Με αφορμή τη μετάβαση του κυβερνητικού επιτελείου —αν το λένε έτσι— στη Ρίγα για άλλο ένα Eurogroupπου δεν θα τελεσφορήσει (εκεί θα πούμε ό,τι μάς πουν να πούμε, και ό,τι είναι πρέπον, εδώ θα επαναλάβουμε ό,τι θέλει να ακούσει το διψασμένο ψηφοροράτο· και τίποτε δεν θα γίνει whatsoever), της ελληνικής αποστολής τέλος πάντων, με το C-130 (οποία γελοιότης να παίζουν ακόμη σε επίπεδο συμβόλων και να κουρντίζουν τον αμόρφωτο κοσμάκη… και ποιοι; τα τέρατα της αμορφωσιάς), άρχισαν ξανά οι καφρίλες με τα περιβόητα ελικόπτερα: από τη δώθε μεριά και πάλι αυτή τη φορά, την καλή, την αγία, τη δική μας. Ότι μ’ αυτά θα φύγουν, υποτίθεται, βράδυ, με τον όχλο να τους κυνηγάει από κάτω, και με δαύτους να κρέμονται απ’ όπου μπορούν κλπ. κλπ. για να σωθούν από το οργισμένο, μαινόμενο —και διαψευσμένο— πλήθος. Σκηνές Βιετνάμ; Όχι. Είναι απλώς και μόνο τα λόγια της Πλατείας: είναι οι κουβέντες των Αγανακτισμένων, είναι το ωστικό κύμα που γεννήθηκε από τη φρίκη τού ’11, έβαλε τους δολοφόνους ναζί στη Βουλή παίρνοντάς τους από το 0,1%, εκτοξεύοντάς τους στο 7% και μολύνοντας για πάντα το Κοινοβούλιο (για κάποια πράγματα δεν υπάρχει κάθαρση, λυπάμαι· για τη χούντα ναι, για τη Χρυσή Αυγή όχι), πήρε τον Λαζόπουλο και τον έχρισε ακόμη και… υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, έκανε τον Χαϊκάλη καραγκιόζη παρά τω Πρωθυπουργώ, και ανέδειξε σε πολιτειακό παράγοντα τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, άξια συνήγορο —και μπράβο της— βιαστών μέχρι τότε — για να αναφερθούμε σε ελάχιστα μόνο από τα sideeffectsακριβώς της λογικής που ήθελε, που ζητούσε, που ονειρευόταν ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ. Θα ακουστούν πολλά στο άμεσο μέλλον· και θα γίνουν πολλά. Το έχουμε πει πολλές φορές: τίποτε δεν γίνεται σε κενό· όλα έχουν το τίμημά τους. [§] Και τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. [§] Όμως να πάψει κάποτε η επίκληση στην Περίοδο της Τρομοκρατίας. Δεν είμαστε εδώ για να κόβουμε κεφάλια, είμαστε για να φιλάμε στόματα. [§] (Γι’ αυτό σιχαίνομαι την Πλατεία και τους τότε ειδεχθείς εναγκαλισμούς της Αριστεράς με τη Δεξιά και με τους φασίστες, όλο αυτό το εθνικολαϊκιστικό σκυλολόι που κυβερνά πλέον και πίνει όποιον νέο χυμό είχε πάρει να κυλάει στις φλέβες της κοινωνίας: γιατί υπήρξε εκκολαπτήριο χάους, και το χάος γελάει πάντα τελευταίο. Κι ακόμα είναι στα χαμόγελα. Δεν είμαι αισιόδοξος). [§] Περάσαμε άλλη μια όμορφη μέρα εδώ στο σπίτι, αλλά και στις δουλειές μας, ήταν μια καλή, παραγωγική ημέρα, μακάρι να ’χε κι άλλες ώρες γιατί ξανά και πάλι δεν μας έφτασαν, και μακάρι κι εγώ να μην είχα ανάγκη από έναν μεσημεριανό ύπνο, αλλά δυστυχώς έχω —ξυπνάμε και στις 8, όσο να πεις είναι πολύ νωρίς—, είδαμε και ταινία τώρα το βράδυ, με τον Α. είτε να μας δαγκώνει παίζοντας είτε να λαγοκοιμάται στα πόδια μας είτε να μασουλάει βιβλία και αδιάβαστα περιοδικά, που σχηματίζουν συμμετρικές στήλες πάνω στο τραπέζι, στήλες γεμάτες ωραία λόγια, όλα αυτά τα ωραία λόγια που απευθύνονται σε μας λέγοντάς μας, ό,τι και αν διαπραγματεύονται: οικονομία, πολιτική, τέχνες, λέγοντάς μας τις πέντε μοναδικές λέξεις που λέει πάντα ο λόγος του πνεύματος: «Δεν σε ξέρω. Σ’ αγαπώ».
Στήλες
Η τρελή Ζωή που βρήκε κάποιους να περνάνε έξω από τη Βουλή και, αφού ήλεγξε σαν βρομόμπατσος κάποιον χωροφύλακα απαίτησε να μπουν μέσα και να της επιδώσουν ψήφισμα («Μα δεν έχετε σχέση εσείς, κυρία Ζωή, παρεξηγήσατε», «Ρε εμένα θα πεις ότι δεν έχω εγώ σχέση;», «Αλλού πηγαίναμε, κυρία Ζωή μου, απλώς έτυχε να κόψουμε δρόμο από δω», «Ρε μήπως θες να σου σπάσω τα μούτρα που σου μιλάω και επιμένεις;», τύπου), η τρελή Ραχήλ με το φονικό γκάζι και το ιδιωτικό νομισματοκοπείο των χιλίων γκατζίλιων ευρώ που ποζάρει χωρίς τσίπα μπροστά από ένα εικονοστάσι με φωτογραφίες πεθαμένων και δεν ντρέπεται να μιλάει για «δικαίωση νεκρών», ο τρελός Βαρουφάκης που ισχυρίζεται ότι τον παίρνουν στο κινητό μεγάλοι ξένοι ηγέτες, ο Έλβις Πρίσλεϊ και η Αλίκη στο Ναυτικό και βάζει, λέει, κοριούς σε κλειστές συνεδριάσεις επιστημόνων λες και είναι ο τελευταίος πιτσικόμης της τελευταίας μπανανίας, όταν δεν κάνει μούτες και duckface μπροστά σε όποια κάμερα περάσει από μπροστά του, ο έρμος, ο τρελός Καμμένος που ξελιγώνει τα άρματα μάχης όπου σταθεί κι όπου βρεθεί και πετάει στεφάνια από πολεμικά ελικόπτερα φορώντας αεροπορικά τζάκετ με κλεμμένες πουλάδες επάνω και φοβάσαι πως έτσι που γυαλίζει το μάτι του ώρες είναι να βομβαρδίσει το καΐκι κανενός Τούρκου ψαρά με τίποτα Σκουντ, ο τρελός Μιχελογιαννάκης που καταφέρεται στις καλύτερες, στις διαυγέστερές του στιγμές εναντίον των ομοφυλοφίλων σαν την άλλη τη θεια από το Τενεσί που μήνυσε όλους τους γκέι του κόσμου εις το όνομα του Πατρός, και στις μέτριες λέει πως ο ιός τού AIDS μεταδίδεται με το… σάλιο (!), αν έχει κανείς τον Θεό του, ο τρελός Λαφαζάνης που τα βάζει με τη νοημοσύνη όλου του πλανήτη γιατί αυτός μόνον οίδε τη μεγάλη αλήθεια για την ανάπτυξη, που κρύβεται κάπου, λέει, στην τσάπα και στον κασμά και στα εργατικά κασκέτα, ο τρελός Κουρουμπλής που πάει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο ένα σεντούκι με κόκαλα για να στείλει, υποθέτω, μιαν ώρα αρχύτερα τους καρκινοπαθείς στον άλλο κόσμο μπας και γλιτώσει το υπουργείο του από τα έξοδα νοσηλείας, ο τρελός Κοτζιάς που προσκυνάει έναν χαμηλόβαθμο μάνατζερ της Gazpromμε μια ρεβεράντζα βγαλμένη από βιντεοταινία του Τσάκωνα, επειδή και μόνο το επώνυμο του εν λόγω μάνατζερ τελειώνει σε όμικρον-φι, ο τρελός ο Γλέζος που θέλει να καταργηθούν ο ΦΠΑ και η άντληση πετρελαίου γιατί ο μεν πρώτος είναι καπιταλιστικό προϊόν και η δε δευτέρα θα ισοπεδώσει το Νεπάλ και το Θιβέτ, ενώ παράλληλα μιλάει με έναν άλλο για το λαβράκι labrax hanibalus lecterus… ο τρελός ο ένας, η τρελή η άλλη, ε γαμήστε μας που είναι ξαφνικά η μισή κυβέρνηση τρελή, οι περισσότεροι βουλευτές της για δέσιμο και όλοι της σχεδόν οι ευρωβουλευτές για τα Επείγοντα του ψυχιατρείου. Κανείς δεν είναι τρελός, μια χαρά τετρακόσια τα ’χουν όλοι, και μια χαρά κάνουν τη δουλίτσα τους, και μια χαρά κονομάνε στην υγειά των κορόιδων που τους εξέλεξαν και, κυρίως, στην υγεία των φρόκαλων διανοουμένων myass που μας πήραν τ’ αυτιά και μας έβγαλαν τα μάτια πέντε χρόνια τώρα μιλώντας και γράφοντας υπέρ ενός freak show κατωτάτης υποστάθμης, μόνο και μόνο επειδή οι «άλλοι», οι αντίπαλοι της αντίπερα όχθης, κάθονταν σε καλύτερα τραπεζάκια στο Φίλιον. Δηλαδή έλεος με τους «τρελούς» και τους «παράφρονες». [§] Και όχι σαν τρελούς, αλλά σαν αγύρτες θα τους κυνηγάνε, Κυριακή κοντή γιορτή, και πάλι εμείς θα τρέχουμε να τους σώσουμε από τα βάναυσα χέρια του τυφλού όχλου.
Αυτές τις 50 ημέρες του Ημερολογίου έχω αναφερθεί σε δυο-τρεις συγγραφείς όλους κι όλους, αλλά έκανα searchκαι είδα πως αναφέρω τρεις φορές το όνομα του Λάσλο Κρασναχορκάι (και τι όνομα…), οπότε μάλλον είμαι το γούρι του: πήρε —και απέναντι φυσικά σε πανάξιους αντιπάλους— το Booker, αυτό το βραβείο που δίνει μια εταιρεία επενδύσεων, ξέρετε, απ’ αυτές που κερδοσκοπούν πάνω στις πλάτες των λαών, με τα σαγόνια τους καρφωμένα στο λαιμό των φτωχών κλπ.: www.man.com. Να ’ναι καλά, κι εις ανώτερα. Και η Man, και τα επενδυτικά προϊόντα της, και οι πελάτες της, και ο μέγας Μαγυάρος μαΐστωρ. [§] Στο μεταξύ, μιας και ο λόγος για τα οικονομικά, που διόλου δεν ήθελα να με απασχολήσουν σήμερα, διαβάζω: «Βάσει της Κοινοτικής Οδηγίας για το ΦΠΑ, δεν μπορεί να γίνει διαφοροποίηση συντελεστή ανάλογα με το μέσο πληρωμής. Τι σημαίνει αυτό; Ότι νομικά δεν στέκει να έχει άλλο συντελεστή ένα αγαθό ή μια υπηρεσία αν πληρώνεις με μετρητά κι άλλο συντελεστή αν πληρώνεις με κάρτα. Ποιο είναι το περίεργο της υπόθεσης; Ότι, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες γνωρίζουν το νομικό κώλυμα, η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών το αγνοούσε» (Γιώργος Παππούς, iefimerida). Και είχαμε χαρεί, γιατί επρόκειτο για το πρώτο και μοναδικό μέτρο της προκοπής που σκέφτηκαν οι επιτελείς, πώς τους λένε, της κυβέρνησης, οι φωτεινοί νόες του ΥΠΟΙΚ. Μπορεί να μη συνέβαλλε όλο αυτό διόλου στη μείωση της φοροδιαφυγής, αλλά θα αύξανε τα άμεσα κρατικά έσοδα και θα έφερνε —κυρίως— τον κόσμο πιο κοντά στο μέλλον του χρήματος, που δεν θα είναι διόλου μα διόλου χάρτινο: το χαρτί μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια θα κυκλοφορεί όσο κυκλοφορούν πλέον, στην εποχή του Διαδικτύου, τα γραμματόσημα. Αλαλούμ… Και άλλη μία αφορμή για να γελάει ο κόσμος με τον απίθανο, και άλλο τόσο τραγικό αυτόν άνθρωπο, τον Βαρουφάκη. [§] Διαβάζω τον Υπερατλαντικό του Ιρλανδού Κόλουμ Μακάν, από τον Καστανιώτη, και έχω μείνει ενεός με τη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Είναι τόσο καλή, που σταματώ την ανάγνωση και προσπαθώ να σκεφτώ τι θα έλεγε εδώ, κι εδώ, κι εδώ, ένας άλλος μεταφραστής. Και πώς θα το αντιμετώπιζα εγώ, αυτό το άλλο μετάφρασμα, αν το αναλάμβανα για επιμέλεια. Θα τρελαινόμουν, κατά πάσα πιθανότητα. Απίστευτα δύσκολο. Απίστευτη δουλειά. Εύγε. Και κάπως έτσι περάσαμε το βράδυ με την Κ., διαβάζοντας. Δεν είδαμε ταινία. [§] Ο προσεκτικός και μόνιμος αναγνώστης θα θυμάται τον εξαιρετικά καλοντυμένο ηλικιωμένο κύριο που βλέπω κάθε πρωί στο Mikelτης λεωφόρου Νίκης, να καπνίζει τα Pallas του και να κοιτάζει τη θάλασσα χωρίς να διαβάζει την παλιά εφημερίδα που έχει πάντα διπλωμένη στο τραπεζάκι του. Σήμερα τον πλησίασα περισσότερο από ποτέ, αποφασισμένος να βρω κάποια πρόφαση και να του μιλήσω, και μάλιστα ο Α. μπλέχτηκε στα πόδια του, όπως κάνει πάντα με αγνώστους για να τους μυρίσει τα παπούτσια. Δεν μας έδωσε σημασία, ή μας έδωσε τόση όση αν στη θέση του ήταν ένα ολόγραμμα. Ανατρίχιασα, τράβηξα το λουρί τού Α. και φύγαμε βιαστικά. Νομίζω, ανατρίχιασε και ο Α. Δεν ξέρω πια αν θα βρω κάποτε το θάρρος να του μιλήσω. Κάτι συμβαίνει μ’ αυτόν. Αν δεν μύριζα το τσιγάρο, θα έλεγα πως δεν είναι εκεί, πως τον σκέφτομαι παρά τον βλέπω.
Γράφαμε χτες για το κάπνισμα, που παλιότερα σχεδόν επιβαλλόταν παντού, και συμπτωματικά σήμερα μιλούσαμε στο inbox με ένα φίλο για το πώς και από πού θα προμηθευόμαστε οσονούπω τσιγάρα. Καταλήξαμε ότι, ως Βορειοελλαδίτες, μία καλή ιδέα θα ήταν η Βουλγαρία και μια άλλη η Μακεδονία. Γενικά γύρω από το τσιγάρο —που τροφοδοτεί με πελώρια ποσά την οικονομία— θα έχουμε μία μακρά και έντονη σειρά εξελίξεων με το κραχ, τόσο ως προς τις λαθραίες εισαγωγές και την παράνομη διακίνηση, όσο και στα χαρμάνια, στην ποιότητα του καπνού, στην όλη καπνιστική τελετουργία. Σε μικρότερη, ή μάλλον σε λιγότερο νουάρ κλίμακα θα κινηθεί το πράγμα και γύρω από το αλκοόλ, που παρασκευάζεται μεν πιο εύκολα, αλλά η κατανάλωσή του ενέχει και μεγαλύτερους κινδύνους όταν είναι «σπιτικό». Το πρόβλημα πάντως θα είναι διττό, μέγα και θα αφορά όλο τον πληθυσμό. Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί, ούτε θα βρεθεί ποτέ, ένα Kindle να το φορτώσουμε καπνό ή ουίσκι. Και ούτε τώρα, φευ, μας περισσεύουν χρήματα για να στοκάρουμε προμήθειες σιγαρέτων, άντε το πολύ-πολύ να βάλουμε κάτω από το νεροχύτη τρία-τέσσερα εναμισόλιτρα κόκκινο κρασί από τον Μασούτη. Δεν είμαστε για παραπάνω. Και, να δεις, όλα αυτά θα τα καταναλώσουμε έξαλλα μέσα στις πρώτες ημέρες της χρεοκοπίας, δεν πρόκειται να έχουμε ψυχραιμία μυρμηγκιού όταν θα κοπούν η μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις. («Ας πέσουν», μου έλεγε ο φίλος, «και ας τρώμε και πέτρες». Ναι, ενδεχομένως· αλλά για πόσο; Δεν μπορώ να στηρίξω το διαιτολόγιό μου στις πέτρες. Και πες ότι εγώ θα μπορέσω. Με τους άλλους τι γίνεται;) [§] Κάποιοι άλλοι φίλοι είναι λιγότερο απαισιόδοξοι, ή απλώς έχουν κόψει το κάπνισμα. Ή, έστω, διατηρούν ακεραία την πίστη τους, όχι στη δεδομένη καλοσύνη των ξένων, αλλά στη μεγαλοθυμία τους και στην άρνησή τους να δουν έναν ευρωπαϊκό λαό σε ανθρωπιστική κρίση. Σε πραγματική ανθρωπιστική κρίση, και όχι σε αυριανιστική. Μακάρι να ’χουν δίκιο. [§] Στο μεταξύ, μίλησε ο Τσίπρας σήμερα στον ΣΕΒ, άλλα λέει η θεια μου άλλ’ ακούν τ’ αυτιά μου, ενώ το βράδυ ξαναβγήκε το Βατερλό Βαρουφάκης, που πλέον είναι για λύπηση γιατί οι περισσότεροι τον ακούν για το χαβαλέ, για να διασκεδάσουν. Τραγική φιγούρα, που κάποια στιγμή, επαναλαμβάνω (φωνή βοώντος…), θα μας θυμίσει πολύ έντονα μία περίοδο κολλητή στη Γαλλική Επανάσταση. Και θα τρέχουμε να τον σώνουμε. [§] Χαριτωμένο πολύ είναι που βγαίνουν οι Αριστεροί υποστηρικτές-ψηφοφόροι-κλακαδόροι τού ΣΥΡΙΖΑ και, σιγά-σιγά, μας λένε στα Twitter πως η κυβέρνηση αυτή δεν είναι Αριστερή, μια χάλια κυβέρνηση είναι. Χαριτωμένο είναι, ναι· και αναμενόμενο. Αλλά ούτε αστείο είναι, ούτε γελάμε. Κι αυτή τη λογική η γενιά μου τη σιχάθηκε από τα τέλη της δεκαετίας τού ’70 και τις ηλιθιότητες που λέγονταν για την ΕΣΣΔ και το «αποτυχημένο πείραμα». Μόνο που ούτε πείραμα ήταν, ούτε αποτυχημένο, λυπάμαι. Ήταν το real thing.[§] Διάβασα αυτό στον Τοίχο τού Ηλία Κανέλλη: [§] Η φίλη μου, Κ.Μ., μου έστειλε αυτό το σημείωμα και με παρακάλεσε να το ανακοινώσω εγώ. Έχει ανάγκη από σοβαρά φάρμακα, που πλέον δεν διατίθενται, αλλά δεν είναι η περίπτωσή της το μοναδικό κίνητρό της για τις σκέψεις που εκθέτει — ανησυχεί πραγματικά για τη χώρα, για όλους μας. Προσέξτε τη: [§] Φίλες και φίλοι, έχω φτάσει, όπως πολλοί από εσάς, σε αδιέξοδο. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ με τις πολιτικές εξελίξεις… Φοβάμαι. Δεν ακούω ειδήσεις. Ανοίγω τον υπολογιστή μου, συνήθως μπαίνω στο Facebook, διαβάζω λίγο και πάντα μου γεννάται η επιθυμία να κρυφτώ. Περιμένω καθημερινά κάτι να γίνει και δεν τελεσφορεί το ελάχιστο. Μελετώ τις αλόγιστες κινήσεις της κυβέρνησης, τα λεγόμενα των στελεχών της. Υπολογίζω τα χρήματα της χώρας. Τους ρωτάω πού το πάνε — κι όχι εμπειρικά, αφού κάτι σκαμπάζω από πολιτική, ως σοβαρά αναμεμειγμένη για χρονιά στις κομματικές διαδικασίες της Aριστεράς. Δυστυχώς, οι περισσότεροι φίλοι μου είναι ΣΥΡΙΖΑ και είτε θεωρούν ότι είμαι της αντίδρασης είτε αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα το πρόβλημα. Σήμερα αποφάσισα να μην περιμένω άλλο να μου εξηγήσουν. Δεν πιστεύω ότι περιμένουν κάτι που εμείς δεν το ξέρουμε, απλώς μεγαλώνουν την απελπισία μας . Οι «εκσυγχρονιστές» του «δογματικού κομουνισμού» καταφέρνουν ακόμη να πουλάνε στην Ελλάδα το όνειρο της «μεταμελημένης Αριστεράς», της «δημοκρατικής Αριστεράς» δηλαδή που θα «αλλάξει αναίμακτα όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη»! Αλλά, αφού έχετε αποφασίσει να «μας σώσετε στο «πλαίσιο του καπιταλισμού», άραγε γιατί αργείτε; Μήπως επειδή είστε εκτός τόπου και χρόνου; Πολλοί από μας έχουμε ανάγκη από φάρμακα και δεν θέλουμε να αυτοκτονήσουμε. Με τη στάση πληρωμών που έχετε επιβάλει, η έλλειψη φαρμάκων είναι ένα από τα πιο κραυγαλέα προβλήματα. Αυτό ισχύει όπως το περιγράφω, και δεν θα αλλάξει αν επιχειρήσετε να μεταθέσετε το πρόβλημα («Έτσι γινόταν και με τους προηγούμενους») ή να πείτε και ψέματα. Διότι δεν μπορείτε να διαψεύσετε την πραγματικότητα: ότι η «κακή μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά» είχε εξασφαλίσει την παροχή φαρμάκων σε σοβαρά πάσχοντες — και όχι μόνο σε ασφαλισμένους, αλλά και σε ανασφάλιστους. Αισθάνομαι ότι από αυτό που ζούμε χρειάζεται να τελειώνουμε σύντομα. Και πρέπει να συμβάλουμε κι εμείς σε αυτό το τέλος. Χρειάζεται να μιλήσουμε με λόγια σκληρά, συγκροτημένα και επίμονα. Οι πολιτικές δυνάμεις που συκοφαντήθηκαν ως «μνημονιακές» συμπεριφέρθηκαν ενοχικά και ακόμα μιλούν σαν να απολογούνται. Η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ που ελέγχει δίνουν τη μάχη του εφησυχασμού: ζούμε περιμένοντας τις «γερμανικές αποζημιώσεις», τα χρήματα των Ρώσων και των Κινέζων, θεωρείται φυσικό να τρώγονται τα αποθεματικά των ταμείων, σε λίγο θα μας ζητήσουν και τον κουμπαρά της γιαγιάς… Αλλά το ψέμα πρέπει να τελειώσει. Και δεν θα τελειώσει αν όλες και όλοι εμείς που πληττόμαστε από την καταστροφική απραγία της σημερινής κυβέρνησης συνεχίσουμε να τα ανεχόμαστε όλα αυτά. Καμιά ανοχή σε υστερόβουλους ψεύτες που απεργάζονται την καταστροφή της χώρας στο όνομα της εξουσίας. Τα όνειρά μας θα γίνουν εφιάλτες τους. [§] Πήγε μία, ακόμη η Κ. στη δουλειά. Ο Α. όλο αναστενάζει.
Το πουράκι τού ΥΠΠΟ —ασήμαντο θέμα, προφανώς, και ανάξιο λόγου· αλλά και η αντιπολίτευση ανάξια λόγου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της, οπότε μπορεί να πιαστεί από κάτι τέτοια για να περάσει την ώρα της— μου θύμισε τους καιρούς εκείνους που το κάπνισμα επιτρεπόταν σχεδόν παντού. Και τώρα μπορεί να επιτρέπεται ημινομίμως σε κάποιους κλειστούς χώρους, σε μπαρ, ταβέρνες και τα λοιπά, καθώς κανείς αντικαπνιστικός νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά 100% στην Ελλάδα, αλλά παλιά μπορούσε κανείς να καπνίζει σε μέρη που τώρα μάς φαίνονται, και δικαίως, απίθανα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, να κάνουμε μεγάλα ταξίδια με το τρένο, σε μικρά κουπέ των έξι θέσεων, και να καπνίζουμε αρειμανίως σε όλη τη διαδρομή, ανοίγοντας το παράθυρο από καμιά φορά απλώς και μόνο για να μη λιποθυμήσουμε από τα σύννεφα του καπνού. (Ο καπνιστής υποφέρει εξίσου με τον άκαπνο από τον καπνό στους χώρους που δεν εξαερίζονται επαρκώς). Το ίδιο και σε ταξίδια με το ΚΤΕΛ, όπου κάπνιζε φυσικά ο οδηγός, έχοντας κρεμασμένο το τσιγάρο στα χείλη. Κανείς δεν διαμαρτυρόταν, και εν πολλοίς κανείς δεν ένιωθε, ας μου επιτραπεί, δυσφορία, τουλάχιστον όχι τόση όση νιώθει ένας σημερινός άνθρωπος. Κάπνιζε κανείς και στο αεροπλάνο, κανονικά-κανονικότατα, και φυσικά και στο αεροδρόμιο, σε όλους τους χώρους και όχι μόνο στο κυλικείο: στις σκάλες, στους διαδρόμους, στην ουρά για την επιβίβαση, στη φυσούνα, και τελικά μέσα στην άτρακτο, καθισμένος στη θέση του, ζωσμένος τη ζώνη ασφαλεία, μ’ ένα ποτό στο ένα χέρι κι ένα βίπερ στην άλλη. Καπνίζαμε μέσα στους σινεμάδες —και δεν εννοώ τους θερινούς—, όπου το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν υπήρχαν τασάκια και σου κάνανε από καμιά φορά παρατήρηση για τις στάχτες, αλλά και στα νοσοκομεία, στον οδοντίατρο, στην αίθουσα αναμονής του οποιουδήποτε πράγματος, στον μπακάλη, όπου πρώτος-πρώτος κάπνιζε και ο μπακάλης, στο ταξί, στο ασανσέρ, στα σπίτια των φίλων, στα παιδικά δωμάτια, στην τράπεζα, στα ταμεία τής ΔΕΗ που περιμένεις για να πληρώσεις, στα βιβλιοπωλεία, στα γραφεία των δημοσίων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, είτε σαν υπάλληλος είτε σαν πελάτης, στο ταχυδρομείο, παντού — πιστεύω πως καπνίζαμε και στα υποβρύχια. Μόνο οι φαντάροι στη σκοπιά απαγορευόταν να καπνίζουν, όχι για το τσιγάρο καθαυτό, αλλά για να μη δει, λέει, ο εχθρός την καύτρα σου από μακριά μέσα στη νύχτα και σου την μπουμπουνίσει — την όρεξή σου είχε ο εχθρός. (Κατά τη διάρκεια της ημέρας απαγορευόταν επίσης στη σκοπιά, για να μην μπερδεύονται οι στρατιώτες). Πολύ, πολύ τσιγάρο, μεγάλη καπνιστική ελευθερία, και καμία σκέψη για απαγόρευση· ίσα-ίσα. Η διαφήμιση των προϊόντων καπνού στήριζε περιοδικά και κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ δεν υπήρχε ηθοποιός, άντρας ή γυναίκα, στα φιλμ ή στην τηλεόραση, που να μην καπνίζει επί της οθόνης, ερμηνεύοντας το ρόλο του, και μάλιστα να μην καπνίζει πολύ. Πιστεύω ότι στις ελληνικές ταινίες, ας πούμε, οι ηθοποιοί κάπνιζαν χωρίς να τους το πει ο σκηνοθέτης: έτσι, από συνήθεια. Δεν θέλω να πω με όλα αυτά πως είναι αδύνατον να συμμορφωθούμε με τις αντικαπνιστικές επιταγές, προς Θεού. Θέλω απλώς να πω πως, όσο και να το κάνεις, γίνανε κάποια βήματα μπροστά, δεν γίνανε; [§] Είχαμε την Ξένια Κουναλάκη στην εκπομπή, ήταν εξαιρετική (φυσικά), και τη χάρηκε ο κόσμος, αλλά είχαμε και τη Ναταλία Γερμανού (άψογη) και είδαμε κάτι αντιδράσεις από ορισμένους φίλους που δεν μας πολυάρεσαν: ότι έχει γράψει σκυλάδικα, ξέρω γω, και τέτοια. Ήμαρτον. Και τα σκυλάδικα έχουν ψυχή.
Τίποτε δεν ξεκίνησε την ημέρα των εθνικών εκλογών, ίσα-ίσα. Πιο πριν, από τα υγρά φιλιά στο στόμα της Άνω Πλατείας με την Κάτω Πλατεία, είχαν δοθεί πολλές μεγάλες περιφερειακές μάχες, και πολλοί μικροί πόλεμοι είχαν κερδηθεί. Κάτι το Νερό που δεν έπρεπε να ιδιωτικοποιηθεί (η μεγαλύτερη παρανόηση της Μεταπολίτευσης, κανείς από όσους συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις δεν ξέρει ποιος τους έβαλε να συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις και τι πά’ να πει «ιδιωτικοποίηση» και ποίου πράγματος — κανείς, ούτε ένας τους), κάτι οι σατανικές Σκουριές που μολύνουν με ραδιενέργεια το υπέδαφος και πλημμυρίζουν χημικά το νερό και άλλες φρικτές αντεπιστημονικές και φασιστικά λουδίτικες μπούρδες που δεν μπορούν να τεκμηριωθούν περισσότερο από ό,τι ο περιβόητος κορμοράνος του Περσικού Κόλπου επί Μπους, κάτι οι έρμοι οι μετανάστες και το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αμυγδαλέζα (θα ανοίξουν οσονούπω κι άλλα) και οι παντέρμοι Σύροι πρόσφυγες που ο ΣΥΡΙΖΑ τους κρατούσε υπό βροχήν και με απειλές διά ροπάλων στο Σύνταγμα για να φτιάξει ντεκόρ, κάτι οι «αναρχικοί» (τι θράσος όμως…) και τα χίλια δίκια που τους έπνιγαν μαζί με τα χημικά του Δένδια (τώρα τα πράγματα άλλαξαν και με δαύτους, γίνηκαν κακοί, αλλά guesswhat: όλα άλλαξαν), για να μην αναφέρουμε τους γνωστούς-αγνώστους που βέβαια ήταν παρακρατικοί (τα λέμε χρόνια τώρα: μη, μη, μην τους λέτε παρακρατικούς, θα σας πάρουν στο κυνήγι), κάτι η φρίκη της ανοιχτής αγοράς τις Κυριακές που είναι αμάρτημα καθοσιώσεως, γιατί τα αφεντικά είναι καλά 5 μέρες με τον υπάλληλο-αγωνιστή, αλλά την έκτη μέρα τού πίνουνε το αίμα και δεν τον πληρώνουν, κάτι οι καθαρίστριες-βύσματα και οι υπάλληλοι της ΕΡΤ που ανοήτως είχε κλείσει από τον τραγικό Σαμαρά, κάτι το χάιδεμα στο μαλακό υπογάστριο του Έλληνος που είναι το εθνικό του παραμύθι: ο πατριωτισμός του (η Αριστερά στην Ελλάδα είναι μια Αριστερά βαθιά εθνικιστική), κάτι το ’να και κάτι τ’ άλλο, το μενού ήταν έτοιμο από καιρό, και παστρικά σερβιρισμένο: οι δυστυχείς αυτές ομάδες πληβείων (ελάχιστοι έχουν κέρδος από όλα αυτά), με ένα μυαλό κουρκούτι από την εθνικολαϊκιστική γυμναστική, φωνάζουν ακόμη και συμμετέχουν ακόμη σε κάτι που ούτε την αρχή του είναι σε θέση να γνωρίζουν, ούτε την κατάληξή του μπορούν να φανταστούν. Τίποτε δεν ξεκίνησε την ημέρα των εθνικών εκλογών. Όλα τότε είχαν τελειώσει. (Και είναι πραγματικά απίθανο που οι περισσότεροι θεωρούν ακόμη όλους αυτούς στην κυβέρνση απλώς ανοήτους, ρομαντικούς βλάκες ή/και δίχως σχέδιο). Κι έτσι φτάσαμε στο προκείμενο: ο πολλαπλά αδικημένος λαός δολοφονείται στα νέα γερμανικά-πανευρωπαϊκά Άουσβιτς, μας κλείνουν την κάνουλα, πεινάμε, μας απομυζούν, ας πούμε ένα γενναίο, πυρηνικά-αυθεντικά ελληνικό ΟΧΙ. Το ποσοστό όσων αντιδρούν και, ακόμη χειρότερα, όσων πρόκειται να αντιδράσουν σε όλο αυτό το έγκλημα είναι μικρό και άνευ σημασίας για δαύτους. Εξ ου και (επειδή ξέρουν πως, αν δεν γίνει κάτι πολύ μεγάλο, θα παραμείνουν στα πράγματα) έχουν το θράσος και λένε τα απίθανα που λένε, όπως αίφνης ο… Ξυδάκης — ο Ξυδάκης, αν έχουμε τον Θεό μας δηλαδή: «Θέλω να επιστήσω την προσοχή των καλλιτεχνών για να θέσουν ζητήματα που εξαφάνισε ο μοντερνισμός: την αναπαράσταση, την αφήγηση και το κάλλος. Μπορείτε να σχεδιάσετε κάτι που να το καταλαβαίνει η μάνα σας και ο κάθε αμύητος ώστε να μη χρειάζεται τα συνοδευτικά κείμενα του κάθε παρατρεχάμενου επιμελητή;» Θηριώδη πράγματα, επικίνδυνα και ζοφερά. Στα οποία οφείλουμε να αντισταθούμε με όλες μας τις δυνάμεις. Όχι σαν Έλληνες: αυτό ας το χαρίσουμε στον εθνικοσυριζαϊκό εσμό και στους νεοφασίστες κυβερνητικούς τους συμμάχους — σαν Ευρωπαίοι, και σαν απολύτως ξεχωριστά άτομα. Με τη δύναμη της εκφυλισμένης μας untermenschliche τέχνης. [§] Σωτηρία δεν υπάρχει, αλλά αυτό ακριβώς πρέπει να μας δώσει μιαν άγρια χαρά για να κάνουμε, τώρα, τα πάντα.
Το ’80-’81, όταν διακινούσαμε το Αμφί στους κύκλους μας, και όσο γινόταν έξω από αυτούς, φροντίζοντας περισσότερο από το να πουλάμε τεύχη να κάνουμε πολύ θόρυβο ώστε να εκνευρίζουμε τους φίλους, τους συμμαθητές, τους γνωστούς και τους αγνώστους μας, με απώτερο σκοπό να μας επιτεθούν λεκτικά ή όπως αλλιώς τούς έκανε κέφι (ήμασταν δυνατοί στα επιχειρήματα και δεν γυρίζαμε το άλλο μάγουλο), ένα από τα θέματα που κυρίως μάς απασχολούσαν στις σχετικές κουβέντες ήταν βέβαια ο γάμος μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Ακούγεται ενδεχομένως αστείο, αλλά —τόσο μού ’κοβε— ήμουν σφόδρα εναντίον, όχι απαγορευτικά βέβαια, αλλά σαν «φιλοσοφία», σαν διεκδίκηση, καθότι το θεωρούσα όλο αυτό πολύ passé, πολύ μικροαστικό, πολύ αναχρονιστικό, πολύ κάπως. Μετά μεγάλωσα, κατάλαβα, άλλαξα. Ήταν καλές εποχές εκείνες, γεμάτες γεμάτα βράδια στην παραλία, κοντά στο άγαλμα ή και πιο πέρα, στο πάρκο του Ξαρχάκου, στο «πρεζά», με φωνές, συζητήσεις, αψιμαχίες, κυνηγητά, ημιαυτοσχέδια dragqueenshow από τους καλύτερους —με Δαλιδά, Ραφαέλα Καρά, Τζένη Βάνου και Ουμ Κουλσούμ—, μεγάλα κασετόφωνα με τέσσερις ή έξι μεγάλες μπαταρίες και πολύ αλκοόλ. Δεν καταφέραμε κάτι περισσότερο από το να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας που «αγωνιζόμασταν» στο πλευρό των συνανθρώπων μας (κάποιοι από αυτούς μάς έβλεπαν και με μισό μάτι — κατανοητό), αλλά σίγουρα περνούσαμε όμορφα και περίεργα, όχι όπως οι συνομήλικοί μας που την έβγαζαν στο γήπεδο και στα εντευκτήρια (στο σχολείο μας δεν υπήρχαν σκέψεις για σπουδές κλπ., όλα αυτά ήταν πολύ irrelevant, κάποιοι μόνο ενδιαφερόμασταν για τις τέχνες , τις ελευθέριες τέχνες, θεωρούσαμε εαυτούς εκκολαπτομένους διανοουμένους ελευθέρας βοσκής). Αυτά το 1980· και σήμερα, 35 χρόνια μετά, γίνεται θέμα (και φυσικά δικαίως!) ο γάμος του Σαβιέ Μπετέλ , πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, με τον σύντροφό του. Σε πέντ’-έξι χρόνια, δεν θα γίνεται θέμα, παρόμοιες ειδήσεις θα περνούν στα ψιλά. Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως το περιβόητο νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης ατόμων του ιδίου φύλου δεν θα περάσει, όχι γιατί δεν θα το ψηφίσει η αντιπολίτευση, αλλά γιατί όλα τα ατομικά δικαιώματα θα περισταλούν στις συνθήκες υπό τις οποίες καλό είναι να συνηθίσουμε πως θα ζούμε από τούδε και εις το εξής: οικονομικής ένδειας και αυταρχικής διακυβέρνησης. [§] Στο μεταξύ αυτό, όσοι δεν το ξέραμε μάθαμε σήμερα πως οι ναζί έχουν την πλειοψηφία στο Δήμο της Καβάλας. Αντιγράφω εδώ ένα μέρος από την ανακοίνωση του ΚΙΣΕ για την αναβολή της τελετής των αποκαλυπτήριων του Μνημείου για το Ολοκαύτωμα: «Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκφράζει τον αποτροπιασμό του για την απαράδεκτη απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Καβάλας να αναβάλει την τελετή αποκαλυπτηρίων του Μνημείου Ολοκαυτώματος των 1.484 Ελλήνων Εβραίων της Καβάλας που ήταν προγραμματισμένη για την Κυριακή 17 Μαΐου 2015. Η Δήμαρχος της πόλης, μόλις χθες 14/5/2015, είχε εκφράσει τηλεφωνικά προς το ΚΙΣΕ την αντίρρησή της ως προς τη χάραξη του Άστρου του Δαυίδ στο Μνημείο, που αποτελεί σύμβολο της Εβραϊκής θρησκείας, και ζήτησε να εμφανίζεται μόνον το κείμενο της αφιέρωσης, ώστε να μην ματαιωθεί η τοποθέτησή του και η προγραμματισμένη εκδήλωση αποκαλυπτηρίων του». Ζούμε στο ευρωπαϊκό άντρο του αντισημιτισμού και της βαρβαρότητας. Και οδεύουμε ολοταχώς και πλησίστιοι προς τον πυρήνα του. [§] Από την άλλη, ξανά και πάλι οι αυτοχαρακτηριζόμενοι ως αντιφασίστες κάνουν ό,τι περνά (κυριολεκτικά) από το χέρι τους για να μη γίνει η δίκη της Χρυσής Αυγής: είναι οι τελευταίοι που θέλουν τη νομική καταδίκη της συμμορίας, καθώς είναι άλλωστε αυτοί οι ίδιοι που τους προστατεύουν, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας τού ’80 που παρακολουθώ το θέμα από κοντά, από τότε που άνοιξαν τα γραφεία των μπράβων στην Κάνιγγος: ποτέ δεν ήθελαν να τους χτυπήσουν, γιατί έβλεπαν σ’ αυτούς ένα νόημα για να υπάρχουν. Και ένα όμοιο πρόσωπο: έναν Doppelgänger, έναν ομογάλακτο αδελφό. Τρώνε και οι δυο από το βυζί της βίας, του αίματος, του σεξισμού και του ολοκληρωτισμού. Σιχάματα. [§] Μου έστειλαν καινούριο βιβλίο για επιμέλεια, και χάρηκα. Μαγείρεψα κοκκινιστό. Η Κ. είχε ρεπό, το περάσαμε στο σπίτι, όπου έχουν έρθει και οι πρώτες σκνίπες της χρονιάς, λιμασμένες κι αυτές για αίμα.
Η εβδομάδα κύλησε ήρεμα, χωρίς πολλές κυβερνητικές εξαλλοσύνες, smoothly, μια χαρά. Δεν έγινε, νομίζω, λόγος και για κάποιο μελλοντικό Eurogroup, όπου θα μας ζητηθούν για ακόμη μία φορά συγκεκριμένα πράγματα, σχέδια γραμμένα στο χαρτί και όχι αυτά τα αστεία τού μπαρ που βάζουν τον καημένο τον Βαρουφάκη και λέει, εκθέτοντάς τον τον άνθρωπο του Θεού σχεδόν ανεπανόρθωτα. (Λέω «σχεδόν», γιατί έχει και την ωραία αυτή κοψιά, αναμφισβήτητα, οπότε μπορεί να σταδιοδρομήσει σαν φιγούρα στους Simpsons, ή σε κάτι ανάλογο, παράλληλα με τα άρθρα του στο Slate. Θα το ευχαριστηθεί. Και θα βγάλει και χρήματα, που τα ’χει μεγάλη ανάγκη, όπως βοά όλη η Αθήνα. Ας είναι). Το Eurogroup θα γίνει, και θα ξαναγίνει, και θα γίνεται εις το διηνεκές, είναι πια θεσμός — απλώς βαρέθηκαν να μας κουράζουν μ’ αυτά και μ’ αυτά. Εξ ου και, όπως λέγαμε και χτες, βυθιστήκαμε έτι περαιτέρω, κι άλλο, κι άλλο, στους τεχνητούς Παραδείσους της πεζογραφίας και του σινεμά (σας προλαβαίνω και δηλώνω ότι γνωρίζω από έφηβος το γελοίον της εκφράσεως: δεν υπάρχουν φυσικοί Παράδεισοι), με τον παραδοσιακό τρόπο μας: ερασιτεχνικά. [§] Είδαμε μεταξύ άλλων το πρώτο επεισόδιο του Wayward Pines. Εντυπωσιακό. Χαίρομαι «πατριωτικά» που ήταν παγκόσμια πρεμιέρα και προβλήθηκε υποτιτλισμένο και εδώ, και βγαίνω και το λέω out of my closet. Ο Σιάμαλαν, για να ’ρθουμε στο προκείμενο, δεν παύει να είναι εκείνος ο τυπάκος που έκανε την Έκτη αίσθηση και τον Άφθαρτο, σπουδαίες ταινίες, απ’ αυτές που συνθέτουν τις μήμες του παρελθόντος μας, παρ’ όλες τις μετέπειτα ανοησίες του. Και εδώ, στο Pines υπάρχει μπόλικο υλικό για να γίνει ένα καλό b-longmovie, διάβασα τα βιβλία στα οποία βασίζεται (page-turner χωρίς άλλες αξιώσεις: ξανά μια χαρά) και, ναι, έχουν πολύ πράγμα, και εξόχως ασυνήθιστο. Γιά να δούμε… (Αν είσαι ακόμα εδώ, δυνάμει μου αναγνώστη, δες το). [§] Ίσως αύριο κάνουμε κάτι, ίσως πάμε βόλτα οι τρεις μας στην παραλία, ίσως ακόμη καθίσουμε και στο Νερό που Καίει για καφέ και διάβασμα. Η Κ. έχει ρεπό, ο μικρός χαίρεται ούτως ή άλλως να παίζει στο γρασίδι, κι όσο να ’ναι η Παρασκευή είναι ξελογιάστρα, οπότε ναι, γιατί όχι; [§] Τέλος για σήμερα. [§] ΥΓ. Ίσως το πιο αστείο κείμενο των τελευταίων τριών μηνών: [§]Από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε η κυβέρνηση, κατέστη σαφές- τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό της χώρας- ότι η εντολή του ελληνικού λαού είναι δεσμευτική και αποτελεί την πυξίδα στις διαπραγματεύσεις. Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης είναι και κόκκινες γραμμές του ελληνικού λαού, εκφράζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων, των αυτοαπασχολούμενων, των συνταξιούχων, των αγροτών και της νεολαίας. Εκφράζουν την ανάγκη της χώρας να μπει σε ένα νέο δρόμο ανάπτυξης, με πυρήνα της την κοινωνική δικαιοσύνη και την αναδιανομή του πλούτου. Η επιμονή των δανειστών να εφαρμόσουν το μνημονιακό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σαμαρά, δημιουργώντας έναν ασφυκτικό κλοιό πολιτικών πιέσεων και χρηματοδοτικής ασφυξίας στη χώρα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την έννοια της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Εκφράζει την εμμονική προσήλωση στη λιτότητα που αποδομεί το κοινωνικό κράτος, την ολιγαρχική διεύθυνση των ευρωπαϊκών υποθέσεων σε κλειστές αίθουσες ανεπηρέαστες από την κοινωνική βούληση, οι οποίες στρώνουν το έδαφος στην άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Οι απαιτήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον ελληνικό λαό που αγωνίστηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια για να μπει τέλος στις εγκληματικές πολιτικές των μνημονίων. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τους ευρωπαϊκούς λαούς και από τις προοδευτικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που αγωνίζονται για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και της Δημοκρατίας. Οι πολίτες της Ελλάδας και της Ευρώπης δεν είναι οι παθητικοί καταναλωτές των ειδήσεων των 8, αντίθετα πιστεύουμε ότι μπορούν να είναι συμπρωταγωνιστές σε μια διαπραγμάτευση που αφορά την κοινή μοίρα όλων μας στην κλίμακα της Ευρώπης και του κόσμου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πάρει κάθε δυνατή πρωτοβουλία για την ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας αλλά και των ευρωπαϊκών λαών. Σε κάθε πόλη, σε κάθε γειτονιά και χώρο δουλειάς, αλλά και σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης οι βουλευτές, ευρωβουλευτές και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα βρεθούν μαζί με τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και τις αλληλέγγυες με αυτόν δυνάμεις σε ένα πλατύ κάλεσμα κινητοποίησης για την νίκη της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας. Τώρα είναι η ώρα να μπουν οι ίδιοι οι λαοί στην μάχη. Θα νικήσουμε.
.
Βυθιζόμαστε, αλλά τουλάχιστον εξακολουθούμε να διαβάζουμε. Πάντως, δεν είναι καθόλου κακό να θυμόμαστε πως το παν στα βιβλία, το παν στην ανάγνωση, είναι η επιλογή. Τα βιβλία δεν είναι καλά καθαυτά, και δεν είναι καλά σαν σύνολο. Για την ακρίβεια, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αποδείξεις δεν χρειάζονται επ’ αυτού (η Ιστορία της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας είναι επίτομη), όμως ενδιαφέρον είναι πως ο κόσμος δεν το συμμερίζεται. Εδώ που τα λέμε, ισχύει το άκρως αντίθετο. Υπάρχει, και μά την Παναγία εντείνεται συνεχώς σ’ αυτή τη θαυμαστή, γενναία εποχή της εκρηκτικής, εύκολης πληροφορίας (μην ξεχνάμε πως ζούμε σε μια εποχή θαυμάτων, την καλύτερη που υπήρξε ποτέ), η πεποίθηση πως το Βιβλίο είναι καλό. Και, όσο θα πολλαπλασιάζονται τα βιβλιοφιλικά σάιτ, οι βιβλιοφιλικές Σελίδες και τα βιβλιοφιλικά Γκρουπ, τόσο περισσότερο κανείς θα πιστεύει ακράδαντα πως έχουμε εδώ να κάνουμε με μιαν αυταξία, πως πρέπει να βλέπουμε το βιβλίο ως αξία. Είναι όμως στ’ αλήθεια κακό αυτό; Ναι, είναι· είναι ψέμα, και λάθος, άρα είναι κακό ως μη «ηθικό». Προξενεί κακό; Ναι, προξενεί: οποιαδήποτε σάχλα μπορεί να περάσει για κατιτί που κάποιος ή κάποιοι έχουν ανάγκη — δεν την έχουν ανάγκη, ανάγκη την έχει μόνο η οικονομία και εμείς οι επαγγελματίας του βιβλίου, που σιτιζόμαστε από τις τυπωμένες σελίδες. Για να μη μιλήσουμε για την αποθέωση που βιώνουν πολλοί σύγχρονοί μας συγγραφείς απλώς και μόνον επειδή έτυχε να είναι μέτριοι και όχι κακοί όπως οι περισσότεροι. (Θυμίζω πως η Μαντά είναι καλή συγγραφέας, σε αντίθεση με τις δεκάδες ρέπλικές της). [§] Τα καλά βιβλία είναι όπως τα μπουκάλια της κοκακόλας που τρέχουν σε κείνη την κινούμενη ταινία μπροστά από τα παρατηρητικά μάτια μιας ομάδας νέων κοριτσιών που, καθισμένες με την πλάτη ίσια, ψάχνουν για τυχόν ξένα σώματα που παρεισέφρησαν μέσα σε κάποιο μπουκάλι. Τα καλά βιβλία είναι τα μπουκάλια με τα ξένα σώματα. Και είναι συνήθως ακριβώς αυτό: μία παραδοξότητα. Αρκετά συχνά, ο κόσμος τα πετάει, τα παραπετάει, ή απλώς δεν τους δίνει σημασία. Τα καλά βιβλία, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, επιδεικνύουν υπομονή και μεγαλοθυμία. [§] Τα καλά βιβλία είναι εκείνα που κινούν την αγορά του βιβλίου, που τη συντηρούν και τη μεγεθύνουν, που βάζουν πλάτη για να τυπωθούν κι εκείνα τα σπάνια πουλιά, κάτι σπάνια πουλιά που αλλιώς δεν θα είχαν καμία πιθανότητα. [§] Όπως τα σίριαλ της πλάκας δεν οδηγούν κανέναν τηλεθεατή στον κινηματογράφο της προκοπής (ίσα-ίσα: τον απομακρύνουν· και, επειδή τα σίριαλ της πλάκας ήταν πολλά, ο κινηματογράφος όπως τον ξέραμε διεστράφη ή/και τέλειωσε — μα βγήκαν χρήματα, και τα χρήματα έφτιαξαν το Truedetectiveστον ίδιο τόπο, στον τόπο του εγκλήματος), έτσι και τα βιβλία του κιλού. Πράγμα καθαυτό καλό, τα καλά βιβλία δεν είναι για όλους, και δεν είναι για χόρταση. Είναι σαν τους φιλελευθέρους στην πολιτική: παίρνουν κάτω από το 1% στις εκλογές. Στοχεύουν σε πρόσωπα και όχι σε μάζες. [§] Αλλά καλά βιβλία είναι και αυτά που μας ψυχαγωγούν στη σχόλη: δηλαδή, τα καλά βιβλία και οι αναγνώστες είναι γεμάτα αντιφάσεις. [§] Ο κόσμος δεν υπάρχει για να καταλήξει σε ένα Πραγματικά Μεγάλο βιβλίο, αλλά δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τελικά. [§] Οι δανειστικές βιβλιοθήκες δημιούργησαν το Κοινό Αναγνωστικό Γούστο, κι απ’ αυτό θα πάμε όλοι. [§] Τι ωραίο να διαβάζεις πάντως. Σχεδόν σαν να ζεις. [§] Ή μήπως ισχύει το αντίθετο;
Καθώς δεν έχουμε ειδήσεις (τα Eurogroup είναι για τους πολιτικούς ό,τι η Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης για τους εκδότες: όλα τα dealγίνονται χρόνια τώρα δι’ ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και πλειοδοσιών, στη Φρανκφούρτη πηγαίνουν τα στελέχη των Οίκων για να χορέψουν στα πάρτι — και η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση δεν καταστράφηκε από τον Μπαλτά, απλώς ο Μπαλτάς εξέδωσε το πιστοποιητικό του θανάτου της — έτσι και ταEurogroup: εμείς τούς κοροϊδεύουμε κι εκείνοι κάνουν ότι τους κοροϊδέψαμε), και καθώς δεν έχω εδώ και τρεις-τέσσερις εβδομάδες δουλειά, τσαλαβουτάω στα βιβλία και στις ταινίες και κάνω τις ίδιες σκέψεις, όλο τις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις, όπως ας πούμε αυτήν με τον Ντίκενς: αν ζούσε σήμερα, δεν θα έγραφε μυθιστορήματα, θα έκανε σειρές στο Netflix ή στο ΗΒΟ ή στο Facebook. Βέβαια, το Facebookδεν κάνει ταινίες, αλλά, believe me, θα κάνει. (Κι αυτό είναι είδηση, το πρωτομάθατε εδώ). Μπορεί για την ώρα να κλείνει συμφωνίες με ποιοτικούς κολοσσούς των μίντια όπως οι Times για να έχει πρώτο αυτό και αποκλειστικά για μία ημέρα μεγάλο κομμάτι των ειδήσεών τους (content, που λένε), αλλά σε πολύ λίγο η Disneyθα κάνει πρεμιέρες μόνο για τους χρήστες του (δηλαδή: για όλο τον κόσμο) και θα προβάλλει ταινίες μόνο σε συγκεκριμένες του Σελίδες, ενώ και το ίδιο το Μέσο θα αρχίσει να κάνει τις δικές του παραγωγές — κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την αφήγηση (ούτε οι ίδιες οι ειδήσεις μπορούν, πόσο μάλλον οι καταναλωτές τους). Το όλο περιβάλλον θα είναι πολύ μεγάλο, θα είναι αρκούντως πελώριο ώστε να νιώθει κανείς πως ασφυκτιά εκεί μέσα, ή πως παραβιάζονται δικαιώματά του κλπ., ενώ πάντα θα υπάρχουν οι εναλλακτικές οδοί των μικρών κοινωνικών δικτύων. Το πράγμα θα πάει όπως ακριβώς και στην αγορά του βιβλίου: (θα) υπάρχουν δύο ή τρεις κολοσσοί μόνο που (θα) μοιράζονται επιθετικά την αγορά, και δεκάδες, εκατοντάδες μικρομάγαζα με ποιοτικό προϊόν που (θα) απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό — πες το εκδοτικοί οίκοι, πες το βιβλιοπωλεία, πες το κινηματογράφο και τηλεόραση, πες το socialmedia. [§] Αλλά έλεγα για τον Ντίκενς: ο Ντίκενς σήμερα θα έκανε σειρές για την καλωδιακή στην πιο σύγχρονη μορφή της, δεν θα έγραφε. Το ογκώδες πολυπρόσωπο μυθιστόρημα αγγίζει όλο και λιγότερο τις μάζες όταν δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό του, δηλαδή όταν δεν υπακούει στους σοφούς κανόνες τού massmarket, σε αντίθεση με τις τηλεοπτικές σειρές, που απευθύνονται εξίσου στην ιντελιγκέντσια και στον συνήθη καταναλωτή, εντέλει σε όλο τον κόσμο δηλαδή, έχουν υψηλά ποιοτικά στάνταρ, απορροφούν μεγάλα αλλά όχι ανεξάντλητα κεφάλαια (όπως κάνουν, θέλοντας και μη, τα κινηματογραφικά blockbuster) και τα επενδύουν σοφά, και υψηλοτάτου επιπέδου ανθρώπινο υλικό (από συγγραφείς μέχρι τεχνικούς, και από επιστήμονες κοινωνικών επιστημών μέχρι σαιξπηρικούς ηθοποιούς). Το ντικενσιανό μυθιστόρημα είναι αυτές οι σειρές, που, όταν αρχίσουν να ασχολούνται με λίγο πιο κοινωνικά θέματα αφήνοντας στην άκρη τα λογής genre(που προσωπικά, βέβαια, τα αγαπώ πολύ περισσότερο), θα μας κάνουν να τρίβουμε τα μάτια μας. Και θα μείνουν για πάντα, όπως ο Ντίκενς. [§] Εμείς εδώ, καθώς ακόμα δεν έχουμε κάτι που να μπορεί να ονομαστεί ή να θεωρηθεί «ελληνικό μυθιστόρημα» (δεν είχαμε ποτέ τη δυνατότητα να γράψουμε σε μεγάλη φόρμα για τους ίδιους ακριβώς λόγους που δεν αναπτυχθήκαμε όπως η υπόλοιπη Ευρώπη σε όλους τους άλλους τομείς: οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά), ας παρακολουθούμε σίριαλ στο FOXκαι σε κάτι τέτοια, γιατί σε λίγο μάς βλέπω να επιστρέφουμε στον Μεθοριακό σταθμό. Σε πολύ λίγο. [§] Ονειρεύομαι να ξαναγίνει μόδα το μυθιστόρημα σε συνέχειες. Κάποιοι θα το κάνουν κι αυτό, και ίσως πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι το φαντάζομαι. Πολύ πιο γρήγορα. [§] Το βράδυ παραγγείλαμε από έξω, η Κ. έλειπε όλη μέρα εκτός πόλεως για ρεπορτάζ, μοντάζ κ.τ.σ., εγώ ξάπλωνα με τον Αρσέν και διάβαζα.
Στην οικογένειά μας συνέβησαν πολλά θαύματα. Μια μέρα, στο σπίτι στα Κάστρα, ο άγιος Δημήτριος άρχισε να ταρακουνάει από μέσα το κρεμασμένο στον τοίχο εικονοστάσι, έκανε ακόμα και τους τοίχους να τρέμουν, άνοιξε τελικώς το πορτάκι σπάζοντας με βία και το τζαμλίκι και πήδηξε στο τραπέζι με το μουσαμαδένιο πουά τραπεζομάντιλο. Κι εκεί έμεινε όρθιος και να τρέμει, αν και δεν ήταν παρά ένα κομμάτι τυπωμένο χαρτόνι 7 επί 10 εκατοστά, χωρίς να στηρίζεται κάπου, και το είδε η γιαγιά μου και ταράχτηκε πολύ. Έμαθα πολύ γρήγορα την ιστορία, αλλά όχι και τον ακριβή λόγο που το έκανε αυτό ο άγιος, αν και οι μεγάλοι ήξεραν το γιατί και προσάρμοσαν αναλόγως τις πράξεις τους σχετικά με ένα ενδοοικογενειακό θέμα που τους απασχολούσε έντονα τότε. Ιστορικά επίσης ήταν και τα δάκρυα που έσταζαν πού και πού από τις εικονίτσες της Βρεφοκρατούσης που είχαμε φέρει από την Τήνο, πολύ μικρές εικονίτσες που κρεμούσαμε —ήταν δύο— από τα κάγκελα των κρεβατιών μας εγώ και η αδελφή μου. Ήταν δύο πολυθρόνες που άνοιγαν και γίνονταν κρεβάτια, μία σκούρα πράσινη και μία σάπιο μήλο. Δύο από αυτές τις σταγόνες θεράπευσαν την παρωτίτιδά μου, καθώς, όπως μου είπαν, ξύπνησα μέσα στη νύχτα, είδα το θαύμα —την Παναγία να δακρύζει— και έχρισα τους πρησμένους αδένες με τα δάκρυά της. Μετά από δυο-τρεις μέρες ήμουν καλά. Η άλλη γιαγιά μου, τέλος, μας έφτιαχνε και μας έδινε να έχουμε πάντα επάνω μας φυλαχτά με Τίμιο Ξύλο: ήταν σαν μικρά-μικρά τρίγωνα φουσκωτά μαξιλαράκια, όχι μεγαλύτερα από την άκρη του δαχτύλου σου, που τα συγκρατούσε μία παραμάνα στο κασκορσέ ή στο εσώρουχο, ή ακόμα και στα μαγιό μας, αν ήταν καλοκαίρι και παραθερίζαμε. Οι παραμάνες άνοιγαν καμιά φορά πάνω στο παιχνίδι ή όταν κολυμπούσαμε, και το φυλαχτό χανόταν, αλλά η γιαγιά μου είχε μεγάλες ποσότητες από το Σταυρό και μας έφτιαχνε διαρκώς καινούρια. Ποτέ δεν μείναμε από τέτοια φυλαχτά, τόσο εμείς όσο και πολλοί φίλοι μας, αν και δεν τα δίναμε εύκολα σε συγγενείς που δεν πολυχωνεύαμε. Σε κρατούσαν στη ζωή, και μεγαλύτερη απόδειξη από το ότι δούλευαν κανονικά είναι ότι πολλοί από μας ζούμε πράγματι ακόμη ή, αν μη τι άλλο, περάσαμε από πολλά και τα καταφέραμε να επιβιώσουμε εκείνο τον καιρό που τα φορούσαμε. Διηγούμαστε και πολλές άλλες ιστορίες όταν έχουμε όρεξη, για παράξενους ανθρώπους που μας επισκέπτονταν, ή για μισοανθρώπινες φιγούρες στον απέναντι τοίχο της πρασιάς, τη νύχτα, που μας έκαναν παράξενα νοήματα, ή για ζώα, σκύλους και γάτες, που επίσης έσωσαν πολλούς από εμάς από σίγουρο χαμό επειδή γάβγισαν την κατάλληλη ώρα ή κόμισαν με τον δυσεξιχνίαστο τρόπο τους κάποιο νέο, για να μην αναφέρω τον άγγελο, ή ίσως τον ίδιο τον Ιησού, που με τη μορφή ενός άγνωστου νέου, φορώντας μόνο ένα παντελόνι και με μια ουλή στα πλευρά σαν από μαχαίρι, βρέθηκε στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας μας στις 20 Ιουνίου 1978 το βράδυ, όταν χτύπησε ο σεισμός, και κατέβηκε μαζί μας τις σκάλες τρέχοντας σαν τρελός και φωνάζοντάς μας να μην τυχόν πάρουμε το ασανσέρ γιατί ήταν επικίνδυνο — ώρες μετά, όταν συζητούσαμε γι’ αυτόν και τον ψάχναμε από πηγαδάκι σε πηγαδάκι, συνειδητοποιήσαμε πως είχε εξαφανιστεί, και πως δεν τον ήξερε κανείς, ούτε είχε συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του. Αν και η γειτόνισσα, η κυρία Σ., νεότατη χήρα τότε, ακούγοντάς μας να μιλάμε γι’ αυτόν, κι ενώ έδειχνε να μη θέλει να δώσει πολλή βάση, ταραγμένη καθώς ήταν ακόμη από το σεισμό όπως και όλοι μας, και με μια κομπινεζόν φορεμένη ανάποδα, είχε ένα ανεξιχνίαστο χαμογελάκι στα χείλια, που όλο τα δάγκωνε από μέσα, κι όλο τ’ άφηνε μόνο και μόνο για να τα ξαναδαγκώσει αμέσως μετά, στενεύοντας τα μάτια και σφίγγοντας το ύφασμα στο στήθος της. Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει γιατί.
Η ανθρωπότητα ζει —γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς— εντός της μυθοπλασίας, εντός των αφηγηματικών τεχνών: μέσα στη λογοτεχνία, πλέον, και στον κινηματογράφο. Προφανώς όλο αυτό συνέβαινε κυρίως (πολύ πιο έντονα: όλοι το ήξεραν τότε, και όλοι το αποδέχονταν) στις πρωτόγονες κοινωνίες, σαν αυτές που θα ήθελε να μπορούσε να μελετήσει από κοντά ο Φρέιζερ (άλλο ένα προϊόν του μύθου κι αυτός) όταν σκάλιζε τους παλιούς, σκονισμένους τόμους στη βιβλιοθήκη για να γράψει τον Χρυσό Κλώνο, αλλά και σε κάθε άλλη. Μπορεί παλιά, τότε, στον πρωτόγονο, προϊστορικό, προπολιτικό κόσμο, κάθε κίνηση, κάθε σκέψη, κάθε πράξη να δήλωνε ή να εκπορευόταν από κάτι που είχε συμβεί στους θεούς —που τις ιστορίες τους ήξεραν να αφηγούνται οι μυημένοι, μα που τις θυμούνταν όλοι οι ενήλικες— ή σε ένα άλλο σύμπαν, ένα υπερβατικό, αρχετυπικό πλαίσιο, όπου καθετί είχε συμβεί και καθετί είχε τις επιπτώσεις του στο σήμερα επειδή ακριβώς είχε ξανασυμβεί. Όμως και τώρα συμβαίνει το ίδιο: τόσο με μας, που ζούμε ξανά και ξανά εκείνες τις ίδιες καταστάσεις που καταγράφηκαν στους μύθους, όσο και με αυτούς που μας τους αφηγούνται. Τη θέση της θρησκείας και της μαγείας κατέλαβαν κληρονομικώ δικαίω οι τέχνες, και όλα, όλα μα όλα, όλα όσα κάνουμε και θυμόμαστε, πηγάζουν ακριβώς από εκεί: είμαστε αναπληρωτές ηθοποιοί τού κυρίως έργου που κάπου είδαμε ή κάπου διαβάσαμε, τα φιλιά που δίνουμε και το πάθος ή η τρέλα που μας καίνε δεν συγκρίνονται με τα φιλιά και με το πάθος και με την τρέλα του άλλου, αλλά με του Άμλετ και της Ντέμπορα Κερ και του Μπαρτ Λάνκαστερ: είμαστε τα παιδιά των βιβλίων που διαβάζουμε και κυρίως των βιβλίων που διαβάστηκαν από τους άλλους και των ταινιών που είδαν οι άλλοι, τα παιδιά της σελίδας και του σελουλόιντ και της τηλεόρασης όλων όσων συνέθεσαν, διαβάζοντας και βλέποντας, αυτόν εδώ τον κόσμο: τα φιλιά που δώσαμε και θυμόμαστε, λένε αυτοί που ξέρουν, δεν είναι ακριβώς δικά μας, ανήκουν εξίσου στην Ντέμπορα Κερ και στον Μπαρτ Λάνκαστερ. Αστείο δεν είναι; Σε μια εποχή ακραίου, υποτίθεται, πραγματισμού, είμαστε γεννήματα μυθοπλασίας που μιμούνται την πρωτογενή μυθοπλασία. Και κατοικούμε σε ένα σύμπαν φτιαγμένο από λέξεις και καρέ. [§] Πολλοί βέβαια ζουν αντιστοίχως σε έναν κόσμο κατασκευασμένο από πολιτικές παραδοχές και δόγματα και αποφάσεις Κεντρικών Επιτροπών, ή σε έναν κόσμο όπου οι σαγιονάρες ενός αγίου είναι μαγικές, oaltracosa: και αυτά δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα που περιγράψαμε πριν, το ίδιο πράγμα είναι. [§] Χαρήκαμε τον Νίκο Δήμου σήμερα στην εκπομπή που κάναμε, είναι πάντα εξόχως νεανικός και, ναι, εξόχως ο ίδιος. Δεν έχει και άλλον τέτοιον, αν μη τι άλλο. Και σίγουρα δεν θα ξανάχουμε ένα Ν.Δ. να μας παίρνει από το χέρι, όπως τότε, το ’80. Μεγαλώσαμε όλοι, ακόμη και οι πολύ νέοι. [§] Μου αρέσει πολύ ο Θαμμένος γίγαντας του Ισιγκούρο που διαβάζω, ανυπομονώ να δω πού θα το πάει στο τέλος. Μου αρέσει που ασκείται στη fantasy, το κάνει με έναν τρόπο παρθένο, λες και δεν έχει διαβάσει καθόλου τους κλασικούς του είδους. [§] Ξεκινά μια βδομάδα με αφόρητα πολλή δουλειά, που πρέπει να βγει, και θα βγει. Θα κουραστούμε πολύ, και οι δύο. [§] Ας είναι.
Αναρωτιόμασταν σήμερα τι θα συνέβαινε εάν το κρακ γίνει περί τα τέλη, ας πούμε, Ιουλίου. Δεν μπορούμε βέβαια να έχουμε μία ξεκάθαρη εικόνα —όχι εμείς· άλλοι αναλυτές, σοβαροί, μπορούν, και την έχουν ήδη καταγεγραμμένη και γεμάτη υποσημειώσεις—, αλλά ασφαλώς θα είχαμε πρώτο-πρώτο τον αμήχανο πόλεμο της ξαπλώστρας πρώτα-πρώτα, καθώς κανείς δεν θα πλήρωνε, οπότε οι ξαπλώστρες —και οι ομπρέλες— θα ανήκαν αίφνης σε όλους. Οπότε οι άντρες θα έπαιζαν ξύλο στις παραλίες, και επειδή δεν ξέρουν να παλεύουν κυρίως θα πετούσαν άμμο ο ένας στον άλλο, ενώ στο μεταξύ θα έσπαγαν και πολλά δάχτυλα ποδιών: οι κλοτσιές με γυμνό απροπόνητο πόδι δεν είναι εύκολη υπόθεση, θέλει τρομερή προσοχή, μην το επιχειρείτε ούτε σε περίπτωση χρεοκοπίας. Κάποιοι παραθεριστές θα έκλεβαν πετσέτες θαλάσσης, και αντηλιακά με χαμηλό δείκτη προστασίας. Οι λουκουμάδες θα σκόρπιζαν στην ακροθαλασσιά, κανείς δεν θα μάζευε τα πεταμένα σκουπίδια, οι ξενοδόχοι και οι καμαριέρες θα πληρώνονταν εις είδος, ξεκρεμώντας ρούχα από τις ντουλάπες των ενοικιαζομένων δωματίων. Οι τιμές στις ταβέρνες θα εκτινάσσονταν αυτοστιγμεί, ακόμη και αν οι πρώτες ύλες των μεζέδων είχαν αγοραστεί επί Σκισμένου Μνημονίου. Κάποιοι θα έκλεβαν αυτοκίνητα, ή βενζίνη από αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα πολλές δηλητηριάσεις από κατάποση βενζίνης. Τα μινιμάρκετ δεν θα πουλούσαν άλλα καπέλα για τον ήλιο και σταμπαρισμένα μπλουζάκια, ή ό,τι πουλάνε τέτοιες ημέρες· και θα ξέμεναν γρήγορα από καπνό και χαρτάκια. Οι ουρές των ΙΧ για τα φέρι θα κύκλωναν τα λιμάνια των νησιών σαν μεγάλοι σπειρωτοί λαβύρινθοι: καθόλου μπορχεσιανοί, θα έλεγε κανείς, πολύ φαντεζί, πολύ «μεσογειακοί». Και οι τυχεροί που θα αποβιβάζονταν κορνάροντας απελπισμένα και μηχανικά στον Πειραιά θα έμεναν άλλες τόσες ώρες εκεί, καθώς οι δρόμοι θα ήταν μπλοκαρισμένοι ασφυκτικά. Κυρίως όμως θα βασίλευαν οι φήμες. Φήμες για τα πάντα: για θερμό ή καυτό επεισόδιο με την Τουρκία, για πλήρη κατάρρευση των τραπεζών, για ίλες τεθωρακισμένων που μαρσάρουν σκορπώντας μαύρες τολύπες πυκνού καυσαερίου, για κάποια μυθική βοήθεια της τελευταίας ώρας από ομόδοξα κράτη ή έστω από την Κίνα ή έστω από τις Ινδίες ή έστω από το Πακιστάν, για φυγή των ποδοσφαιριστών του Ολυμπιακού που έκαναν προετοιμασία σε κάποιο ορεινό προπονητικό κέντρο των Άλπεων σε ομάδες του εξωτερικού, για σοβαρούς ξυλοδαρμούς εμπλεκομένων με το παλιό καθεστώς από αγανακτισμένα πλήθη, για μια προφητεία που βγήκε αληθινή και για μιαν άλλη, συγκλονιστική αυτή, που μένει να επαληθευτεί, για συγκρότηση ομάδων περιφρούρησης της τάξης που —θα λένε κάποιοι κουνώντας το κεφάλι— έχουν και δεύτερες σκέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού τους. Τέλος, ένα σωρό ελαφρά μυθιστορήματα θα μείνουν μισοδιαβασμένα στις πλαζ, βορά των καβουριών και του φυκιού, με τις τελευταίες σελίδες τους τίποτε περισσότερο από στιγματισμένο χαρτοπολτό, χωρίς μάτια να πέφτουν επάνω τους, στενεμένα από την αγωνία, ορθάνοιχτα από την έξαψη, δακρυσμένα από την απρόσμενη έκβαση των συμβάντων, καθώς οι δύο εραστές σμίγουν και χάνονται, σμίγουν και χάνονται, όπως όλοι οι εραστές της παγκόσμιας λογοτεχνίας πλην του Αδάμ και της Εύας. [§] Α! τα μισοτελειωμένα βιβλία. Αν αληθεύει πως κάθε ανάγνωση είναι και μια δημιουργία, μια συγγραφή, τι να απογίνονται τάχα οι ήρωες αυτών που ποτέ μας δεν τα τελειώνουμε; Να περιμένουν υπομονετικά, ακίνητοι σαν σε φωτογραφία; Ή να εκμεταλλεύονται τη μοναξιά τους αλλάζοντας το τέλος κατά το δοκούν;
Αναρωτιέμαι πόσους followersθα είχε ο Βασίλης Ραφαηλίδης αν ζούσε στις μέρες μας, και τι ζημιά θα ’χε κάνει στο κυβερνών τσίρκο με τις ευθείες επιθέσεις του, ειδικά έτσι αθυρόστομος που ήταν, αλλά και τι εχθρούς θα είχε, πώς θα του επιτίθονταν και του ίδιου οι κλακαδόροι που αμείβονται με την προοπτική να έχουν λαμβάνειν ένα ντόνατ και έναν εσπρέσο εβδομαδιαίως, και εντέλει ποια και πόση θα ήταν η σχέση του με τα socialmedia— ναι, θα ήταν έντονη λογικά, ήταν άνθρωπος εξόχως επικοινωνιακός, και άλλωστε αυτό —η ανάγκη του να προβάλλεται στην τηλεόραση, όπου να ’ναι στην τηλεόραση— τον αποδυνάμωσε και τον φτήνυνε πολύ, αλλά άραγε θα λειτουργούσε παρόμοια σε ένα περιβάλλον σαν το σημερινό, όπου όλοι κάνουν το ίδιο; θα ήταν επιδραστικός όσο υπήρξε τότε; ή τάχα θα ήταν κάπως σαν τον Νίκο Δήμου, που πλέον θεωρείται πασέ από όλο το τένις; Τα ίδια (αν και άλλη τάξη μεγέθους: ο Β.Ρ. ήταν πολύ πιο επαρκής πολιτικά, και απολύτως, αν δεν με απατά η μνήμη μου, ανεξάρτητος) ισχύουν πάνω-κάτω και για τη Μαλβίνα Κάραλη, που επίσης «λείπει» τρόπον τινά από το Twitter. Αλλά πάλι δεν μπορείς να ξέρεις. Νά, ας πούμε, άκουγα χθες τις αντιδράσεις του κοινού στην κορύφωση της επίθεσης στο πρώτο StarWars όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1987, τη στιγμή που ο Λιουκ καταστρέφει το Άστρο του Θανάτου: όλοι τσίριζαν σαν παιδιά (ήταν παιδιά, όλοι ήμαστε τότε, μικροί-μεγάλοι, μέσα σε κείνες τις αίθουσες), χτυπούσαν παλαμάκια, χαίρονταν στ’ αλήθεια — γιατί έτσι αντιδράς στο πρωτόφαντο, σε κάτι που δεν ξαναϋπήρξε ποτέ πριν. Σήμερα ένα παιδί θα βαρεθεί τρομακτικά αν το βάλεις να δει εκείνη την ταινία, και σίγουρα δεν θα πανηγυρίσει στο τέλος του έβδομου επεισοδίου που όλοι μας θα δούμε τις Γιορτές. Το παρόν στέκεται παγωμένο και αενάως νεογέννητο, και μας κοιτά να απομακρυνόμαστε και να γεμίζουμε ρυτίδες εντελώς απαθές. (Και το κοινό του σινεμά αλλάζει πολύ πιο γρήγορα από αυτό της λογοτεχνίας: για την ακρίβεια, η λογοτεχνία αλλάζει το κοινό της, και ο κινηματογράφος αλλάζει από το κοινό του). Οπότε… δεν ξέρω· δεν ξέρουμε. Απλώς θα ήθελα από καμιά φορά να ήταν εδώ, ξανά, ο Β.Ρ., που υπήρξαμε και γείτονες και τον έβλεπα πού και πού καλημερίζοντάς τον συνωμοτικά. Για να δω τι θα έλεγε, και να έσκαγα πολλά χαμόγελα. [§] Σήμερα, ας πούμε, θα ήθελα να τον ακούσω να λέει, «Ο Διονύσης Τσακνής πρόεδρος της ΕΡΤ. Μα ασφαλώς και είναι πολύ λογικό να διοριστεί πρόεδρος αυτού του σκοταδιστικού μηχανισμού προπαγάνδας ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε τους στίχους, “Ας ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου /και η μούσα στους ποιητές να σταθεί / θεατής και κριτής δε θα ’μαι καθόλου / μα στρατιώτης στων καιρών τη γιορτή”, ένα κουπλέ δηλαδή όπου κανείς μπορεί να μετρήσει τέσσερα μετρικά λάθη, ένα ή δύο πραγματολογικά και έναν γενικότερο εννοιολογικό αχταρμά — αντάξιος ενός Σολωμού, θα λέγαμε, ο νέος κύριος πρόεδρος, για να μην πω ενός Κάλβου». [§] Ας είναι. Νομίζω, για να γυρίσω στα δικά μας, τα τωρινά, ότι δεν είχαμε κάποια είδηση σήμερα, κυμανθήκαμε στα γνωστά, κάτι παλινωδίες και κάτι τέτοια είχαμε όπως πάντα, ο Τσίπρας είπε ότι «οι σέρβερ είναι ανεξέλεγκτοι», οπότε οι ψηφοφορίες καλόν είναι να γίνονται με όστρακα, ο ουρανός δεν έπεσε ακόμη στα κεφάλια μας αλλά εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πέσουμε πάνω στο δικό του το κεφάλι, αυτά. [§] Είχαμε πολύ βιβλίο εμείς σήμερα, πήγαμε στην παρουσίαση του Α.Κ., μετά βγήκαμε με την Ο.Σ., φάγαμε σουτζουκάκια στη Διαγώνιο, είπαμε πολλά και χαρήκαμε, ήταν μια καλή μέρα.
Το ότι η αγαπημένη του Στόχου και των απανταχού Ελλήνων νεοναζί Ζωή Κωνσταντοπούλου για άλλη μία φορά έκλεισε το μάτι στους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής που λαχταρά να πάρει με το μέρος της γιατί πολύ σύντομα, μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, θα της χρειαστούν δεν είναι είδηση. Είδηση είναι πως ο Φάρατζ κατατροπώθηκε στη Μεγάλη Βρετανία: δύο μόλις έδρες, κι αυτές με το ζόρι — muchadoaboutnothing. Μπράβο στους Άγγλους! Όπως άλλωστε έχασαν με κατεβασμένα τα χέρια και οι lastyearΕργατικοί, παρά τις δημοσκοπήσεις που τους έδειχναν να πηγαίνουν στήθος με στήθος με τους συντηρητικότατους Συντηρητικούς. Χειρότεροι και από τους δικούς μας οι δημοσκόποι του Νησιού. Μάλλον οι Φιλελεύθεροι, παρά την πτώση τους, θα συμπράξουν με τον Κάμερον για το σχηματισμό Κυβέρνησης, έστω και στο όριο των απαιτουμένων εδρών. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον θετικό. Για την Αγγλία. Για την Ευρώπη, δεν ξέρω. [§] Στα δικά μας, μέχρι σήμερα η αριστεροακροδεξιά παρένθεση μας στοίχισε μέτρα ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήτοι πάνω από 10 mailΧαρδούβελη το ένα δίπλα στο άλλο… Η ανάταξη θα είναι ασύλληπτα ανυπόφορη, και πολλές οικογένειες, πολλές όμως, θα πεινάσουν. Και πρώτοι απ’ όλους όλοι οι συνταξιούχοι, που πολύ απλά δεν θα μπορούν πλέον να πορεύονται, πόσο δε μάλλον να σιτίζουν τους ανέργους γιους και κόρες. Έρχονται δύσκολοι καιροί για να τους αντέξεις. Μακαρίζω όσους γενναίους μεταναστεύσουν. Γιατί μόνο οι δειλοί και οι φτωχοί θα μείνουμε εδώ. Δεν θέλει γενναιότητα για να μείνεις. Και τούτ’ η γη δεν μας ανήκει. Ανήκει στο φελαχολαό. [§] Ένα αστείο: το πράγμα έχει φτάσει στο σημείο να μην ξέρεις αν βλέπεις το πραγματικό εξώφυλλο του Unfollow, ή ένα άλλο, φοτοσοπαρισμένο. Είναι για λύπηση οι χριστιανοί. Τουλάχιστον να έπαιρναν χρήματα ή καμιά θεσούλα σε καμιά υπηρεσία, να βολεύονταν κάπου — αλλά μπα. Κάνουν ό,τι κάνουν για ένα αστείο χαρτζιλίκι και, κυρίως, από κεκτημένη ταχύτητα. Κι από καραγκιοζλίκι. [§] Ήρθε η αδελφή της Κ. στο σπίτι, η Μ., πήγαμε όλοι μαζί στη ΔΕΘ, είδαμε την Ο.Σ. και άλλους φίλους, γυρίσαμε λίγο στα περίπτερα της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, φυσικά έβρεξε, έκανε ένα μικρό μπουρίνι που όταν φύγαμε το βλέπαμε να επελαύνει ολόρθο προς τη Χαλκιδική, φυσικά θυμήθηκα όλες τις άλλες φορές που στην πραγματική έκθεση βιβλίου της παραλίας τα βιβλία παρασύρονταν από τα νερά και τα περίπτερα στέκονταν από φιλότιμο όρθια κι εμείς ψαρεύαμε όσους τόμους προλαβαίναμε πριν μας πετάξουν κάναν τόμο στο κεφάλι οι φύλακες, ο Α. έγινε μούσκεμα αλλά υπέμεινε τα πάντα στωικά, περάσαμε όμορφα πάντως, το βράδυ τούς μαγείρεψα. Αύριο θα δούμε την Ο. περισσότερη ώρα. Πάντα νιώθω πως έχω καιρό να μιλήσω πολύ για βιβλία και για εκδότες και για συγγραφείς. Το σχετικό κουτσομπολιό είναι τρομερά ενδιαφέρον, και πλέον εδώ στη Θεσσαλονίκη μού λείπει. [§] Το πρωί τριγυρνούσα για πέντε λεπτά γύρω από τον ηλικιωμένο με το κοστούμι και την παλιά εφημερίδα και τα Pallasπου καπνίζει ασταμάτητα, δεν αποτόλμησα όμως να του μιλήσω. Ήταν όπως πάντα απόμακρος, σχεδόν σαν να έλειπε, σαν να μην ήταν εκεί, σάμπως εκείνη η γωνιά με το υπερυψωμένο του τραπεζάκι να ανήκει σε άλλο χώρο. Αύριο ίσως να βρω το θάρρος. Αν και νομίζω πια πως πάω γυρεύοντας.