The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
Sign In
The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές

Στήλες

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 08 Ιουλίου 2015

Οι παρανοϊκοί δημοκρατικά εκλεγμένοι χουντικοί του Αλέξη Τσίπρα κινδυνεύουν από τον όχλο. Η Πολιτεία ας τους προστατεύσει. Σε περίπτωση που τελεσφορήσουν τα αποτρόπαια σχέδιά τους και η χώρα εκτραπεί από το μέλλον της αποκοπτόμενη από τηνΕυρωπαϊκή Ένωση ή/και από το ευρώ, οφείλουμε όλοι, κάθε Έλληνας, να γίνουμε ασπίδα απέναντι στο αγριεμένο πλήθος και να τους σώσουμε, ώστε να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη, να λογοδοτήσουν, και εν συνεχεία να εκτίσουν τις βαρύτατες ποινές τους στις ελληνικές φυλακές. Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου. Η ζωή μας άλλαξε ανεπιστρεπτί. Κυρίως όμως άλλαξε η δική τους. Η Δημοκρατία κατισχύει πάντα διά της βίας των όπλων της.

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 07 Ιουλίου 2015

Για ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, η Ελλάδα καταστράφηκε. Για το ίδιο μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, και μάλιστα με την έγκριση της πλειοψηφίας πλέον του λαού, που απάντησε σε ένα ξεκάθαρο ερώτημα κλείνοντας το μάτι στον καθρέφτη, θα γυρίσουμε στις σπηλιές. Που φυσικά μάς αξίζουν. [§] Όλα τα χρόνια που μονομανιακά γράφω για τη λεγόμενη Κρίση, αποφεύγω συστηματικά να πω ότι, «Πρέπει να ζήσουμε την καταστροφή, μπας και βάλουμε μυαλό». Πέραν τού ότι είναι αφόρητο κλισέ (δηλαδή μια αφόρητη αλήθεια), δεν το κάνω για τρεις λόγους. Πρώτον, δεν είναι δίκαιο για όσους δουλεύουν σαν τα σκυλιά με το κεφάλι κάτω μια ζωή, μπας και προκόψουν. Ξέρω αγόρια και κορίτσια είκοσι χρονώ που καθένα τους αξίζει όσο όλα τα ανώνυμα παπαγαλάκια τού ΣΥΡΙΖΑ στο Twitterμαζί, αυτά τα γαμημένα φασιστάκια του κερατά, αποπαίδια του Κασιδιάρη. Δεύτερον, γιατί μισώ τις πολεμικές σκηνές, μισώ τα πολεμικά τοπία: η καταστροφή είναι πόλεμος, και μάλιστα χαμένος. Και, τρίτον, γιατί ούτε έτσι θα βάζαμε μυαλό. [§] Αλλά ότι μας αξίζουν οι σπηλιές, μια χαρά μάς αξίζουν. Δώσαμε το ελεύθερο σε ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους να καταστρέψουν τη χώρα: κοντά 12 εκατομμύρια ζωές: ντόπιους, ξένους, νέους, ηλικιωμένους, γερούς, αρρώστους, φτωχούς, επιχειρηματίες, ανθρώπους που βιώνουν κάθε μέρα ρατσισμό πάνω στο κορμί τους και άλλους που παλεύουν να τους αλλάξουν επίπεδο. Όλα πήγαν στράφι. Όλα. Δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο στην Ευρώπη, και πιθανότατα πουθενά αλλού στον κόσμο. Ποτέ, και πουθενά. [§] Μόνη λύση, και δεν θα ’ναι η πρώτη φορά, θα αποδειχτεί —κατά 100%— η γενναιοδωρία των Μεγάλων Δυνάμεων. Αλλά δεν θα ζούμε πια με χαμόγελο, ούτε τότε. Ούτε τότε, ούτε μετά τη σωτηρία. Αυτό, ξεχάστε το. Όχι εντός συνόρων πάντως. Εξ ου και επαναλαμβάνω κι από δω, για πολλοστή φορά: η παραμονή εδώ δεν είναι γενναιότητα· συνιστά αποδοχή μετριότητας και πνευματική νωθρότητα. Φτάνει πια με τους δεσμούς με την πατρίδα. Δεν έχουμε πατρίδες, έχουμε μόνο ζωή. [§] Δεν έχω να πω τίποτε πια, κι ούτε όρεξη για στιλ. Δεν είναι ώρα για καμώματα τώρα. Κι όσα είχα να πω, τα ’πα όταν έπρεπε, μπας και πιάσουνε τόπο. Δεν πιάσανε. Τώρα, ό,τι μάς λεν οι Ειδήσεις. Βαρέθηκα. Κουράγιο.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 06 Ιουλίου 2015

Λέγεται ότι τον Οκτώβριο του 1944 συναντήθηκαν ο Στάλιν με τον Τσόρτσιλ για να συζητήσουν σχετικά με τη διαίρεση της νοτιοανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής. Μεταξύ άλλων, στον πρόχειρο χάρτη που υποτίθεται ότι σκάρωσαν πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, προτάθηκε και συμφωνήθηκε να ασκεί κατά 90% επιρροή στην Ελλάδα το Ηνωμένο Βασίλειο, ήτοι η Δύση. Από την αρχή, από τις Πλατείες τού ’11, και με αποκορύφωμα τη χθεσινή ημέρα, οι εθνικολαϊκιστές τότε αντιπολιτευόμενοι και πλέον από εξαμήνου κυβερνώντες ανέσυραν αυτή τη χαρτοπετσέτα, τη μουτζούρωσαν και έθεσαν τη χώρα υπό την επιρροή τής σταλινικής ΕΣΣΔ. Μόνο που, άκου να δεις, δεν υπάρχει ΕΣΣΔ πια. Δεν υπάρχει καν αυτό που λέγαμε Ανατολικό Μπλοκ. Υπάρχουν μόνο κάποια «ορφανά του Στάλιν». Χθες, την ημέρα αυτού του πλαστού, ψευδεπίγραφου και αντισυνταγματικού δημοψηφίσματος, η Ελλάδα κλείστηκε με την υφαρπαγμένη ψήφο μεγάλου μέρους των πολιτών της (υφαρπαγμένη όχι υπό την έννοια ότι δεν ήξεραν τι ψήφιζαν: το ήξεραν, ψήφιζαν έξω από ευρώ — υφαρπαγμένη γιατί δεν τους είπαν τι σημαίνει αυτό για τους ίδιους) μέσα σε ένα μονήρες Σιδηρούν Παραπέτασμα τραγικής μοναξιάς, ασφυκτικής απομόνωσης, αδιανόητης φτώχειας και ακραίου αυταρχισμού, που θα οδηγήσει σε μαρασμό, προσφυγιά και απόγνωση το λαό, εκτός μίας μικρής πλην συμπαγούς νομενκλατούρας εθνικιστών. Θα αγωνιζόμασταν μέχρι το τέλος για να μην τελεσφορήσει κανένα αντιδημοκρατικό σχέδιο, κανένα σχέδιο που θα δέσει με δικτατορικές αλυσίδες μια ολόκληρη χώρα, την οποία ήδη πρόλαβαν και κατέστρεψαν οικονομικά, γιατί ανήκουμε και θα ανήκουμε με πάθος στην ελεύθερη Δύση, όχι στον Θαυμαστό Καινούριο Τρίτο Κόσμο. Αλλά οι εξελίξεις θα μας προλάβουν. Από σήμερα, τα πράγματα οδηγούνται νομοτελειακά στον όλεθρο. Μέσω αυτού, δυστυχώς, θα οδηγηθούμε εκ νέου στη Δύση: ματωμένοι από πάνω μέχρι κάτω. Οι ψηφοφόροι τού ΟΧΙ θα βρεθούν προ δραματικών εκπλήξεων. Δραματικών. Και θα γκρεμίσουν την κυβέρνηση μόλις συνειδητοποιήσουν τι συνέβη ερήμην τους. Λυπάμαι για όλα. Και λυπάμαι και γι' αυτά που θα ζήσω προσωπικά στο πετσί μου, και γι’ αυτά που θα ζήσουν στο πετσί τους πολλά αγαπημένα μου πρόσωπα. [§] Το Grexit θα μας διαλύσει πριν καν επισυμβεί. Δεν θα υπάρξει προσπάθεια για Συμφωνία, το αντίθετο. Άλλωστε, ο λαός δεν θέλει συμφωνία. Θέλει δραχμή. [§] Μόνη ελπίδα για την Επόμενη Ημέρα κάτι σύνθετο που φτιάξαμε πολλοί μαζί, προσπαθώντας να Μείνουμε Ευρώπη. Αλλά για μετά, όχι για τώρα. Τώρα, ηττώμεθα και πονάμε.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 04 Ιουλίου 2015

Γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι κάπου χωμένο στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης, που είχε ένα κοτέτσι με δύο κότες στην αυλή. Την αυλή αυτή τη μοιραζόμασταν πολλές οικογένειες. Οι κότες ανήκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, αλλά μας έδινε κι εμάς από κανένα αυγό. Στα έξι μου, μετακομίσαμε στην Μπότσαρη, όπου και μεγάλωσα. Όλο το Δημοτικό, εκτός από ένα χρόνο, το βγάλαμε σε μαγαζιά, δεν είχαμε σχολείο, ήταν μισογκρεμισμένο. Παίζαμε στο πεζοδρόμιο, και καμιά φορά τις τρώγαμε και με το χάρακα στο πεζοδρόμιο. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα στη Χαριλάου: ποτέ δεν πήρα το λεωφορείο για να πάω ώς εκεί (είναι πέντ’-έξι στάσεις), πάντα εξοικονομούσα το αντίτιμο του εισιτηρίου για να μου μένουν τα λεφτά, και έτρεχα να πάω με τα πόδια. Πρόλαβα το κουδούνι όλες τις φορές. Δεν ψώνισα ποτέ, ποτέ από το κυλικείο. Όχι μόνο εγώ· και άλλοι, πολλοί. Δεν μας περίσσευε χαρτζιλίκι. Είχε τυρόπιτες, εκεί, μπισκότα και κάτι τέτοια. Δεν ψώνισα ποτέ. Και άλλοι, πολλοί. Αδιαφορούσαμε. Με τα λεφτά που εξοικονομούσα από τα δεκαπέντε μου και μετά (εργάζομαι από τα δεκάξι, και έχω κάνει πολλές αγροτικές εργασίες, κυρίως στη συγκομιδή καρπών), αγόραζα τσιγάρα, και πλήρωνα τον καφέ μου στις κοπάνες. Μια φορά μέθυσα και δεν μπορούσα να βρω το σπίτι μου. Διάβαζα από μικρός, ή συνήθως ξαναδιάβαζα, γιατί δεν είχαμε πολλά βιβλία. Δεν μας περίσσευαν τα λεφτά, τρώγαμε κοτόπουλο κάθε δεύτερη Κυριακή. Μοσχαράκι έφαγα όταν ενηλικιώθηκα· δεν μου αρέσει το κόκκινο κρέας. Διάβασα τα εκατό, εκατόν πενήντα το πολύ βιβλία που υπήρχαν και έρχονταν σπίτι από δεκάδες φορές το καθένα. Δεκάδες. Ήθελα κι άλλα, αλλά δεν υπήρχε η δυνατότητα. Ο πατέρας μου, που ήταν εκπαιδευτικός,  δούλευε από μικρός, κάποια χρόνια έκανε τρεις δουλειές, και πάλι τα φέρναμε βόλτα τσίμα-τσίμα. Μια φορά ο μπακάλης απέναντι, επί της οδού Μακεδονίας (ουσιαστικά είχε ένα από τα μαγαζιά που κάποια στιγμή θα τα λέγαμε μινιμάρκετ), του ζήτησε να περάσει τον γιο του στον Ευκλείδη, ο πατέρας μου εξανέστη και τον έβρισε, αλλά τελικά είδε πως ήταν πολύ λεπτό το ζήτημα, το παιδί ήταν λίγο βαρύ, και του άλλαξε καναδυό βαθμούς για να πάρει ένα χαρτί εκεί χάμω και να χαρεί. Την άλλη εβδομάδα ο μπακάλης μάς έφερε δυο μπλε πλαστικές σακούλες γεμάτες-φίσκα: μπισκότα, λουκούμια, Μερέντα, σαλάμι, σοκολάτες, αυτό που ακούτε στην ταινία της Βουγιουκλάκη. Πάθαμε σοκ. Και ακόμη μεγαλύτερο όταν ο μπαμπάς μου δεν τα δέχτηκε. Τελικά, τον πείσαμε… Ήταν καναδυό χρόνια πριν πέσει η χούντα. Στα δεκάξι μου, μαθητής δευτέρας Λυκείου (κέρδιζα χρονιά), πολιτικοποιημένος ήδη στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και αντισταλινικός μέχρι το κόκαλο, γνώρισα το Κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου σπανίως κατεβαίναμε μέχρι τότε με τους δικούς μου, και έμεινα έκθαμβος. Έτυχε να έρθω σε επαφή, ή τέλος πάντων επιδίωξα και γνώρισα πολλές υποκουλτούρες, όλων των λογιών. Ήταν μία ευτυχισμένη περίοδος. Πέρασα πολλές νύχτες στην παραλία, κοντά στο άγαλμα του Αλεξάνδρου, με υπέροχες παρέες. Μεταξύ άλλων, είμαι υπερήφανος που παρακολούθησα, και εν πολλοίς συμμετείχα, στα πρώτα drag queen show της πόλης μου. Και ευτυχής που ήξερα τι πάει να πει Ουμ Καλσούμ ήδη στα δεκαεφτά μου. Βέβαια, ήταν μια κάπως επικίνδυνη ζωή… Λίγο μετά, κι ενώ επί ένα χρόνο μετά το Λύκειο έκανα διάφορα πράγματα με μια καλλιτεχνική ομάδα που κουτσά-στραβά είχαμε φτιάξει, σε ένα είδος κοινοβίου σε ένα πατάρι της Λώρη Μαργαρίτη, κι ενώ επίσης δούλευα πολύ και σκληρά και επίσης σε δύο και τρεις δουλειές (από διανομή διαφημιστικών μέχρι γκαρσόνι, και από φιγκιράν στο Κρατικό Θέατρο μέχρι χαμάλης στην κρεαταγορά), αποφάσισα να πάω στο Δυτικό Βερολίνο για να σπουδάσω κινηματογράφο υπό τον Φασμπίντερ, που ήταν τότε η μεγάλη μου αγάπη — δίδασκε σε μία σπουδαία σχολή. Πήγα πράγματι, αλλά δεν τα κατάφερα. Πρώτον, πέθανε ο Φασμπίντερ την προηγουμένη που έφτανα εγώ στο Βερολίνο, αν είναι δυνατόν, και δεύτερον επειδή πολύ ισχυροί προσωπικοί λόγοι με τραβούσαν πίσω στην πατρίδα. Στο εξάμηνο που έμεινα εκεί γνώρισα και έμαθα πολλά, με πρώτο-πρώτο το Ανατολικό Βερολίνο και το Τείχος. Τη δυστυχία πίσω και πέρα από τη ζωή της Δύσης. Συγκλονίστηκα. Η σκόνη και η κατήφεια του Ανατολικού Βερολίνου ζουν ακόμη μέσα μου. Γνώρισα όμως και το Μέγαρο Μουσικής του Δυτικού, όπου αγόρασα εισιτήριο για να ακούσω ένα από τα τελευταία ρεσιτάλ του Σεγκόβια: στη γαλαρία ήταν το εισιτήριό μου, αλλά σαν γνήσιο παιδί του γηπέδου πήδηξα τα κάγκελα και βρέθηκα στην πρώτη σειρά, όπου τον έβλεπα και έκλαιγα από την ώρα που έσυρε τα βήματά του στην ορχήστρα μέχρι που υποκλίθηκε και έφυγε. Γνώρισα και τους Πράσινους, που με απογοήτευσαν με την επίδειξη οικολογικής ευαισθησίας που τους χαρακτήριζε, πασπαλισμένης με μια Αριστερή εσάνς που δεν την καταλάβαινα τότε. Έμαθα επίσης να κάνω άψογο σπυρωτό ρύζι, στο σπίτι όπου έγινε το γλέντι ενός γάμου: ένας Πέρσης μάγειρας παντρεύτηκε μια Δυτικοευρωπαία, με Γερμανούς και Ιταλούς κουμπάρους, ενώ στο σαλόνι ήμασταν άνθρωποι από όλες τις ηπείρους, από κάθε φυλή του Ισραήλ. Ήμουν με ένα γέλιο από δω μέχρι εκεί. Δεν ήξερα έως εκείνη την ωραία βραδιά τι μπορεί να σημαίνει «γεφύρωμα πολιτισμών», για να το πω έτσι. Έβγαζα τα προς το ζην (και εννοώ εδώ το φαγητό απλώς) κλέβοντας κρέας από τα σουπερμάρκετ. Με κατάλαβαν δύο από τις πολλές φορές, με συνέλαβαν τη μία. (Στην πρώτη περίπτωση πήδηξα πάνω από μία ταμία για να ξεφύγω. Υπήρξα αθλητής στίβου τού ΑΡΕΩΣ, στο σχολείο, και ήμουν δυνατό παιδί. Στη δεύτερη, έμεινα μία ημέρα στο κρατητήριο). Με τα πολλά, κι αφού τον τελευταίο μου μήνα εκεί έμενα σε κατειλημμένο σπίτι, επέστρεψα εκών-άκων στην Ελλάδα. Γέννησα πολύ μικρός, μόλις στα είκοσί μου, και με τη μαμά της Αστάρτης κάναμε πάλι από όσες δουλειές μπορούσαμε για να τα βγάλουμε πέρα. Κυριότερη —γιατί οι διορθώσεις που έκανα στις ΑΣΕ και στον «Παρατηρητή» δεν έφταναν βέβαια— ήταν τα γλυκά: φτιάχναμε ένα ταψί ρεβανί κι ένα ταψί ροξ και τα πουλούσαμε στη Φοιτητική Λέσχη, με μια χαρτοπετσέτα. Πάντα, βέβαια, οι πιτσαρίες έδιναν μεροκάματο· ακόμα δίνουν. Έκανα και ό,τι άλλο βρισκόταν. Είχαμε μία ξυλόσομπα, και κάθε βράδυ το χειμώνα αμολιόμουν με ένα τσουβάλι και μάζευα ξύλα. Τις δύσκολες μέρες, διένυα δέκα χιλιόμετρα πήγαιν’-έλα για να επιστρέψω με γεμάτο τσουβάλι. Και στο μεταξύ πουλούσα και διέδιδα το Αμφί: δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περνούσαν τότε οι γκέι στην Ελλάδα, αλλά και οι γυναίκες — κι ας είναι όλα αυτά μόλις χθες. Ήμουν απίστευτα pride εκείνη την εποχή. Κάποια στιγμή, πήγα και δούλεψα σερβιτόρος στη Λέσβο, 5 μήνες χωρίς ρεπό. Μάζεψα λεφτά και πήγα στην Αθήνα. Έκανα κι εκεί πολλές δουλειές, συνεπαρμένος από τις δυνατότητες και την ευρυχωρία της πρωτεύουσας. Κατέβηκαν και τα κορίτσια την επόμενη χρονιά, κι ας ήταν δύσκολοι οι καιροί — αλλά τα προσωπικά μου δεν έχουν σχέση. Ναι, ήταν δύσκολοι καιροί. Ένα εξάμηνο το ’βγαλα τρώγοντας ελάχιστα, ήμουν εβδομήντα κιλά με ύψος 1,87. Έτρωγα μπισκότα και λαδωμένες πίτες με πατάτες από το σουβλατζίδικο: παιδικές, ή ορφανές. Βρήκα μόνιμη δουλειά το ’86 σε ένα εκδοτικό, και σταμάτησα όσες άλλες δεν είχαν σχέση με τα βιβλία. Δούλευα δώδεκα ώρες την ημέρα. Λάτρεψα το Βήμα και την Καθημερινή, και συζητούσαμε και τσακωνόμασταν όλη μέρα για την Ελευθεροτυπία. Αποφάσισα να εκδώσω ένα βιβλίο με διηγήματα, το ’87. Συνέχισα να γράφω, και όποτε τελείωνα καινούριο βιβλίο νοίκιαζα γραφομηχανή από τη Φειδίου για να το δακτυλογραφήσω: έπρεπε να είμαι γρήγορος, γιατί μία ημέρα επιπλέον νοίκι της γραφομηχανής μπορούσε να σου στερήσει, απλούστατα, το φαγητό. Το ’89, κι αφού πρώτα συνεργάστηκα με δεκάδες εκδοτικούς οίκους, κατέληξα στον «Gutenberg», όπου έκατσα 21 χρόνια. Κατέληξα να βγάζω, εργαζόμενος όμως χωρίς διακοπές και όλα τα Σαββατοκύριακα, τεράστια ποσά. Τεράστια: για ένα παιδί, τουλάχιστον, από τη Χαριλάου, τεράστια. Αλλά τα πρώτα δέκα χρόνια πέθανα. Σακατεύτηκα. (Όμως, κρίνοντας από τα βιβλία που βγάλαμε, άξιζε τον κόπο: ο κόσμος αλλάζει με τους πολέμους, αλλά κανείς γεννιέται μόνο μέσα από ένα ράφι βιβλία, όχι σε ένα πεδίο μάχης). Είχα την τύχη να εκδώσω και αρκετά δικά μου πράγματα, συνολικά καμιά εικοσαριά βιβλία, μυθιστορήματα ως επί το πολύ, που δεν απασχόλησαν την κριτική. Ας είναι. Στην Αθήνα, ενεπλάκην με μία αναρχική ομάδα επί αρκετά χρόνια. Ήταν πολλά καλά παιδιά εκεί, και αρκετά ήταν εγγράμματα, αλλά πάντα, στο τέλος, νικούσε η βία. Κι αυτό εγώ δεν το δεχόμουν. Συγκρουστήκαμε κάποιες φορές, και το πράγμα έληξε εκεί. Άλλωστε, αν δεν τους ήθελα μια φορά εγώ, δεν με ήθελαν δέκα εκείνοι: ήμουν ήδη οπαδός του Μάνου, μολονότι τον εγκατέλειψα προς στιγμήν όταν συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία. Θα τον ξαναέβρισκα όταν πήγε στο ΠΑΣΟΚ, του οποίου (του ΠΑΣΟΚ εννοώ) υπήρξα από την αρχή σφοδρός αντίπαλος. Καιρός φέρνει τα λάχανα… Το ’06 ανεβοκατέβαινα με το τρένο στη Θεσσαλονίκη για τον Μπουτάρη, στον αγώνα για την πόλη — μεγάλη απογοήτευση η ήττα μας τότε. Και μέγα λάθος. Τέλος πάντων. Πριν από εφτά χρόνια, πάλι για προσωπικούς λόγους, τα άφησα όλα αυτά —αλίμονο, και τον υψηλό μισθό— και γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Εργάζομαι πλέον με το κομμάτι. Το 2012, όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου συναποφασίσαμε να μειωθούν κατά 1/3 οι αποδοχές μας, για να ζήσει η αγορά. Και συνεχίσαμε. Ασχολήθηκα δύο χρόνια με το ραδιόφωνο, και πριν από τρία χρόνια φτιάξαμε με τη Μαρία Τσάκος τον Αμάγκι, που γεννήθηκε μεν σαν μετεξέλιξη μιας εκπομπής σε ένα μικρό ράδιο της Θεσσαλονίκης, αλλά γρήγορα έγινε ένας τεράστιος οργανισμός που μας ξεπέρασε όλους: ένα σημείο αναφοράς γι’ αυτό που λέμε, μεταξύ αλλων, «leftliberal» Κέντρο, φιλοευρωπαϊκό Κέντρο, ή όπως θες πες το. Ήδη από την πρώτη ημέρα των Αγανακτισμένων ούρλιαζα εναντίον τους από το μικρόφωνο και δημοσίευα απανωτά άρθρα σε όσα μέσα συνεργαζόμουν, εφημερίδες, περιοδικά, σάιτ. Παράτησα οτιδήποτε άλλο (πλην της δουλειάς μου, όσην έχω πλέον) και δόθηκα σ’ αυτό: γιατί φοβόμουν και γιατί έτρεμα. Εννοείται: έχασα. Και βίωσα πολλή, πολλή μοναξιά. [§] Σας φαίνεται ενδιαφέρουσα ζωή, και είναι. Παρακαλώ όμως: οι στερήσεις που βίωσα εγώ —που είμαι και ασυνήθιστα δυνατός άνθρωπος—, ασφαλώς μεν δεν πρέπει να τις ζήσει κανείς κάτοικος αυτής της πλούσιας χώρας, της Ελλάδας, γιατί το να μην έχεις να φας ή να κοιμάσαι χωρίς θέρμανση και να μην μπορείς να ονειρευτείς δεν είναι ενδιαφέρον, αλλά —αλλά: τα όσα λίγα έτυχε να ζήσω εγώ δεν είναι τίποτε μπροστά σ’ αυτό που έρχεται. Εγώ έζησα μποέμικα. Με το γαμημένο ΟΧΙ, και εφόσον επικρατήσουν οι άφρονες σκοταδιστές και δεν τους πετάξει γρήγορα η Ιστορία στο περιθώριο (εννοώ: σε μερικές μέρες), για να τους αντικαταστήσει μία μεταβατική κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας,  θα υπάρξουν πολλοί νεκροί, πολλή φρίκη, πολύς πόνος, και η χώρα θα βουλιάξει στον εφιάλτη. Και το κρίμα στο λαιμό μας. [§] Εγώ, ο Κυριάκος, λέω μια ζωή ΝΑΙ. Θα το πω και σήμερα Κυριακή. Και θα το λέω μέχρι να πεθάνω.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 04 Ιουλίου 2015

Κυνηγήστε σήμερα και το τελευταίο δυνατό, ή απίθανο, ΝΑΙ, έχοντας κατά νου ότι το αυριανό βράδυ θα είναι σκληρό, εμπρηστικό. Ένα βράδυ που δεν θα το ξεχάσει ποτέ κανείς μας. Κυνηγήστε σήμερα και το τελευταίο δυνατό, ή απίθανο, ΝΑΙ, έχοντας κατά νου ότι το πρωί της Δευτέρας θα ξημερώσουμε άυπνοι όλοι μας σε μια άλλη χώρα. Και σε μια άλλη εποχή. Μέχρι τότε, κι ενώ σήμερα το πρωί θα αγοράσουμε την τελευταία μας Καθημερινή και θα τη διαβάσουμε στο καφέ, σαν να ζούμε στο παρελθόν, με μια Technicolor παλέτα γύρω μας, εμείς οι δυο στο σπίτι θα ψάχνουμε τρόπους για να εξασφαλίσουμε τα εμβόλια του Αρσέν και της Φαντομά, που είναι να γίνουν ακριβώς τη Δευτέρα. Αυτή είναι η πρώτη μας προτεραιότητα και το πρώτο μας μέλημα. [§] Το θέμα ήταν πάντα προσωπικό.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 03 Ιουλίου 2015

Είμαστε όλη την ώρα, μέρα-νύχτα, μέρα-νύχτα, χωρίς να κλείνουμε μάτι κι ας τα βλέπουμε όλα διπλά, σε μακρές πλην όχι αλυσιτελείς κουβέντες με φίλους, γνωστούς και αγνώστους, κυρίως με αγνώστους, για να λέμε και να ξαναλέμε τα ίδια και τα ίδια πράγματα, ξανά και ξανά και ξανά, όσο αντέχουμε, κι όσο και να μην είμαστε και πολύ της υπομονής, πηγαίνοντας όλα τα άλλα μας πράγματα πίσω (αλήθεια; υπάρχει κάτι άλλο πέρα από την Ελλάδα; ΟΧΙ), για να πάρουμε κι άλλες ψήφους, μια από τον βραδινό περιπτερά, ξέρω γω, και μια από την κοπέλα στην κούριερ, βραχνιάσαμε, σπάσαμε τα νύχια μας στα πληκτρολόγια, μας ξεφεύγουν πού και πού τίποτα μπινελίκια (όχι για ανταπόδοση: εμείς τα ξεκινάμε), παρά τον τιτάνιο αγώνα μας να τα τιθασεύσουμε, είμαστε και με τέσσερα αυγά τη μέρα τρίτη μέρα σήμερα, αλλά κι αυτά είναι ΝΑΙ που μπαίνουνε, φίλε. Κι αυτά είναι ψηφαλάκια που μπαίνουνε. Ο βραδινός περιπτεράς και η κοπέλα στην κούριερ. Οπότε πού ώρα, πού κουράγια και πού δυνάμεις για Ημερολόγια. Άσε μας. [§] Είμαι υπερήφανος για τον κύκλο μου: όλοι βραχνιασμένοι και με σπασμένα νύχια είναι. [§] Απλά τα πράγματα: την Κυριακή το ποσοστό για το ευρώ, το ποσοστό τού ΝΑΙ, πρέπει να ξεκινάει από 6.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 02 Ιουλίου 2015

Οι άνθρωποι που κατέστρεψαν την Ελλάδα για να πραγματοποιήσουν ένα φρικτό σχέδιο επιστροφής στον σοσιαλιστικό Μεσαίωνα, σε ένα πελώριο στρατόπεδο συγκέντρωσης γεμάτο φτώχεια, δυστυχία, καταδότες και φασισμό οργουελιανού τύπου, με γκεσταπίτικες φιγούρες σαν την Κωνσταντοπούλου να άρχουν επί των καθημαγμένων ανελεύθερων προσώπων, απομονωμένο από τον πολιτισμένο κόσμο και στριμωγμένο πίσω από ένα σκουριασμένο παραπέτασμα, θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη και θα αντιμετωπίσουν βαρύτατες ποινές. Δεν υπάρχει, όχι καμία περίπτωση, όχι καμία πιθανότητα, δεν υπάρχει δυνατότητα να γίνει κάτι άλλο. Το γνωρίζουν ακόμη και οι πιο ηλίθιοι από δαύτους, ακόμη και τα πιο freaks από το freak show τού Τσίπρα, ήτοι η πλειονότητα. Ο Νόμος θα τους συντρίψει, και δεν θα έχουν κανένα σύμμαχο, ομοϊδεάτη ή οπαδό να τους κλάψει, ή καν να τους υποστηρίξει: όλο το έθνος, σύσσωμο επί των ερειπίων, ψηφοφόροι και αντίπαλοί τους, θα τους γυρίσει την πλάτη. Γιατί η χώρα καταστράφηκε. Και χρειάζεται να περάσει μια γενιά για να ξαναβρεθεί εκεί όπου ήταν στις 25 Ιανουαρίου. Παρά ταύτα, ήδη την Κυριακή, μία μέρα πριν πέσουν δηλαδή, με το που θα σκοτεινιάσει και που θα έχουμε την είδηση για τη μεγάλη επικράτηση του ΝΑΙ στην Ευρώπη και στο Ευρώ, θα υπάρξει το πρώτο κύμα σφοδρής αντίδρασης: όχι από κανέναν «κομματικό στρατό» που έφτιαξαν —είναι ανίκανοι να οργανώσουν δομές σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα—, αλλά από το αυγό του μαύρου και κόκκινου ναζισμού που εξέθρεψαν και με το οποίο συμμαχούν. Μαζί με τους πανηγυρισμούς για το ΝΑΙ στην Ελλάδα, θα έχουμε σφοδρή, ξαναλέω, αντίδραση. [§] Αυτά. Ας είμαστε όλοι προετοιμασμένοι. [§] Σήμερα είναι η σειρά της Θεσσαλονίκης να πει όχι στον ολοκληρωτισμό και το σκοταδισμό, και ΝΑΙ στην ελευθερία. Όλοι στην πλατεία Αγίας Σοφίας!

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 01 Ιουλίου 2015

Χάρηκα όπως όλοι για τη χθεσινή πολύχρωμη συγκέντρωση με τις ομπρέλες, ήταν μία λαμπρή, περήφανη δημοκρατική γιορτή: ένα Pride και μια Ωδή στη Χαρά. Χάρηκα όπως όλοι με τη σιγουριά της εύκολης και χειμαρρώδους νίκης τού ΝΑΙ: πρόκειται για κατίσχυση του ορθολογισμού έναντι της απερισκεψίας, και σαν αποτέλεσμα, ασχέτως δηλαδή των ανθρώπων που θα ψήφιζαν ή το ένα ή το άλλο, είναι μία νίκη της δημοκρατίας απέναντι στη βαρβαρότητα. Μα δεν μπορώ να μείνω στη δική μου χαρά, ούτε στη δική σου ανακούφιση. Κι ούτε πρέπει. Φτάσαμε ένα βήμα πριν από το ξέσπασμα μιας κατάστασης που τη φοβάμαι και την τρέμω και την περιγράφω, ένας εγώ ανάμεσα σε πολλούς, μια τετραετία τώρα: ένα βήμα πριν από τη φωτιά. Προφανώς και θα αποδοθούν ευθύνες γι’ αυτό, και θα επιδικαστούν τρομερές ποινές. Τρομερές. Τρομερές. Γιατί οι κυβερνώντες ήξεραν τι θα συνέβαινε και επιδίωξαν να συμβεί. Πρόκειται περί εγκλήματος τόσο μεγάλου, που όλοι μας θα τρέμουμε να το χαρακτηρίσουμε όπως του πρέπει όταν κάποια στιγμή τα μάθουμε όλα: όταν μάθουμε αρκετές λεπτομέρειες. [§] Λέω πάντα, από την αρχή αυτού του εφιάλτη με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, στη συντροφία των οποίων προσκολλήθηκε εσχάτως και το ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής: θα έρθει πολύ σύντομα μια μέρα που θα πρέπει να βάλουμε τα στήθη μας μπροστά και να τους σώσουμε. Και λέω επίσης πως, αλίμονο, δεν μπορούμε να γίνουμε χίλια κομμάτια. Αυτό φοβάμαι. Φυσικά δεν θα άκουγαν εμένα, τον ελάχιστο. Αλλά θα ακούσουν κάτι άλλο. Κι αυτό είναι που φοβάμαι και που τρέμω. [§] Συνέβη μεγάλο και ανεπανόρθωτο κακό σε πάρα πολλές χιλιάδες ανθρώπους. Σε πάρα πολύ κόσμο. Κακό που δεν έπρεπε να συμβεί. Όταν θα το δούμε μπροστά μας, και θα το δούμε, θα τρελαθούμε. Τσακίστηκαν ζωές: δηλητηριάστηκαν. Κι ακόμα το φαρμάκι δεν τους πάγωσε το αίμα, κυλάει μέσα του. Αλλά θα τους το παγώσει. Τέτοιο κρίμα, δεν έχει προηγούμενο. [§] Δεν θα πω άλλα. Μόνο τούτο: αν είχαν ολοκληρώσει την αξιολόγηση οι Σαμαράς-Βενιζέλος πριν πέσει η κυβέρνησή τους από κάτι γελοίες ασημαντότητες όπως ο Κουβέλης, και ως εκ τούτου αν εισέρρεαν χρήματα στη χώρα, σήμερα μπορεί και να είχαμε ήδη γίνει Αλβανία επί Χότζα: ευτυχώς, στάθηκαν για μια φορά, πλην καίρια, στο ύψος των περιστάσεων. [§] Φτάνουν αυτά. [§] Η Ευρώπη είναι η μόνη μας πατρίδα. Το ξέρουμε, το νιώθουμε, το διαπιστώνουμε, κι ας μην ξέρουμε όλοι όλες τις λεπτομέρειες του αγώνα που έδωσε και δίνει. Η Ευρώπη είναι μια πατρίδα που δεν πρέπει να ξαναπαιχτεί στα ζάρια από άφρονες. Στο χέρι μας είναι. [§] ΥΓ1. Ας μείνει μόνο ώς εδώ το μεγάλο κακό που μας βρήκε, κι ας μην πολλαπλασιαστεί. Γιατί, αν πολλαπλασιαστεί, η χώρα θα αφανιστεί. Κάντε το σταυρό σας. [§] ΥΓ2. Όταν ανακοινώθηκε η χρεοκοπία της Ελλάδας, απλώς αγκαλιαστήκαμε με την Κ. και κλαίγαμε. Από το πάτωμα, μας κοιτούσαν ο Α. και η Φ., μ' αυτά τα μεγάλα τους μάτια.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 30 Ιουνίου 2015

Θα μπορούσα να γράψω πολλά, γράφω άλλωστε μερικές χιλιάδες λέξεις την ημέρα και 750 κατά μέσο όρο σε κάθε καταχώριση αυτού του Ημερολογίου, και είναι και πολλά, είναι τόσο πολλά αυτά που έχει να πει κανείς, και προσωπικά υποχρεούμαι μεν να λέω αυτά που συλλογίζομαι, και να τα λέω όλα, και όποτε πρέπει, για μια σειρά από γνωστούς λόγους, όπως όφειλες να κάνεις κι εσύ, αλλά σήμερα δεν θα πω άλλα. Όχι γιατί τα λέω και τα ξαναλέω με τις ίδιες ή με άλλες λέξεις εδώ και 50 μήνες τώρα, όχι γιατί εξ αυτού έχω δεχτεί τρομερές, τρομερές πιέσεις από εκατοντάδες τύπους που θέλουν να μου κάνουν και να μου δείξουν και που ξέρουν πού μένω κλπ., όχι, τους έχω γραμμένους στ’ αρχίδια μου, ούτε γιατί έχω κάνει μια τρύπα στο νερό, μια τρύπα γεμάτη spleenκαι μοναξιά, όχι, όχι γι’ αυτά: αλλά γιατί λιγάκι ο Αρσέν σήμερα, και μας έκανε εμετό, και κοιτά μ’ αυτό το ύφος που έχουν τα σκυλιά, ξέρεις: εκείνο το περίλυπο, το καταπικραμένο, και μου πιάνεται η ψυχή. Θα μπορούσα να πω πολλά για τον εμφύλιο της αξιοπρέπειας που θα ξαναξεσπάσει στη μικρή μας χώρα έτσι και οι άφρονες δώσουν άνω τού 50% στο Όχι και φύγουμε, εξ αυτού, από την αγκαλιά της Ευρώπης, και για τις καραβιές, μετέπειτα, των προσφύγων Ελλήνων: γιατί ο συνδυασμός οικονομική εξαθλίωση, ανθρωπιστική κρίση, διεθνής απομόνωση, αυταρχική διακυβέρνηση δεν είναι σταθερός, αλλά οδηγεί σε χούντες και σε εμφυλίους πάντα και παντού. Αλλά αρρώστησε ο Αρσέν. [§] Πάντα το θέμα ήταν προσωπικό. [§] Στις 7 να ’σαι στο Σύνταγμα.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 29 Ιουνίου 2015

Πρέπει να ’χω ξαναγράψει για τον Σπένγκλερ, κι αν όχι εδώ σίγουρα αλλού — αλλά πραγματικά μού είναι δύσκολο να ψάξω για να το διαπιστώσω, πρώτον (ο χρόνος φεύγει μέσα από τα δάχτυλά μου σαν κρύο νερό), και δεύτερον δεν έχει και μεγάλη σημασία: ίσως δεν έχει και καμία. Εν τοιαύτη περιπτώσει, δε βλέπω για ποιο λόγο να μην ξαναγράφει κανείς ακόμη και το ίδιο κείμενο, όταν «οι περιστάσεις το απαιτούν» ή όταν κάποια πράγματα που λέγαμε ή φοβόμασταν παλιά έρχονται σήμερα ν’ ανάψουν πυροτεχνήματα κάτω από τα μούτρα μας διαλαλώντας τη νίκη τους. Οπότε επανέρχομαι, γνωρίζοντας πολύ καλά τι σημαίνει να γράφω εδώ. Και ζητώ (ξανά) προκαταβολικά τη συμπάθειά σας. [§] Ο μέγας αυτός φιλόσοφος της Ιστορίας, αφού μελέτησε όλους τούς πολιτισμούς που υπήρξαν ποτέ στη γη (διεξοδικότατα: σπιθαμή προς σπιθαμή, ενέργεια προς ενέργεια και τάση προς τάση), διαπίστωσε τα αναλογικώς κοινά τους χαρακτηριστικά: όλοι τους, μολονότι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον, διέπονται από μία κοινή και αναγκαία, μιαν «οργανική» νομοτέλεια, που καθορίζει και προδικάζει το πεπρωμένο τους. Ο, τουλάχιστον ευρυμαθής, Γερμανός μελετά τους πολιτισμούς σαν ξεχωριστές «οντότητες», σαν μεγαλοοργανισμούς στο χώρο και το χρόνο που (όπως εσύ κι εγώ) γεννιούνται, αναπτύσσονται, φτάνουν στην ακμή τους, περνούν σε φάση παρακμής, γερνούν και, εντέλει, πεθαίνουν. (Δεν υπάρχει μία Ιστορία, γραμμική και εύκολη στην αποτύπωσή της, ένα σχήμα που να ξεκινά από τη Μεσοποταμία, να θάλλει στη Μεσόγειο, να φθίνει στον Μεσαίωνα, να ξαναπετιέται στην Αναγέννηση και να έρχεται καμαρωτό-καμαρωτό στη Βιομηχανική Επανάσταση, στους Παγκόσμιους Πολέμους και στην Παγκοσμιοποίηση: υπάρχουν ανεξάρτητα μεταξύ τους πολιτισμικά πλάσματα). Έτσι πέθανε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, έτσι είχε πεθάνει πιο πριν ο αιγυπτιακός, έτσι πέθανε κατόπιν ο αραβοβυζαντινός — έτσι θα πεθάνει κάποια μέρα και ο σύγχρονος, ο δυτικός, που (προσοχή εδώ) αφορά μόνο τη Δύση και τους λαούς της (τον Φαουστικό Άνθρωπο) ή όποιον εντάσσεται στη Δύση και τις αξίες της: οι υπόλοιπες εθνικές συγκεντρώσεις χαρακτηρίζονται απλώς ως «φελαχολαοί». Ένας τέτοιος είναι και η Ελλάδα (κι ας μας λείπουν οι κελεμπίες), που μαζί με τους υπόλοιπους φελάχους του πολιτισμού τού σήμερα παρακολουθεί ανήμπορη καν να κατανοήσει τι γίνεται και γιατί. Φαντάσματα φαντασμάτων της Ιστορίας, ξεβρασμένοι στο παρόν από τυχαία περιστατικά (ή από την ηθελημένη και αριστοκρατική μυωπία του ιστορικού σάρωθρου), απλώς είναι εδώ και χαζεύουν χάσκοντας. (Πού και πού, σε περιπτώσεις παρελάσεων, κουνάνε κι από καμιά σημαιούλα). [§] Κι αυτοί όμως οι φελαχολαοί, ιστορικοί μικροοργανισμοί, βιώνουν τις ίδιες απαραίτητες περιόδους όσο καιρό βαραίνουν τη γη: γεννήθηκαν (καλήν ώρα όπως κι εμείς, τη δεύτερη δεκαετία του 18ου αιώνα: φευ, όχι πιο πριν, όπως αντεθνικά διαδίδουν έναν αιώνα τώρα οι καλοθελητάδες και οι σοφολογιότατοι), ήκμασαν (το κατά δύναμιν), παρακμάζουν (έξαλλα) και θα πεθάνουν. Οριστικά. Κατά Σπένγκλερ, το στάδιο που σηματοδοτεί το θάνατο των πολιτισμών λέγεται Τεχνολογικό, και βρίσκεται σε αντίθεση με το προηγούμενο, το Πνευματικό (κατά το οποίο, για να το θέσω κάπως σχηματικά, όλοι οι πολιτισμοί γράφουν σπουδαία βιβλία, συνθέτουν πελώρια έπη και μουσικές, χτίζουν πόλεις και λαμπρά κτίρια, οργανώνουν τα άστεά τους και τους κώδικες υπό τους οποίους οι κοινωνίες τους θα ευημερήσουν και θα αναπτυχθούν — με μια λέξη: προοδεύουν, δηλαδή αναζητούν την ειρήνη, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την αγάπη). Στο Τεχνολογικό στάδιο, όλα αυτά μπαίνουν λίγο στην πάντα, για να συντηρηθούν τα κεκτημένα. Τελεολογικά, αυτό το στάδιο οδηγεί αμετάκλητα στο θάνατο των πολιτισμών: γιατί δε γίνεται αλλιώς. (Δεν πρέπει να τα βλέπει όλα αυτά κανείς με ηθικούς όρους: δεν είναι ούτε καλά, ούτε κακά: είναι το ανθρώπινο δράμα, απλώς. Και είναι σπουδαίο). [§] Έτσι και με την Ελλαδίτσα. Τα καμώματα των καιρών (πάρε όποιο θες: από το σκίσιμο των ρούχων κάποιου Αγανακτισμένου επειδή τού κόψανε το δέκατο επίδομά που ληστρικά έπαιρνε, μέχρι την αθώωση του πανεπιστημιακού που λαδωνότανε από φοιτητές για να τους περάσει μαθήματα ενώ ταυτόχρονε δημοσίευε ξένες ανακοινώσεις για δικές του, από τη λύσσα όσων είχαν κλειστά επαγγέλματα —χουντική προίκα— μέχρι τα αστραφτερά μάτια του Τσίπρα που ονειρεύεται εποχές Mad Max για να ηγείται μιας στρατιάς φτωχοδιαβόλων στην ελλαδική έρημο: ό,τι θες σκέψου) είναι πράγματα που κανένας Κονδύλης, κανένας Χατζιδάκις, κανένας Καστοριάδης, κανένας Εμπειρίκος κανένας Δραγούμης, κανένας Γκάτσος δε μπορούσε να αποτρέψει: απλώς να τα περιγράψει φευγαλέα. Ξαναλέω: δεν είναι καλά ή κακά — είναι η Ιστορία και τα καπρίτσια της. (Είναι, βέβαια, χυδαία). Δε χρειάζεται να απελπίζεται κανείς για το ανέφικτο των «επαναστάσεων». Είναι ανάγκη, όμως, να αγαπά και να ελπίζει δουλεύοντας για το σήμερα. Είναι ανάγκη. Και ο μόνος ηρωισμός. [§] Άρθρο που δημοσιεύτηκε σαν σήμερα πριν 4 χρόνια, το ’11, στην εφημερίδα Αθλητικά Νέα, όπου διατηρούσα μια καθημερινή στήλη. Δεν έχω κουράγιο να γράψω Ημερολόγιο σήμερα.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 28 Ιουνίου 2015

Επί χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχιζε να παρουσιαστεί σαν το «Δεύτερο Άκρο», δηλαδή το αντίθετο ισοδύναμο της Χρυσής Αυγής. Στόχος του ήταν να αποκτήσει ερείσματα και να προσποριστεί κέρδη και συμμάχους από ένα μέρος της κοινής γνώμης που σιχαίνεται, δικαίως, τους απεχθείς ναζί: μικρό μέρος μεν, πλην με καλή πρόσβαση στα socialmedia. Αφενός αυτό. Αφετέρου, ήθελε να δείξει στο υπόλοιπο εκλογικό σώμα ότι ήταν εκεί για να κάνει ό,τι ακριβώς εκλήθη από ένα άλλο κομμάτι του λαού να κάνει η ίδια η Χρυσή Αυγή στο Κοινοβούλιο: «να τους δείρει». Ήταν μία στρατηγική που πέτυχε, ιδίως όταν την πολεμούσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, καταγγέλλοντας την προσπάθεια αόρατων κύκλων (αόρατων καθότι ανύπαρκτων) να τον σπιλώσουν. Το παιχνίδι χάθηκε όταν το Κέντρο (εν τη ευρεία εννοία του όρου) πίστεψε στο παραμύθι αυτό και άρχισε πράγματι να χαρακτηρίζει έτσι ένα συμπίλημα κομματιδίων και τάσεων που στο σύνολό τους μόνο σχέση με οτιδήποτε ριζοσπαστικό δεν είχαν: αντίθετα, ήταν ένα βαθιά συντηρητικό πράγμα — κάτι παλιοί συνδικαλιστές τού ΠΑΣΟΚ και κάτι εκδιωγμένοι από το ΚΚΕ. Όμως, κοίτα να δεις πώς τα φέρνει η ζωή. Και πόσο δύσκολο, πόσο αδύνατο είναι να μαζέψεις πίσω το γκόλεμ που έχεις φτιάξει και εξαπολύσει — εσύ, ένας μαθητευόμενος μάγος, ένας πελταστής. Ο ΣΥΡΙΖΑ τα κατάφερε πράγματι να ταυτιστεί, όχι πλέον στη θεωρία του, αλλά στην πράξη, ένα κόμμα-κουρέλι που έχει τις ίδιες φαιδρές, ύποπτες και ιταμές θέσεις με τη συμμορία του Μιχαλολιάκου. Σχεδόν άθελά του, μα εν γνώσει του από ένα σημείο και μετά (εξ ου και η επιλογή συγκεκριμένων προσώπων σε καίριες θέσεις, όπως η Ουρανία Κωνσταντοπούλου), και σίγουρα με την ιστορικά και πολιτικά αισχρή κατάφαση των στελεχών του, έγινε το τέρας που υποτίθεται μισούσε: έγινε το Δεύτερο Άκρο. Και βαδίζει στον εθνικιστικό δρόμο του Πρώτου.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 26 Ιουνίου 2015

«Καμία ένωση δεν είναι βαθύτερη από τον γάμο, καθώς σε αυτήν ενσωματώνονται τα υψηλά ιδανικά της αγάπης, της πίστης, της αφοσίωσης, της θυσίας και της οικογένειας. Διά της ενώσεως του γάμου, δύο άνθρωποι αναβιβάζονται σε κάτι ανώτερο από ό,τι υπήρξαν. Όπως εκθέτουν ορισμένοι προσφεύγοντες σε αυτές τις υποθέσεις, η εντός του γάμου εμπεριεχομένη αγάπη μπορεί να αντέξει ακόμη και μετά τον θάνατο. Θα ήταν παρανόηση εάν λέγαμε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν σέβονται την ιδέα του γάμου. Τον σέβονται, και μάλιστα τόσο βαθιά, ώστε επιδιώκουν να τον απολαύσουν και οι ίδιοι. Η ελπίδα τους είναι να μην καταδικαστούν να ζουν στη μοναξιά, αποκλεισμένοι από έναν εκ των παλαιοτέρων θεσμών του πολιτισμού. Ζητούν ίση αξιοπρέπεια ενώπιον του νόμου. Το Σύνταγμα τους παρέχει αυτό το δικαίωμα». Άντονι Κένεντι, Ανώτατο Δικαστήριο ΗΠΑ. [§] Ζήτησα μία σχετική δήλωση από φίλους νομικούς, από τον Αριστείδη Χατζή και από τον Αύγουστο Κορτώ. Τους ευχαριστώ όλους θερμά. [§] Αντύπας Καρίπογλου: «Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, πιστό στη μεγάλη κουβέντα για το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να αναζητά την ευτυχία όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, μετά από εξαντλητική και σοβαρή συζήτηση, είπε ότι καμιά εξουσία δεν μπορεί να στερεί από κάποιον άνθρωπο αυτό που αναγνωρίζει σε κάποιον άλλον, απλώς επειδή αυτός έχει άλλα γούστα από την πλειοψηφία. Αυτό είπε». [§] Βασίλης Σωτηρόπουλος: «Είναι μια ιστορική απόφαση, καθώς κρίνεται πλέον σε τελικό επίπεδο ομοσπονδιακού δικαστηρίου ότι δεν επιτρέπονται νομοθετικές απαγορεύσεις που περιορίζουν τον γάμο στα ετερόφυλα άτομα. Τα ελληνικά δικαστήρια δυστυχώς εξακολουθούν να ερμηνεύουν το αντίστοιχο συνταγματικό δικαίωμα υπό το φως των διδαγμάτων ενός Ρωμαίου νομομαθούς. Περιμένουμε ο Άρειος Πάγος, που το φθινόπωρο θα κρίνει το θέμα αυτό με βάση το Σύνταγμα της Ελλάδας, να λάβει σοβαρά υπόψη αυτό το νομολογιακό δεδομένο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι άλλωστε οικουμενικά». [§] Ιωάννης Κουτσούκος: «Πολύ σημαντική απόφαση σε μια χώρα, όπου οι δικαστικές αποφάσεις φτάνουν σε μεγάλο θεωρητικό βάθος, για τα gay rights. Η παλαιότητα του αμερικανικού συντάγματος και ο γάμος, όχι το σύμφωνο συμβίωσης, καθιστούν την απόφαση landmark, την πιο προχωρημένη δικαστική εφαρμογή της ισότητας στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Από την άλλη, μπορεί να υπάρχει πάντα η αναρώτηση αν η δικαστική οδός είναι η καλύτερη δυνατή. Μήπως η απόφαση ανακόψει το κίνημα νομοθέτησης σε επίπεδο Πολιτειών όπως έγινε επί άμβλωσης και προκαλέσει συντηρητική αντισυσπείρωση». [§] Χρήστος Γραμματίδης: «Πριν 12 χρόνια, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ως αντισυνταγματικούς τους πολιτειακούς νόμους που ποινικοποιούσαν τον σοδομισμό. Πριν 2 χρόνια, υποχρέωσε τον ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναγνωρίζει τον νόμιμο γάμο που τελούσαν ομόφυλα ζευγάρια σε όσες Πολιτείες το επέτρεπαν. Σήμερα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, λόγω των συνταγματικών εγγυήσεων περί θεμελιωδών ελευθεριών και ισονομίας, οι μεμονωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αρνούνται την άδεια γάμου σε ζευγάρια του ιδίου φύλου και ότι όλες οι Πολιτείες υποχρεούνται να αναγνωρίζουν τους γάμους ατόμων του ιδίου φύλου που τελούνται οπουδήποτε στις ΗΠΑ. Είναι μια ιστορική ημέρα για τα ανθρώπινα και τα LGBT+ δικαιώματα σε όλο τον κόσμο, καθώς η μεγαλύτερη δημοκρατία του πλανήτη κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ελευθερίας, της ισότητας, των δικαιωμάτων και της ορατότητας των μειονοτήτων. Η συζήτηση συνεχίζεται στα καθ’ ημάς, καθώς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει αναγνωρίσει μέχρι στιγμής το δικαίωμα στο γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια. Έχει μόνο κρίνει ότι, όπου θεσπίζεται σύμφωνο συμβίωσης, η μη συμπερίληψη των ομόφυλων ζευγαριών συνιστά αθέμιτη διάκριση (καταδίκη Ελλάδας). Πέραν της αποσύνδεσης του γάμου από τη βιολογική αναπαραγωγή, η οποία είχε γίνει εδώ και δεκαετίες όταν κηρύχθηκαν αντισυνταγματικοί οι νόμοι που απαγόρευαν στα παντρεμένα ζευγάρια να παίρνουν αντισυλληπτικά ή που απαγόρευαν σε στείρους τον γάμο, με τη σημερινή απόφαση απερρίφθησαν όλα τα άλλα επιχειρήματα που εγείροντο κατά του να επιτραπεί ο γάμος στα ομόφυλα ζευγάρια. Επιχειρήματα που ξεκινούσαν από διαψευσθέντες από την πραγματικότητα ισχυρισμούς («Τα ομόφυλα ζευγάρια δεν θα μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά») και έφταναν μέχρι παραλογισμούς («Αν επιτραπεί ο γάμος σε ομόφυλα ζευγάρια, θα σταματήσουν να παντρεύονται τα ετερόφυλα», ή χειρότερα: «Αν επιτραπεί στα ομόφυλα ζευγάρια να παντρεύονται, θα πρέπει να επιτραπεί και στους κτηνοβάτες»). Σίγουρα, πολλά πρέπει να γίνουν ακόμη στα μυαλά και τις καρδιές, αλλά αυτά δεν είναι δουλειά του κράτους (μόνο). Δουλειά του κράτους είναι και’' αρχήν να μη διακρίνει αθέμιτα εις βάρος κατηγοριών του πληθυσμού. Αυτό στις ΗΠΑ τέλειωσε σήμερα, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα στο γάμο. Ας χαρούμε». [§] Αριστείδης Χατζής: «Αυτή είναι μια ιστορική απόφαση όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για ολόκληρη την υφήλιο. Διότι το δικαίωμα αναγνωρίστηκε όχι από κοινοβούλιο ή μέσω δημοψηφίσματος αλλά από δικαστήριο. Δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη ιστορική απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της Μασαχουσέτης, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ αναγνωρίζει ατομικό δικαίωμα στο γάμο ανεξαρτήτως φύλου η σεξουαλικού προσανατολισμού! Είναι μια ιστορική ημέρα στην ιστορία των δικαιωμάτων». [§] Αύγουστος Κροτώ: «Είναι ένα τεράστιο βήμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κι ένα μάθημα για τις χώρες που κωλυσιεργούν. Ως παντρεμένος στις ΗΠΑ, νιώθω ευτυχής και περήφανος».

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 26 Ιουνίου 2015

Η θλιβερή είδηση της ημέρας ήταν η καταψήφιση του νομοσχεδίου για τη χορήγηση ιθαγένειας από τη Νέα Δημοκρατία — και λέω «είδηση» απλώς για τους τύπους, δεν περιμέναμε κάτι καλύτερο. Το κόμμα αυτό, που έχει χάσει κάθε επαφή με το μακρινό καταστατικό του και δεν έχει εδώ και πολλά χρόνια τώρα καμία σχέση είτε με τον ιδρυτή του, είτε με τον Μητσοτάκη που όλοι δήθεν τον καμαρώνουν, αλλά και με μία σειρά άλλους (όχι πολλούς) ανθρώπους της προκοπής, δεν μπορεί να δώσει ειδήσεις ή να μας εκπλήξει. Κι όμως: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σύντομα θα είναι ξανά στην εξουσία. Και ας δούμε τι θα λέει τότε ο Βορίδης για τη Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα. [§] Θλίψη. Αλλά πάντα έτσι ήταν η Δεξιά: μία δεξαμενή συντήρησης και οπισθοδρόμησης. Απλώς επί Σαμαρά έχει μαζέψει και ό,τι ακροδεξιό ξέφυγε από τους ΑΝΕΛ ή φλέρταρε με τη ΧΑ. [§] Κατά τα λοιπά, ζήσαμε άλλο ένα ψευτοθρίλερ στο Eurogroup, εντυπωσιαστήκαμε ως μη οφείλαμε από τα χαχανάκια Βρυξελλών μεταξύ Μέρκελ και Τσίπρα (δηλαδή τι; να έκαναν μούτες ο ένας στον άλλον; άλλωστε, στις κηδείες τα γέλια επιβάλλονται), στηνόμαστε πλέον στην ουρά για το επόμενο που θα γίνει μάλλον αύριο Σάββατο, και στο μεταξύ αυτό κανείς δεν βγαίνει να μας πει εάν μεθαύριο, που θα έχει φύγει η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, θα μπορέσουμε να ξαναρίξουμε τον ΦΠΑ στα ξενοδοχεία και στην εστίαση στα τωρινά επίπεδα απλώς εξορθολογίζοντας ένα μικρό ποσοστό του υδροκέφαλου αδηφάγου τέρατος που λέγεται Δημόσια Διοίκηση. Γιατί αυτή η κυβέρνηση, όπως άλλωστε και οι προηγούμενες, μα αυτή ένα παραπάνω, προτιμά να δει την Ελλάδα χωρίς τουρίστες παρά να στερήσει από ένα επιπλέον σάντουιτς τους κρατικούς της υπάλλήλους. [§] (Βέβαια, δεν πρόκειται να ξαναπέσει ο ΦΠΑ. Το ξέρουμε όλοι. Με καμία κυβέρνηση). [§] Αν τις βλέπεις από μια ασφαλή μεριά, σαν ξένος ας πούμε, ή σαν Έλληνας με φράγκα, έχουν το γούστο τους αυτές οι κοκορομαχίες με την Τρόικα: πήγαμε με το τάβλι για να τους κολλήσουμε στον τοίχο, αλλά αυτοί το γύρισαν ανάποδα και μας παίζουν σκάκι. Ούτε καν ντάμες. Σκάκι. Και μας κερδάνε. [§] Οι άνθρωποι είναι στα όριά τους. Πολλοί, θα ήταν πλέον ευχαριστημένοι με οποιαδήποτε απόφαση λαμβανόταν, αρκεί να ήταν τελεσίδικη. Μόνο ένα κραχ θα σήκωνε τον παλμό του κόσμου, αν και όχι για πολύ. Φταίνε πολλά γι’ αυτό. Αλλά κουραστήκαμε και να τα λέμε, κουραστήκαμε και να τα ακούμε. Όλη η χώρα είναι κουρασμένη. Και θέλει να κάνει διακοπές… [§] Είδαμε το Ένα κορίτσι γυρίζει σπίτι μόνο του τη νύχτα, δεν περίμενα πως θα ήταν ψυχαγωγικός κινηματογράφος — μας άρεσε, είναι ένα ποτ-πουρί από διάφορα φιλμ αναφοράς, δροσερό και ανάλαφρο. Έχει και Ντέιβιντ Λιντς εδώ, και Καράξ, και Σιν Σίτι, και Τζάρμους, και ακούγεται και τόσο όμορφη και παράξενη μουσική, και παίζουν και δροσερές, καινούριες φάτσες — ό,τι πρέπει. [§] Αλλά δεν παύει να είμαστε κουρασμένοι. Πολύ κουρασμένοι. Κάντε κάτι να τελειώνουμε, έχουμε και κάτι λογαριασμούς να πληρώσουμε.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 24 Ιουνίου 2015

[ Μια κουβέντα που κάναμε στο Inbox στις 11 το βράδυ, για περίπου μισή ώρα, με τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, με αφορμή τη μετάφρασή της του μυθιστορήματος του Patrick Modiano Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά (Εκδόσεις Πόλις) ].

 

— Διάβασα το επιλογικό σου σημείωμα, «Η γλώσσα του τραύματος», όπου επιχειρείς μία ανάγνωση του βιβλίου, αλλά μιλάς και για τη δυσκολία, ή τις δυσκολίες, της μετάφρασης. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, πώς τη βίωσες;

Ρ.Γ.: Για μένα ήταν μια εμπειρία εξαιρετική και πολύ διδακτική. Υποχρεώθηκα να βουτήξω στα βαθιά και των δύο γλωσσών, να κατανοήσω τη γαλλική και να επιτρέψω στην ελληνική να αναδυθεί χωρίς σκόντα και βαρβαρισμούς. Ελπίζω να το πέτυχα. Αυτό μου έδωσε μια καινούργια γνώση που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Ότι η μετάφραση ενός σημαντικού κειμένου είναι εντέλει πράξη συμφιλιωτική, πράξη αγάπης, αν δεν φοβάσαι τον όρο, μεταξύ δύο πολιτισμών. Φυσικά πάνω απ’ όλα ήταν η «συνάντησή μου» με τον Μοντιανό. Έναν συγγραφέα που χρόνια τώρα αγαπούσα κρυφά, καθότι η γαλλική πεζογραφία δεν έχει και κάνα τεράστιο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα.

— Πόσο καιρό σού πήρε; Και σε απασχολούσε, να υποθέσω, όλη μέρα, κάθε μέρα;

Ρ.Γ.: Δούλευα καθημερινά για κάτι λιγότερο από έξι μήνες. Η ελληνική γλώσσα είναι μεγάλη ντίβα. Δεν σου φανερώνεται με το πρώτο. Ορισμένα πράγματα με έβρισκαν στα πιο ακατάλληλα μέρη. Στο κομμωτήριο, επί παραδείγματι, ή την ώρα που πλήρωνα το λογαριασμό στο σουπερμάρκετ.

— Εγώ δεν είχα ξαναδιαβάσει Μοντιανό. Και σκοπεύω να αναπληρώσω τα κενά μου. Εσύ τον ήξερες, όπως λες, από χρόνια. Πραγματικά, δεν ξέρω πόσοι ήσαστε στην Ελλάδα. Το Νόμπελ το περίμενες; Νομίζω δεν είχε συζητηθεί το όνομά του πιο πριν. Όλοι λέγαμε για Ροθ, για Μουρακάμι…

Ρ.Γ.: Έχω βαρεθεί με τον Ροθ και τον Μουρακάμι, παρόλο που λατρεύω τον πρώτο και αποστρέφομαι τον δεύτερο. Ναι, το περίμενα να πάρει ο Μοντιανό το Νόμπελ, όπως περιμένω όλα τα καλά και δίκαια πράγματα. Ορισμένα, όπως αυτό, καμιά φορά έρχονται ίσως για να απαλύνουν χασούρες από άλλα μέτωπα… Το κακό ήταν ότι, μέχρι να αρχίσω να μεταφράζω το Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, διάβαζα τα βιβλία του απευθείας από το γαλλικό. Έτσι, το σοκ της άλλης γλώσσας ήταν μεγάλο. Πολύ παράξενο να λειτουργεί η μητρική σου σαν δεύτερη γλώσσα που πρέπει να την ανακαλύψεις ξανά και να την αφήσεις να ανθοφορήσει. Μαγικό.

— Να μείνω λίγο στις «χασούρες». Αυτοί οι έξι μήνες ήταν μάλλον «ιστορικοί» για την Ελλάδα. Αλλαγή πολιτικού σκηνικού, πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς, διαρκείς αμφιβολίες όλων μας για την επόμενη μέρα, χίλια δυο. Η μετάφραση σε βοήθησε καθόλου να τα αποφεύγεις όλα αυτά; Ή ίσως τα μεγέθυνε κιόλας;

Ρ.Γ.: Με έσωσε, πες καλύτερα. Αρπάχτηκα απ’ αυτό το μαγικό κείμενο σαν τον ναυαγό από το σωσίβιο. Κάθε λεπτό ευγνωμονούσα την τύχη μου και αυτούς που μου πρότειναν τη συνεργασία.

— Για μας ήταν σίγουρα μια ευτυχής συγκυρία. Αλλά είναι ένα σαφώς δύσκολο κείμενο για τον μεταφραστή, μπορεί να σε πάρει από κάτω αν εμπλακείς συναισθηματικά. Το λέω και υπό την έννοια αυτής της πικρίας που βγάζει. Για το παρελθόν, τις χαμένες μνήμες, την ανακάλυψη του εαυτού… Καμιά φορά όλα αυτά είναι ζόρικα πράγματα, ή και επικίνδυνα.

Ρ.Γ.: Μα το κάνει τόσο μαστόρικα. Πίσω απ’ αυτές τις απλές ιστορίες μνήμης και απωθήσεων που μοιάζουν προσωπικές, κρύβεται, νομίζω, όλη η ευρωπαϊκή ενοχή για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μάλιστα με υποκείμενο ένα πιτσιρίκι, όπως ήταν αυτός εκείνα τα χρόνια. Άλλος στη θέση του θα είχε γράψει κανένα ογκώδες έπος. Αυτό είναι το καταπληκτικό με τον Μοντιανό. Την ώρα που τον διαβάζεις, νομίζεις ότι είναι ψίθυρος. Μετά ο ήχος πολλαπλασιάζεται, σαν από μεγάφωνο, και σ’ ακολουθεί παντού, χωρίς να θυμάσαι πώς τρύπωσαν μέσα σου όλα αυτά τα θαυμάσια πράγματα.

— Ναι, έχεις δίκιο. Το βλέπω κι εγώ τώρα, στον εαυτό μου. Το σκέφτομαι συνέχεια και θέλω και να το ξαναδιαβάσω, να βρω κι άλλα μυστικά, να ακούσω κι άλλους ψιθύρους, όπως λες. Νομίζω όμως πως ο Μοντιανό μιλάει και για κάτι άλλο εδώ, όχι μόνο για τη μνήμη και την ενοχή. Μιλάει παράλληλα και για την ίδια την πράξη της συγγραφής, για τη δημιουργία. Που μπορεί να ξεκινήσει από κάτι λίγο («Σχεδόν ένα τίποτα. Σαν τσίμπημα εντόμου που στην αρχή σάς φαίνεται ανεπαίσθητο», όπως λέει στην αρχή) και να καταλήξει στη δημιουργία ενός βιβλίου, ενός «μικρού κόσμου». Έχω την εντύπωση πως μιλά πολύ και για τον εαυτό του ως συγγραφέα, ως δημιουργό. Μπορεί να κάνω και λάθος. Και συγγνώμη που μακρηγορώ.

Ρ.Γ.: Καλά, το θέμα της λογοτεχνίας, έτσι όπως το περνάει μέσα στην πλοκή, είναι αριστούργημα. Δύσκολα να το διακρίνει κανείς αν δεν πάσχει από την ίδια αρρώστια. Ο άνθρωπος είναι μέγας κασκαντέρ. Μπορεί να υποδυθεί τα πάντα, γιατί μέσα του υπάρχει καλά χωνεμένος ο ίλιγγος του χρόνου και η «σβησμένη» μηχανή της λογοτεχνίας που για να σε πάει απ’ τον σωστό το δρόμο πρέπει οι ταχύτητες να είναι στο «νεκρό».

— Γράφει κάπου, εκεί όπου μιλά για την ιτιά που βλέπει στην αυλή του διπλανού κτιρίου: «Σε περιόδους κατακλυσμού ή ηθικού μαρασμού, δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο για να κρατήσεις την ισορροπία σου και να μην πέσεις στη θάλασσα». Νομίζω ότι συμφωνούμε πως έχει δίκιο, είναι μια παρατήρηση που επέχει θέση σχεδόν αξιώματος. Θέλεις να μου πεις ένα ή περισσότερα τέτοια δικά σου σταθερά σημεία, δεδομένου ότι ζούμε μια τέτοια περίοδο, και μάλιστα έντονη;

Ρ.Γ.: Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κι εγώ βρίσκω αναπαμό στα φυτά, κυρίως δε στα δέντρα. Κυκλοφορώ στην Αθήνα και μπορώ να σου πω με σχετική ακρίβεια σε ποια σημεία υπάρχουν μανόλιες κι αν σήμερα ήταν ανθισμένες. Επίσης μ’ αρέσει πολύ να παρακολουθώ τα ζώα. Έρχομαι στα ίσα μου, γιατί μου δείχνουν ότι υπάρχουν και κώδικες σεβασμού μέσα σ’ αυτό το γενικό κοινωνικό ξεχαρβάλωμα που ζούμε τα τελευταία χρόνια… Α, και κάτι ακόμα. Συχνά βρίσκω καταφύγιο στα γλυπτά της πόλης. Αυτές τις μέρες, ας πούμε, ο Ξυλοθραύστης του Φιλιππότη είναι φασκιωμένος από σκαλωσιές και σήτες. Μάλλον τον καθαρίζουν. Μια τέτοια ιστορία μπορεί να με γλιτώσει από την καθημερινή τρέλα, γιατί μου δίνει σταθερότητα και ομορφιά.

— Πολύ τρυφερό αυτό… Δείχνει, τώρα που το θυμήθηκα, και μια έντονη τρυφερότητα κυρίως προς τις γυναίκες ο Μοντιανό, σωστά; Οι σκηνές που περιγράφει εδώ, οι κινήσεις, τα φουστάνια, τα βλέμματα, είναι σχεδόν σαν ντροπαλά χάδια.

Ρ.Γ.: Μα ναι, γιατί είναι τα είδωλα της χαμένης του μητέρας. Ένα οιδιπόδειο που δεν βρήκε το χρόνο να ολοκληρωθεί και να εκπέσει. Ο Μοντιανό και οι ήρωές του δεν θυμούνται τη μητέρα τους. Την έχουν χάσει ή τους έχει παρατήσει η ίδια σε πολύ τρυφερή ηλικία.

— Ναι, όπως και στην ταινία του Λουί Μαλ, που έγραψε το σενάριό της. Δεν τη θυμάμαι καθόλου, την είδα πολύ παλιά, αν και θα ’θελα τώρα να την ξαναδώ. Τον τριγυρίζει συνεχώς το ίδιο θέμα, έχει αυτή την επιμονή στη μνήμη και στον εαυτό σαν παλίμψηστο. Δεν ξέρω αν το λέω καλά. Θέλω να πω ότι εντοπίζεις, μας λέει, τα περασμένα ξύνοντας το σήμερα (που έτσι όμως χάνεται, χάνεται κάθε παλιά επικάλυψη του εαυτού) για να γυρίσεις στο χθες, που είναι πρωτογενές αλλά γεμάτο, πάλι, από ιστορία, και από τον Άλλο, ή την Άλλη. Είναι πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό.

Ρ.Γ.: Λυσιέν Λακόμπ. Αριστούργημα ταινία. Εκεί μάλιστα τα λέει πιο καθαρά όλα αυτά, με αφορμή τον πιτσιρικά που από τύχη βρέθηκε με την πλευρά των Γερμανών. Για ένα ποδήλατο, αν θυμάμαι καλά. Όταν έγινε αυτή η γελοία ιστορία με τον Γκίντερ Γκρας, την ξαναθυμήθηκα αυτή την ταινία, αλλά δεν την βρήκα. Τώρα θα ψάξω καλύτερα.

— Κι εγώ… Ωραία. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Ρούλα. Μόνο κάτι τελευταίο: ξεκίνησες ήδη άλλη μετάφραση; ή γράφεις κάτι δικό σου;

Ρ.Γ.: Όχι. Αυτή ήταν η πρώτη μετάφραση που έκανα στη ζωή μου. Χμμμ… με κάτι όλο και παιδεύομαι, αλλά, όπως σου είπα, προτιμώ να χαζεύω τις μανόλιες στους δρόμους — αρκεί βέβαια να υπάρχουν.

— Σ’ ευχαριστώ πολύ-πολύ! Καλό βράδυ, κι εύχομαι όλα να πάνε καλά.

Ρ.Γ.: Κι εγώ σ ευχαριστώ για την ωραία παρέα.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 24 Ιουνίου 2015

Είναι κάποιες μέρες. Θέλεις φίλους, και θέλεις να πεις με τους φίλους σου πράγματα στενάχωρα. Θέλεις να μιλάς μαζί τους χωρίς να σε νοιάζει αν κάνεις λάθη. Απλώς πίνεις ουίσκι και τα λες. Στην αρχή ξεκινάς —ξέρεις τώρα— με τα εύκολα και μακρινά. Κοροϊδεύεις και κοροϊδεύεσαι, γελάς, αυτοσαρκάζεσαι, λες βλακειούλες. Μετά πας πιο βαθιά. Και μετά, πιο μετά, αφού πεις και για όλα αυτά τα μεγάλα και τρανά, τις συμφωνίες που δεν συμφωνήθηκαν, το χειμώνα που έρχεται, όλο αυτό το κακό, απλώς παίζεις όπως μια γάτα με το κορδόνι της που κρέμεται στην καρέκλα. Δεν σε νοιάζει πια. Δεν σε πολυνοιάζει (έστω) πια, και απλώς είσαι εκεί, με τους φίλους σου, και λες — για τότε. Είναι επικίνδυνο αυτό το τότε, ιδίως αν σε κόφτει μην και σε δουν δακρυσμένο. Αλλά τουλάχιστον έχεις πάψει να μιλάς για τα πέντε χρόνια λιτότητας που πετάχτηκαν στα σκουπίδια και μετατράπηκαν σε άλλα πέντε χρονια λιτότητας, για να μην πεταχτούν όλα μας τα χρόνια στα σκουπίδια. Έχεις πάψει να μιλάς για την αντιπολίτευση που δεν αντιπροτείνει ισοδύναμα μέτρα, μπας και δεν μεταναστεύσει και ο τελευταίος με δύο πόδια ντόπιος. Έχεις πάψει να μιλάς για τη «Δευτέρα», που μπορεί να σημάνει εμφύλιο για τη χώρα έτσι και δεν επιτευχθεί αυτή η συμφωνία που ούτως ή άλλως θα μας τσακίσει τη ράχη και θα πετάξει εκατοντάδες χιλιάδες στα σκουπίδια. Έχεις πάψει να μιλάς  για την ανεργία σε λίγους μήνες (προσοχή: αν πάνε όλα καλά), που θα κάνει τη σημερινή να μοιάζει κυριακάτικη αργία. Έχεις πάψει να μιλάς για την αυριανή προεδρίνα των Ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου — αυτό το ναζιστικό τέρας που εξέθρεψε αποκλειστικά ο Τσίπρας ξέροντας (όσο βλαξ και να είναι, που είναι πολύ) τι εκτρέφει. Έχεις πάψει να μιλάς για την ταφόπλακα που έρχεται. Και σε πιάνει μια έξαλλη νοσταλγία για το παρελθόν, τότε που όλες σου οι αγάπες πέθαιναν δίπλα σου — τότε που εσύ γλίτωνες παρά τρίχα. Και τότε που, όπως συμβαίνει με κάθε νεότητα, όλα ήταν τόσο απλά και γεωμετρικά σχεδιασμένα: α, βε, βου. [§] Απλώς καμιά φορά δεν το αντέχεις επί πολύ αυτό, γιατί σε πιάνουν τα ζουμιά. [§]Είναι κάποιες μέρες.

Γλωσσίδια

Μικροϊστορίες

Τελευταία Εξοδος

Συμπτώσεις

Διπλά βιβλία

Ομηρικά

Duck soup

Αγγελίες

Εις Μνήμην

Λόγια της πλώρης

Ημερολόγιο Γεφύρας

Ημερολόγιο Πανδημίας

Πήρα το γράμμα σου

Σελίδα 66 από 78

  • 61
  • 62
  • 63
  • 64
  • 65
  • 66
  • 67
  • 68
  • 69
  • 70

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΥΧΟΣ

  • Tεύχος 88

Editorial

Περί ευθυνών

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν η κοινωνία αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη

Si vis pacem…[1]

Χρύσα Σπηλιώτη: ζωή πριν απ’ το θάνατο

Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Orthobros

Δημοφιλέστερα

Ο Σεφέρης του Ρόδη Ρούφου

«Στενό παραθυράκι»

Ποιοι είμαστε

Το πιο τίμιο, η φωνή του. Ο Κ. Θ. Δημαράς στο ραδιόφωνο    

O K.Θ. Δημαράς και οι νεοελληνικές έρευνες

Το δημοτικό τραγούδι ως ποίηση σήμερα

Video

The Books' Journal

Ηλίας Κανέλλης & ΣΙΑ ΕΕ

Nικοτσάρα 1, 11471, Aθήνα,

Tηλ./Fax: 210 6450006

info@booksjournal.gr

Ασφάλεια Συναλλαγών

© 2026 The Books' Journal | Created by Kokonut Web Services

Newsletter

Θέλετε να λαμβάνετε τα νέα μας;

Ταυτότητα

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Συνεχίστε...

  • Αρχική
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές