ταξιδέψει όταν μπορούσα. Αισθάνομαι τρομερά, τρομερά αναλφάβητος. Και ξαφνικά δεν μπορώ να γράψω άλλο για σήμερα. Αλλά θα μιλήσω για ταξίδια τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, εδώ. Όμως τώρα δεν μπορώ. Απλώς να σημειώσω ότι ήρθε ο πατέρας μου με τον ανιψιό μου το πρωί στο σπίτι, μας έφεραν τσουρέκια και αυγά που έφτιαξε η μάνα μου, φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε και το βράδυ, μείνανε και για αύριο. Ο μπαμπάς μου έφερε και ένα Haig, ξεχασμένο από τα Χριστούγεννα, είχα πολλούς μήνες να πιω ουίσκι, άνοιξα το μπουκάλι και έβαλα τώρα ένα. Έχει μια γεύση μεταλλική, λίγο στυφή, βαρελίσια, στρογγυλή. Είναι ωραίο. 

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 09 Απριλίου 2015

Διάβασα κάπου το εξής: «Δημοσκόπηση Metron Analysis: 24,7% μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ», και αμέσως σκέφτηκα, Μα πότε πρόλαβε να πέσει από το 36% ο Τσίπρας; Τι έγινε; Ποιους ρώτησαν; Και μετά κατάλαβα τι πραγματικά εννοούσαν: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, λέει, 24,7 μονάδες πάνω από τη ΝΔ. Ή, με άλλα λόγια, ότι ακόμα υπάρχουν άνθρωποι (και εταιρείες δημοσκοπήσεων) που μετράνε τη διαφορά ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, τη διαφορά «των δύο πρώτων κομμάτων», των «κομμάτων εξουσίας», το «δικομματισμό». Πρόκειται περί σαφούς αναχρονισμού, βεβαίως. Πρόκειται για το ισοδύναμο της οκάς, σαν να μετράμε το βάρος των αγαθών στο σουπερμάρκετ με το δράμι: «Πόσο μπροστά από τον Σαμαρά είναι ο Τσίπρας;» / «Βάλτε μου μισή οκά καπνιστή γαλοπούλα, παρακαλώ. Λεπτές φέτες». Δεν είναι το μόνο σημάδι αυτό πως το μόνο σίγουρο είναι ότι την ημέρα της κατάρρευσης θα υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί, που θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή: «Μα πώς; Γιατί; Τι έγινε; ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΕ Η ΧΩΡΑ;», δεν είναι το μόνο σημάδι, αλλά είναι απίθανα χαρακτηριστικό, ούτε παραγγελιά να το 'χα. Και, ανάμεσά τους, ανάμεσα σ' αυτούς που θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή θα 'ναι και μέλη της Κυβέρνησης των δύο Άκρων, της Εθνοσωτηρίου μας. Μα και της επίσης περί άλλα τυρβαζούσης αντιπολίτευσής μας. Δεν συζητώ, δε, για το ψηφοφοράτο. Αυτοί δεν θα το καταλάβουν παρά μόνο όταν θα ξανανοίξουν τα Μάταλα. [§] Ω Θε μου. [§] Μου φαίνεται πολύ προφανές, και σιχαίνομαι τα προφανή, να πω, Δεν έχουμε να κάνουμε με ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με ΑΝΕΛ και ΠΑΣΟΚ και Ποτάμια, για όνομα του Θεού, έχουμε να κάνουμε με δύο δρόμους, δύο ΤΡΟΠΟΥΣ, και ο ένας πάει, μας άφησε χρόνους, και γι' αυτό δεν το λέω. Νισάφι όμως. Νισάφι. Δεν είμαστε καν μπρούκληδες για να ζούμε σε περιβάλλον Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου, είμαστε ένας απλός μεθοριακός σταθμός. [§] Ας είναι. [§] Το άλλο ειδησάριο («Καθήκοντα ΓΓ στο ΥΠΕΞ αναλαμβάνει ο εξάδελφος του πρωθυπουργού, Γιώργος Τσίπρας») είναι επίσης ανάξιο σχολιασμού: θα έπρεπε απλώς να σχολίαζα το γεγονός ότι πολλοί δεν πιστεύουν στ' αυτιά τους (Μα είναι δυνατόν; Ο Αλέξης; Δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος, δεν είχε δείξει τέτοια στοιχεία, έχουμε να το λέμε όλοι στη γειτονιά), αλλά και πάλι: δεν είμαι για να χάνω χρόνο, ο χρόνος είναι περιουσία, και είναι η μόνη χειροπιαστή ελευθερία που έχουμε. [§] Ναι, ο χρόνος πιάνεται. [§] Τρίτη και τελευταία είδηση της  ημέρας: «Σε 16 πόλεις με πτήσεις της Aegean και της Olympic Air το Άγιο Φως». Ωραία. Του χρόνου ας φροντίσουν να τα 'χουν καλά με τον Πούτιν, να τους δώσει Φως από το ρώσικο μοναστήρι στον Άθω, μαθαίνω πως κάνουν κι εκεί μαγιολίκια και ανάβει —τσαφ— από το πουθενά ο βωμός. [§] Ω Θε μου. [§] Ας είναι. Έγραψα τέλος πάντων για το Wayward Pines σήμερα, τον δεύτερο τόμο, της «Διόπτρας», και για το Ημερολόγιο του Μητσού, από τις εκδόσεις «Πόλις»: τόσο διαφορετικά βιβλία — δυο σύμπαντα διακριτά, χωριστά, ξέχωρα. Αλλά είναι το ίδιο σύμπαν για μένα, και δεν θα μπορούσα να ζήσω σε άλλο. Είναι το ίδιο σύμπαν για μένα. Και ξεκίνησα επίσης να διαβάζω το Πόλεμος και πόλεμος του Κράσναχορκαϊ, διάβασα τις πρώτες 30 σελίδες, έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή. Έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή, κι ας το περίμενα. Επίσης: καλά έκανα που εγώ εγκατέλειψα αυτό το στιλ, το μακροπερίοδο και ασθματικό, και, και, δεν θα μπορούσα ποτέ μου να ήμουν Λάσλο. Είναι όπως με τα ρούχα, που έλεγα τις προάλλες: αν δεν μπορείς να αγοράζεις πουκάμισα που παίρνουν μανικετόκουμπα (και όλα τα υπόλοιπα), ντύσου καλύτερα με φούτερ και τισέρτ, όχι με ετοιματζίδικα κοστούμια. Άρα: να γράφω απλά, να γράφω απλοϊκά, τόσο μπορώ και έτσι πρέπει. [§] Ήρθε το ανοιξιάτικο τεύχος τού Paris Review, το ξεφυλλίσαμε λίγο ο ένας και λίγο ο άλλος, καθόμασταν και το χαζεύαμε. Πόσος πλούτος, κάθε φορά. Σαν ένα γράμμα που έλαβες από παλιό έρωτα. Γράμμα, όχι μέιλ. Ίσως από έναν εραστή που έχει από καιρό πεθάνει. Ή που δεν υπήρξε ποτέ εραστής σου. [§] Πέθανε, έσβησε μετά από πολύ-πολύ καιρό ταλαιπωρίας, ο πατέρας τής Μ., και έχει να αντιμετωπίσει τόσα εκείνη. Κρίμα που δεν είμαστε με την Κ. μαζί της, να της σταθούμε. Αύριο (σήμερα...) ταξιδεύει για τη Χίο. Δεν θα 'ναι εύκολα εκεί. Καθόλου εύκολα δεν θα 'ναι. [§] Ω Θε μου. 

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 09 Απριλίου 2015

Η ντροπιαστική ημέρα, η μέρα που φιλήσαμε την κατουρημένη ποδιά του Κρεμλίνου και γλείψαμε με μεγάλες γλειψιές το σμήγμα από το ορθόν του βρομερού ναζιστή Πούτιν και ακούσαμε τσογλανίστικες μπούρδες περί ολοκληρωτισμού (Θεέ μου...) από τα παχιά χείλη του αφύσικα μεν ανιστόρητου πλην αποτελεσματικά σκοταδιστή Πρωθυπουργού μας και είδαμε σε πολλοστή επανάληψη ένα επεισόδιο του πάλαι ποτέ και ες αεί Ερωτοδικείου υπό τον τίτλο Debtocracy στο κανάλι της Βουλής που τελεί υπό τον γκεσταπίτικο έλεγχο της αυριανής πρωθιέρειας του ντόπιου αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος (και όχι απλής συμμορίας ανθρωποπιθήκων ποινικών όπως είναι η Χρυσή Αυγή), ξεκίνησε με καφέ και διάβασμα στο Νερό που Καίει, το μπαρ εδώ απέναντί μας στην Κορομηλά, και έκλεισε με το Interstellar (κυκλοφόρησε σε DVD και BlueRay προχθές), που το ευχαριστηθήκαμε και μας εξέπληξε γλυκά, καθώς ήταν έξοχα κινηματογραφημένο, εύπλαστο και απαλό σαν πλαστελίνη, απολύτως γεωμετρημένο, και έκρυβε και στην καρδιά του μια γενναιόδωρη πηγή συναισθημάτων. Αγάπη, παιδιά, μπαμπάδες, ελπίδα κλπ. κλπ. [§] Αλλά και βιβλία. Πολλά βιβλία. Λίγα συγκράτησα διαβάζοντας με το κεφάλι γερμένο τα ράφια στα κοντινά πλάνα: το Μεγάλο πουθενά του Ελρόι, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, το Οχυρό του Κινγκ, το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον, την Έμμα της Όστεν, το Εργοστάσιο σφηκών του Μπανκς (πόσο αδικοχαμένος, γαμώτο, πόσο αδικοχαμένος), και φυσικά τους Λαβυρίνθους του Μπόρχες, το όραμα του οποίου, βεβαίως-βεβαίως, εικονογραφείται στη βασική σεκάνς του τέλους, στο εσωτερικό του Γαργαντούα, της μαύρης τρύπας. Είναι βιβλία, και συγγραφείς, που, στο σύνολό τους, θα έλεγε κανείς ότι υπερβαίνουν το μεδούλι της ταινίας, που είναι σκέτη ψυχαγωγία, αλλά σάμπως κι αυτά τι είναι; Όλος ο Μπόρχες τι είναι; Σκέτη ψυχαγωγία. [§] Όχι με την πρωταρχική σημασία της λέξης (που πά' να πει: κατάβαση στον Άδη) αλλά με την τρέχουσα. [§] (Σ' αυτό το Ημερολόγιο, όλες οι αναφορές σε ταινίες και τα συναφή θα γίνονται πάντα με κοντά έξι μήνες καθυστέρηση, πόσο αντιεμπορικό...) [§] Μιας και ο λόγος για βιβλία, πάντως, πηγαίνοντας οι τρεις μας για τη Seven Film Gallery περνάμε πάντα από ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο, που σήμερα γέμισε τη βιτρίνα του με μια καινούρια έκδοση, το Εξορκιστάριον του Αλέξανδρου Χρυσομάλλη (εκδ. «Mystic Books»). Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: «Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα εγχειρίδιο που αποκαλύπτει τα μυστικά της βασκανίας και φέρνει στο φως σπάνιες εξορκιστικές ευχές. Μάθε όλα τα μυστικά της βασκανίας, τους τρόπους ξεματιάσματος, πώς να εκδιώκεις αρνητικές ενέργειες και σκοτεινές δυνάμεις από πάνω σου και από άλλους, όλες τις ευχές κατά της μαγείας, γλωσσοφαγιάς, βασκανίας καθώς και σπάνιες εξορκιστικές ευχές». Στις 328 σελίδες του, μεταξύ άλλων, περιέχονται: ο παρακλητικός κανών των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, οι ευχές του Αγίου Κυπριανού, οι ευχές εξορκισμού του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, οι ευχές εξορκισμού του Μεγάλου Βασιλείου, η ευχή της Αγίας Ξένιας κατά της μαγείας, η ακολουθία εις παράκλησιν ασθενών, χειμαζομένων υπό πνευμάτων ακαθάρτων και επηρεαζόντων, η ευχή του Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, η ευχή επί οικίας ημών Εφραίμ του Σύρου, αι ικετήριαι ευχαί προς τον Άγιο Τρύφωνα, οι ευχές επί απειλή λοιμικής νόσου, οι ευχές του Γρηγορίου του Παλαμά για την ανομβρία, μία ευχή εις πόλεμον πορνείας, μία ευχή επί αισχρών λογισμών και μία, τέλος, ευχή επί έχθρας. Θυμήθηκα τα δεκάδες περιοδικά στιλ Τρίτο Μάτι που κυκλοφορούσαν τη δεκαετία πριν το ξέσπασμα της Κρίσης, και κυρίως το δεύτερο μισό της. Αλάλιασε ο πάντα έτοιμος να αλαλιάσει και να εκστασιαστεί με τον ανορθολογισμό κόσμος. Όλη αυτή η βρομιά τούς κάνει να χαύτουν οτιδήποτε τους πασάρεις: η αστειότητα των ψεκασμών είναι το λιγότερο. [§] Γίνεται μια καμπάνια για να βρεθεί τρόπος να συνεχιστεί το Twin Peaks, με χάσταγκ: ‪#‎SaveTwinPeaks. Θα το παρακολουθώ. Θα δώσω και λεφτά αν χρειαστεί, αυτά που θα 'δινα («έναν μισθό», «τη σύνταξή μου») αν ήμουν καλός εθνικιστής πατριώτης για να πληρωθεί ένα από τα βύσματα της νέας ΥΕΝΕΔ της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεώς μας για να ποδηγετήσει κι άλλο, τσιμπώντας τους το μαγουλάκι και χτυπώντας τους πατ-πατ-[ατ στην πλάτη, τους εργάτες και τους αγρότες και τους του Παντείου, το λαουτζίκο τέλος πάντων, το συρφετό αυτόν που ονομάζω, και είναι, ψηφοφοράτο. Αυτή την Κόλαση. [§] Βγάλαμε δύο χοιρινές για αύριο.

 

 

 

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 07 Απριλίου 2015

Με τη στάση της απέναντι στο Φαινόμενο Κωνσταντοπούλου (που οι ανόητοι σχολιαστές των social ξεπερνούν με ένα σήκωμα των ώμων και ένα ολέθρια απολίτικο, «Αυτή είναι τρελή, πάει το 'χασε, είναι άσχημη, είναι ατσούμπαλη, είναι αγάμητη, έχει ψυχολογικά, πολλή πλάκα έχει μωρέ» κ.τ.π.), η Αντιπολίτευση δείχνει πως τα πράγματα, κατά την άποψή της, είναι τόσο σοβαρά που, ακόμα κι αν οι Εύζωνοι στον Άγνωστο ντύνονταν Άσπρος και Λευκός Κύκνος για να φρουρήσουν το μνημείο και το Κοινοβούλιο, πάλι δεν θα σήκωναν παλμό. Εννοώ, προφανώς, τα πράγματα στο εσωτερικό των κομμάτων τους, τι άλλο; Είναι εξοργιστικό, αλλά ολοφάνερα πια είναι το μόνο που τους νοιάζει: τα κόμματά τους, άλλωστε, ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη , μετονομασμένα, σε μία ολοκληρωτικά κατεστραμμένη Ελλάδα, που θα τη χαρακτηρίζουν το λαμπρό κλίμα, οι δαντελένιες παραλίες και τα δελτία τροφίμων. Για το αν έχουν, όχι την παραμικρή ιδέα, αλλά το παραμικρό νοιάξιμο για την εποχή που έρχεται, πλέον επιφυλάσσομαι. (Και εννοώ τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, μιας και το εσωτερικό του κόμματος του Θεοδωράκη είναι το μυαλό του, είναι νωρίς ακόμη να μιλούμε για όντως κόμμα αναφορικά με το Ποτάμι). Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό το καθημερινό ρεζίλεμα που υφίστανται, και η απόλυτη, εκκωφαντική ανυπαρξία τους. Το τίποτε που κάνουν. Από την άλλη, θα πει κάποιος, πες πως της απευθύνουν, ας πούμε, πρόταση μομφής για τις θεσμικές ασχημονίες της και τον πλήρη εναγκαλισμό ακραίων, αντεθνικών θέσεων και πρακτικών εκ μέρους της: πρώτον, η πρόταση δεν θα περάσει: η πλειοψηφία είναι μαζί της, είναι τσιράκια της και τη χρειάζονται· και, δεύτερον, πλην του Βενιζέλου, ποιος τάχα θα μιλήσει καθαρά για δαύτην από το βήμα; Καθαρά και σοβαρά και πολιτικά για το Φαινόμενο Κωνσταντοπούλου; Δεν χρειάζεται να χάνει χρόνο κανείς: δεν έχουμε άλλον. Η χειρότερη γωνιά τής timeline μου είναι απείρως καλύτερη και εναργέστερη πολιτικά από το συμπίλημα της Αντιπολίτευσης. Τραγωδία. Τραγωδία. [§] Είδηση που δεν είναι είδηση: ένα πιστωτικό γεγονός, πιστεύει η ΑΔΕΔΥ, τουτέστιν η άμεση χρεοκοπία της Ελλάδας, το, ουσιαστικά, κλείσιμο των συνόρων, η παύση των εισαγωγών αλεύρων (μαζί με όλες τις άλλες) κ.ο.κ., θα διασφάλιζε τα συμφέροντά της: τα συμφέροντα της ΑΔΕΔΥ. Εξ ου και η συμμετοχή της, την Πέμπτη, με ταρατατζούμ στη «Διαδήλωση Κατά της Καταβολής της Δόσης στο ΔΝΤ», μια πράξη που, εάν συνέβαινε (διορθώνω: όταν συμβεί), αμέσως θα σήμαινε μονομερή ενέργεια της χώρας κατά των εταίρων της, και θα μας βούλιαζε αυθωρεί στα Τάρταρα. Αυτό, ας διαβαστεί σε συνάρτηση με την παρόλα κάποιου κυβερνητικού αξιωματούχου (γελάω με τους όρους: κυβερνητικός· και αξιωματούχος) ότι οι χώρες τής ΕΕ δεν θα χάσουν, λέει, τα λεφτά τους (άρα θα τα χάσει το εβραιοσιωνιστικό ΔΝΤ). Έχουμε εθνικοσοσιαλισιτκή κυβέρνηση σαλτιμπάγκων. Μια ιδιόμορφη ψηφισμένη χούντα που θα το πάει μέχρι το τέλος. [§] Και έναν αδιανόητο φασουλή για πρωθυπουργό, ανίκανο, μωρό, σαν παιδάκι, ή σαν σκυλάκι, σαν και τον Α., που δεν μπορεί να κάνει τίποτε, να ελέγξει τίποτε, να περάσει τίποτε, να επιβληθεί σε τίποτε, και κάθεται σε μια γωνίτσα του αεροδρομίου πάνω στη βαλίτσα του προβάροντας μούτες στο κινητό, για να κάνει άλλο ένα κούτρα ταξιδάκι, καλήν ώρα τώρα στη ναζιστική Ρωσία, και να δει τους μεγάλους και σπουδαίους. Ένας κοντός νάνος, επικεφαλής ενός θιάσου ποικιλιών: ένα ακροδεξιό βαριετέ. Με τον τοσοδούλη Τσίπρα, σαν μαθητευόμενο μάγο στην ελληνική βερσιόν της Φαντασίας, να κυνηγιέται από τις σκούπες των καθαριστριών τού ΥΠΟΙΚ. Ο επικεφαλής, ο προϊστάμενός του, από την άλλη, εντελώς ανεξέλεγκτος κι αφιονισμένος, πετάει τη μία ντροπιαστικά φρικώδη πατάτα μετά την άλλη («Αν Βερολίνο και Βρυξέλλες συνεχίσουν το bullying, η Ευρώπη θα γεμίσει τζιχαντιστές», αν έχουμε τον Θεό μας!), καρφώνοντας το κιβούρι της Ελλάδας με τα καρφιά του πυώδους, ερπετικού μίσους του. Από τα επίχειρα των δηλώσεων του Καμμένου δεν θα γλιτώσουμε, ακόμα και όταν γλιτώσουμε από δαύτον: οι συνέπειές τους δεν πρόκειται να φύγουν μαζί του. (Όχι ότι θα φύγει αυτός. Το παιδί-Τσίπρας έχει την ανάγκη του: ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τους ΑΝΕΛ είναι μια σφαίρα χωρίς γόμωση, ένα τζούφιο βλήμα. Και ο ΗΕΘΑ, από την άλλη, έχει τα τανκς). [§] Αν μη τι άλλο, ο Α. είναι καλά σήμερα, έγιανε, κάναμε βόλτες, η Κ. κι εγώ περάσαμε τη μέρα μας με βιβλία και περιοδικά (έχει τρεις μέρες ρεπό, εγώ ξεκίνησα τη, μικρή ή μεγάλη, δεν ξέρω, περίοδο της ανεργίας), κυκλοφόρησε και το Δέντρο του Μαυρουδή και του Γουδέλη, έχουμε κιμά για μακαρόνια στο ψυγείο και γεμάτη κατάψυξη, είδαμε το Interview και γελάσαμε, όλα καλά. [§] Κι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, του 'χα βάλει όρο, να μην καταγράφω, εδώ, πολιτικά. Διάολε. Δεν μπορείς να γλιτώσεις από τον εαυτό σου.

Γλωσσίδια

Μικροϊστορίες

Τελευταία Εξοδος

Συμπτώσεις

Διπλά βιβλία

Ομηρικά

Duck soup

Αγγελίες

Εις Μνήμην

Λόγια της πλώρης

Ημερολόγιο Γεφύρας

Ημερολόγιο Πανδημίας

Πήρα το γράμμα σου

Σελίδα 71 από 78

  • 66
  • 67
  • 68
  • 69
  • 70
  • 71
  • 72
  • 73
  • 74
  • 75

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΥΧΟΣ

  • Tεύχος 88

Editorial

Περί ευθυνών

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν η κοινωνία αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη

Si vis pacem…[1]

Χρύσα Σπηλιώτη: ζωή πριν απ’ το θάνατο

Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Orthobros

Δημοφιλέστερα

Ο Σεφέρης του Ρόδη Ρούφου

«Στενό παραθυράκι»

Ποιοι είμαστε

Το πιο τίμιο, η φωνή του. Ο Κ. Θ. Δημαράς στο ραδιόφωνο    

O K.Θ. Δημαράς και οι νεοελληνικές έρευνες

Το δημοτικό τραγούδι ως ποίηση σήμερα

Video

The Books' Journal

Ηλίας Κανέλλης & ΣΙΑ ΕΕ

Nικοτσάρα 1, 11471, Aθήνα,

Tηλ./Fax: 210 6450006

info@booksjournal.gr

Ασφάλεια Συναλλαγών

© 2026 The Books' Journal | Created by Kokonut Web Services

Newsletter

Θέλετε να λαμβάνετε τα νέα μας;

Ταυτότητα

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Συνεχίστε...

  • Αρχική
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές