Γράφτηκαν πολλά για τις συγκεντρώσεις Μένουμε Ευρώπη, και κάποια κομμάτια, από άξιες πένες (ασκημένες όπως όλων μας στα πέντε αυτά χρόνια της χρεοκοπίας), αξίζει να διαβαστούν και να ξαναδιαβαστούν. Ίσως μόνο μένει να πούμε πως ο κόσμος, αυτοί που συμμετείχαν και όσοι τις σνόμπαραν, πρέπει να είναι έτοιμος να τις πολλαπλασιάσει, και όχι σε βάθος χρόνου: σύντομα. Η χθεσινή χαρά και ανακούφιση είναι πολύ περισσότερο από βέβαιο πως είναι πρόσκαιρες — αλλά, βέβαια, όσο και αν συσκοτίζουν τη μεγάλη εικόνα, είναι παραπάνω και από καλοδεχούμενες: τις αποζητεί η ψυχική μας υγεία. Ας κρατήσουμε λοιπόν δυνάμεις, γιατί οι κινητοποιήσεις του κόσμου μόλις άρχισαν, όπως θα φανεί πολύ σύντομα. Έγινε απλώς μία καλή αρχή. (Όχι στη Θεσσαλονίκη με τη βουβή παρουσία των μόλις 1.500 ανθρώπων στον Λευκό Πύργο, αλλά σαφώς στη μεγάλη συγκέντρωση των Αθηνών. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη χωρίς μακρά ιστορία και με σκοτεινό παρελθόν). [§] Στο μεταξύ, ανεβάσαμε στη Σελίδα του Αρσέν μια φωτογραφία του από τη συγκέντρωση, και μεταξύ άλλων σχολίων εισπράξαμε και αυτό: «Εσείς [που είστε υπέρ των Μνημονίων και της λιτότητας κλπ.] μείνετε όπου θέλετε, εγώ αποχωρώ από τη σελίδα σας, το σκυλάκι λυπάμαι». [§] Κρίμα για το ζωντανό. [§] Νομίζω πως θα είμαστε τυχεροί αν δεν καλέσουν τη φιλοζωική (όχι από το ζώον, αλλά από το Ζωή) να μας προσαγάγει βιαίως σε καμιά επιτροπή Αληθείας. [§] Τέλος πάντων, όλα καλά θα πάνε. Κάποτε θα τα θυμόμαστε όλα αυτά, και θα ’ναι εκείνη η μακρά τελευταία μας στιγμή, που λέει και ο Μπόρχες, εκείνη η στιγμή που κρατά για πάντα, μια ακαριαία στιγμή πριν πεθάνεις. Που κρατά για πάντα. Και θα γελάμε.
Στήλες
Σήμερα θα πάμε στις πλατείες, θέλοντας και μη. Στο Μένουμε Ευρώπη. Όλα τα άλλα (οι παρατάσεις που γονυπετής θα παρακαλέσει να πάρει η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση των συντηρητικών που κυβερνούν, παρατάσεις που θα βουλιάξουν κι άλλο τη χώρα στα χρέη και στον αυταρχισμό) δεν μας αφορούν. Όχι σήμερα. Σήμερα, καλώς, κακώς, μά με αποτέλεσμα, μά με χωρίς αποτέλεσμα, μά επειδή το πιστεύουμε, μά επειδή θέλουμε να το πιστεύουμε, μά επειδή έτσι κι επειδή γιουβέτσι, θα πάμε στις πλατείες. Θέλουμε να μας δουν, και θέλουμε να μας βλέπουν. Και θα πάμε με τις μούρες μας φάτσα-κάρτα: να μας θυμούνται. Και θα πάμε με ονόματα. Εμένα με λένε Κυριάκο Αθανασιάδη, και θα ’μαι εκεί για να πω, όχι ότι θα μείνω στην πατρίδα μου την Ευρώπη, σιγά μη ρωτήσω τον φουκαράκο τον Σκουρλέτη για το πού θα ζω: θα ’μαι εκεί για να πω ότι δεν τους φοβάμαι. Έλα κι εσύ.
Πριν 3 χρόνια και κάτι μέρες είχα δημοσιεύσει αυτό σε ένα περιοδικό: [§] Έστω ότι σήμερα-αύριο συμφωνούν να συγκυβερνήσουν τα τρία «φιλοευρωπαϊκά» κόμματα: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, υπό τον (έστω…) Σαμαρά, κατά τη γενική απαίτηση όσων δεν έχουν τζογάρει σε μια, πάντα και πάντα πιθανή, έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη (με τα ζοφερά παρελκόμενά της). Απαιτείται: 1. Να πάψουν τη λαϊκιστική επωδό περί επαναδιαπραγματεύσεως του Μνημονίου Συνεννόησης, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, δεν είναι πιθανό, και θα οδηγήσει (κυρίως αυτό) τη χώρα σε μεγαλύτερες περιπέτειες βιωσιμότητας. 2. Να επικοινωνήσουν τη λύση του Μνημονίου σοβαρά, υπεύθυνα και με ειλικρίνεια. Το μονοπώλιο της καταγγελίας του ας δοθεί επιτέλους στην Αντιπολίτευση: ξέρει να το κάνει καλύτερα. Να συσταθεί επιτροπή σοφών (αλλά όχι πολύ σοφών, θέλει και εξυπνάδα) που να αναλάβει τη διαχείριση της επικοινωνίας — οι πολιτικοί δεν είναι ικανοί γι' αυτό. 3. Να έχουν κοινή γλώσσα στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες (αυτήν δηλαδή που εκ των πραγμάτων θα έχουν στις συζητήσεις με τους εταίρους και τους δανειστές μας), και να πάψουν να σκέφτονται τις επόμενες Εκλογές. Οι Εκλογές πρέπει να γίνουν το ’16. 4. Να προχωρήσουν άμεσα (μολονότι τα χρονοδιαγράμματα έχουν ήδη και προ πολλού παρέλθει) στις αναγκαίες Μεταρρυθμίσεις, διαφημίζοντας και προβάλλοντας τη χρησιμότητά τους για την επιβίωση της χώρας σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Το σύνθημα «Μεταρρυθμίσεις ή Γενικευμένη Φτώχεια» πρέπει να ακούγεται καθημερινώς. Αν δεν αρέσει η λέξη, να αλλαχτεί. Λέξεις υπάρχουν. 5. Να στοχοποιήσουν τις ομάδες ιδίων συμφερόντων που θα προσπαθήσουν να τσακίσουν ξανά τις Μεταρρυθμίσεις, ως αναχρονιστικές και ως δυνάμει φορείς δικτατορίας. 6. Να ξεκινήσουν με κάτι θεαματικό και εύκολα κατανοητό. Η Ευρώπη θα συνδράμει όσο μπορεί, κι ακόμη παραπάνω. 7. Να πράξουν. Να μη πολυμιλούν. Ειδικά ο Σαμαράς ας κάτσει κάπου ήσυχα να διακοσμεί το χώρο. Κι ο Βενιζέλος τα ίδια. Ας μιλάει ο Κουβέλης, που είναι μειλίχιος και νανουριστικός. 8. Να μη φοβούνται. Να μην υποχωρήσουν. Να μη πολυμιλούν. 9. Να κοιτάξουν, για μια φορά, πάνω από τον χαμηλό αμμόλοφο που μας ζώνει. 10. Να το κάνουν τώρα, και όχι αύριο. [§] Ξαναδιαβάζοντας το πρόχειρο κείμενο, με πιάνει απελπισία. [§] Χθες, πάλι, ανέβασα αυτό στο Facebook: [§] ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΑΣΟΚ, To Potami, Δημοκρατική Αριστερά, έπρεπε ήδη να είχατε τελειώσει με τα διαδικαστικά της κοινής και ενιαίας καθόδου των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων στις Εκλογές με στόχο το μπόνους των 50 εδρών. Οι συγκεντρώσεις «Μένουμε Ευρώπη» σάς ξεπέρασαν. Αρχηγός καθολικής αποδοχής μπορεί πολύ εύκολα να βρεθεί. Και ο χρόνος πια έχει σωθεί. Μετά το κραχ, δεν θα μπορέσετε, όχι να ενωθείτε, αλλά ούτε τα κόμματά σας να διατηρήσετε. Στις Εκλογές οφείλετε να κατεβείτε ενωμένοι. Αλλιώτικα, δεν ξέρω καν αν θα φτάσουμε ώς αυτές. [§] Ξαναδιαβάζοντας το πρόχειρο στάτους, και με δεδομένο ότι τέτοιες ανόητες εκκλήσεις έχω κάνει δεκάδες στο μεσοδιάστημα, με πιάνει μεγαλύτερη απελπισία. (Για να μην πω ότι έκανα μένσιον στα τέσσερα κόμματα, λες και θα με διαβάσουν ποτέ). [§] Γελοιότητες. [§] Σε λίγες ημέρες, το σκηνικό θα αλλάξει δραματικά. Τίποτε που έχει δρομολογηθεί να γίνει δεν σταμάτησε στη μέση: η Ιστορία δεν κατέχει από εξαιρέσεις. Οπλιστείτε με υπομονή και να κατεβάζετε ωραίες και χρήσιμες ιδέες. Θα τις χρειαστείτε. Επίσης, σήμερα βρείτε ένα ωραίο καφέ και πηγαίνετε εκεί με ένα βιβλίο για δύο ώρες, ή με καμιά Καθημερινή. Μην το αφήσετε για άλλη φορά. Είναι κάτι που θα σας μείνει. [§] ΥΓ. Αυτό είναι το πρώτο Ημερολόγιο που γράφτηκε πρωί· δεν ξέρω αν του φαίνεται, αλλά για κάποιο λόγο νομίζω ότι οφείλω να το πω. Χθες ήταν μια μέρα τρομερά κουραστική, και όχι μόνο γιατί πήγαμε στο Pride. Αν και δεν ξέρω τι έφταιξε. Ίσως ο καιρός. Ίσως όλο το κακό. Ίσως τίποτε.
Σήμερα μοιράζαμε πάλι —στο χαρτί, όχι στην πραγματικότητα· με τα χαρτονομίσματα της Μονόπολης, σαν να λέμε— τα λεφτά που μας έχουν απομείνει σε λογαριασμούς και δόσεις. Δεν έφταναν για όλα, φυσικά, μας έχουν σωθεί από ένα μήνα τώρα, πάνω-κάτω. Είπαμε να μην κάνουμε καμία κίνηση μέχρι το τέλος του μηνός, τσακωθήκαμε λίγο επ’ αυτού, δώσαμε εντέλει προτεραιότητα στο κινητό και στα έξοδα του σταθμού, μην τυχόν και μας κόψουν τη σύνδεση και δεν μπορούμε να εκπέμψουμε και μείνουν τόσοι άνθρωποι ξεκρέμαστοι, μετά πιάσαμε να κάνουμε τις δουλειές της ημέρας, και, πριν χωρίσουμε, η Κ. μού εκμυστηρεύτηκε γι’ αυτό το κάτι που της έπνιγε το λαιμό. Αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη. Μέσα μου ήταν σκιώδες μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά, και όταν έμεινα μόνος, ήρθε και μ’ έπνιξε και μένα. [§] Αν θέλετε να μιλήσω προσωπικά, εγώ δεν έχω πρόβλημα με τη φτώχεια. Ξέρω πως αντιμετωπίζεται και, μολονότι ήμουν πολύ νέος όταν τη βίωσα σε μεγάλη έκταση, την έζησα για τα καλά. Και πιο μετά βέβαια, αλλά τότε μόνο για κάποιες μέρες — ξέρετε, τότε που μετράς τα ψιλά και αναγκάζεσαι να μην καπνίσεις τη μάρκα σου, ή που μαγειρεύεις κάθε μέρα πλατάρια κοτόπουλου αγορασμένα από τη Βαρβάκειο, τόσο που τις τελευταίες μέρες το κάνεις γρήγορα-γρήγορα, μπουκώνοντας το στόμα σου, για να τελειώνεις μιαν ώρα αρχύτερα με το φαΐ. Δεν λέω αυτό· λέω για παλιά, τότε, ας πούμε, που τρεφόμουν μόνο με μπισκότα (Μιράντα Παπαδοπούλου: ένα πακέτο την ημέρα — και εκείνες δεν ήταν διπλά, ήταν μια στρώση μόνο) επί καιρό, ή ό,τι μπορούσα να βρω με μια ποικιλία από τρόπους, που δεν είναι της παρούσης. Ή τότε που πήγαινα και ερχόμουν από τη δουλειά με τα πόδια, μία ώρα πήγαινε, μιάμιση έλα, γιατί το λεωφορείο ήταν βαρύ έξοδο, ή πολυτέλεια, ή απλώς δεν υπήρχαν τα ψιλά για να κόψεις εισιτήριο. Ή που μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα πάνω-πάνω στο καλάθι του Δήμου ήταν ένα εξόχως δελεαστικό μπραντς. Όχι, για μένα δεν είναι η φτώχεια: είναι αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη και που σου πνίγει το λαιμό. Είναι η ανημπόρια, η αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας, η ονειρική σχεδόν κατάσταση κατά την οποία νιώθεις βαριά τα μέλη σου και νωθρό το πνεύμα σου — όταν δεν μπορείς να εφαρμόσεις τα σχέδιά σου, όταν κρατάς κάτι στα χέρια μα εκείνο γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά σου σαν το ολόγραμμα μιας χούφτας άμμου, όταν δεν είσαι καν σε θέση, όχι να «δημιουργήσεις», αλλά απλώς και μόνο να διαβάσεις — γιατί το μάτι μένει κολλημένο στην ίδια παράγραφο για ώρα, κι εσύ σκέφτεσαι (ένα μέρος του μυαλού σου σκέφτεται, αυτό που δεν παύει να να αγρυπνά, μα που τώρα ξύπνησε για τα καλά κι έπιασε βάρδια) αυτό το τρελό σκηνικό που στήθηκε και που ήρθε για να μείνει και για να τα θερίσει όλα — και για να τα θερίσει όλα για ένα γαμημένο καπρίτσιο. [§] Να μην τα πολυλογώ: το μεγάλο πρόβλημα το λένε μελαγχολία, και το λένε πίκρα. Και αδιέξοδο. Τη φτώχεια εγώ θα την αντέξω. Το να σπαταλάω τη μέρα μου αδυνατώντας να εργαστώ με την καρδιά πάνω σ’ αυτά που αγαπώ είναι που θα με τρελάνει.
Τρεις μέρες ακόμα. Πολλές πληροφορίες, από διάφορες μεριές. Αποκλίνουσες. Υπεραισιόδοξες οι περισσότερες. Λογικό: ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Δεν ξέρω καν αν θέλω να ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα, ίσως να βοηθούσε το αντίθετο — ίσως, από την άλλη, να έδινε στους εθνικιστές της κυβέρνησης ένα λόγο παραπάνω να κουμαντάρουν τον όχλο. Τη εξαιρέσει του αμετακίνητου Τσίπρα, που δεν ήθελε από μιας αρχής να αθετήσει τα λεγόμενά του, και δεν θα τα αθετήσει, κι ας λένε οι φίλοι ό,τι όμορφο θέλουν, ένα ξέρω: η χρεοκοπία εντός του ευρώ είναι συντετελεσμένη, και μένει απλώς να την πληροφορηθούμε και επισήμως. Το μέλλον είναι δυσοίωνο, και σκοτεινό, και μπλαβί από τη βία. Η Ελλάδα δεν θα μείνει Ευρώπη. Στην Ευρώπη θα παραμείνουν όποιοι το θέλουν, κατά μόνας. Υπάρχουν τρόποι, τους λέμε καθημερινά. Αλλά εμείς: εγώ κι εσύ· όχι η χώρα, η χώρα επέλεξε να γείρει για να κοιμηθεί πίσω από ένα Σιδηρούν Παραπέτασμα. Σκουριασμένο, και που κόβει.
Στη Θάσο. Πολύ κρύο, και δεν είχαμε πάρει ρούχα. Και του χρόνου, γεροί να ’μαστε. (Ο Α. έκανε μπάνιο, μπήκα κι εγώ για λίγες απλωτές στη θάλασσα. Τα κορίτσια πέρασαν όμορφα). [§] Στην Αθήνα έγινε η συγκέντρωση «Μένουμε Ευρώπη». Μερική επιτυχία. Μακάρι και να μέναμε. Αλλά — πάει.
Δεν θα γράψω Ημερολόγιο σήμερα. Μόνο δύο πράγματα. [§] Τους καιρούς που έρχονται, αν πρέπει να κάνουμε κάτι, είναι τούτο εδώ και μόνο: να προσπαθήσουμε με λύσσα να μη μοιάσουμε με ό,τι χειρότερο έχει να επιδείξει η περίοδος της Μεταπολίτευσης — να κόψουμε μαχαίρι τα «ελικόπτερα», που είναι καθαρά-καθαρότατα ο λόγος των ναζιστών, και τη συγγνωστή διάθεση, για να μην πω ανάγκη, «εκδίκησης». Δεν τίθεται κανένα τέτοιο θέμα, η κυβέρνηση εξουσιοδοτήθηκε διά της ψήφου μας να εφαρμόσει το πρόγραμμά της για τη χώρα, όχι για τους ψηφοφόρους της. Και μια ματιά στους λογαριασμούς των περισσότερων οπαδών τού ΣΥΡΙΖΑ στα social media κάθε τόσο δεν κάνει κακό: θα σας βοηθήσει να καταλάβετε τι πρέπει να αποφεύγετε. Αν το βρίσκετε χριστιανικό όλο αυτό, δεν σας φταίω εγώ. Σταματήστε με το λόγο μίσους, ο λόγος μίσους είναι φασιστικός. [§] Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ό,τι δεν έγινε μέχρι τώρα, αυτό το περίφημο φιλοευρωπαϊκό μέτωπο ας πούμε, δεν πέθανε, κι ας το θάψαμε με την ολιγωρία και την αμεριμνησία μας. Πατρίδα μας μπορεί να είναι μόνο η Ευρώπη. Να πάμε εκεί, ή να τη φέρουμε εδώ. Ή και τα δυο. Σε όχι πολύ καιρό, μέσα από τρικυμία μεγάλη, και με ελάχιστα (ελάχιστα όμως) εφόδια, οφείλουμε να εργαστούμε, και μάλιστα σκληρά, σάμπως να καθόμασταν μια ζωή και να πρέπει να προλάβουμε την πιο αυστηρή διορία. Αυτή η δουλειά είναι που θα μας εξευρωπαΐσει. Και άλλο τίποτε. Και να διαβάζετε πολύ, είναι δοκιμασμένο αυτό, και πιάνει: το φιλοευρωπαϊκό μέτωπο α το φτιάξουν πολύ διαβασμένοι άνθρωποι, όχι «φιλοευρωπαίοι». [§] (Είχαμε τον Ματσαγγάνη στην εκπομπή. Σπουδαίος άνθρωπος, ζηλευτός. — Η στήλη θα παύσει για πέντε ημέρες. Υπομονή, δύναμη και κουράγιο εύχομαι).
Μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους για τους οποίους αυτή η κυβέρνηση πρέπει να πέσει· μπορώ επίσης, πράγμα που είναι σχεδόν το ίδιο, να σκεφτώ πολλούς λόγους εξαιτίας των οποίων όσο παραμένει στην εξουσία πλήττει ολοένα και πιο τελεσίδικα και μη ανατάξιμα τη χώρα, τους πολίτες της, όλους όσους ζουν εδώ, καθώς και αυτήν ακόμη την ιδέα της Ευρώπης. Αλλά πολλοί από αυτούς τους λόγους έχουν να κάνουν με θέματα αμιγώς πολιτικά: η γενικευμένη οικονομική δυσπραγία σε συνδυασμό με την ανάταση του εθνικού ιδεώδους είναι ένας καλά δοκιμασμένος συνδυασμός, ένας παλιός, δυνατός τρόπος για να συντηρηθεί μία αυταρχική εξουσία στη θέση της — νιώθεται. Κάποιοι άλλοι λόγοι, βέβαια, δεν είναι πολιτικοί: η συμμαχία του εθνικολαϊκιστικού ΣΥΡΙΖΑ με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ είναι θέμα ηθικής τάξεως, για το οποίο οι συνειδητοποιημένοι και όχι ευκαιριακοί οπαδοί του Τσίπρα κλείνουν, δυστυχώς, μάτια, αυτιά και στόμα (και μύτη…), και θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εγείρουμε πολλές ενστάσεις. Μα και πάλι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, οπότε δεν έχουμε δικαώμα να μπαίνουμε ανάμεσά τους: η Δούρου αίφνης χαίρεται φανερά να κάνει παρέα με τον ίδιο τον Καμμένο —στον οποίο, μην ξεχνάμε, δόθηκαν τα τανκς, όσο και αν αυτό μοιάζει με σενάριο από κόμιξ (κόμιξ για παιδιά, απ’ αυτά που ένας παρανοϊκός villainμε χίλια ψυχολογικά προβλήματα ξεσπά την οργή του πάνω στον πληθυσμό, ιδρώνοντας, φτύνοντας και εκτοξεύοντας ακτίνες λέιζερ)—, ενώ, αν δεν είχαν δοθεί υπερεξουσίες στην Κωνσταντοπούλου, θα επιδείκνυε ορισμένως ίδια συμπεριφορά με τον Δημήτρη Καμμένο, μία επίσης θλιβερή περίπτωση ανδρός που κάποια στιγμή θα μας απασχολήσει πολύ, είμαι σίγουρος. Εκείνο όμως που προσωπικά με φοβίζει και με τρομοκρατεί όσο τίποτε είναι ο εξουσιαστικός-επιθεωρησιακός λόγος των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ: μπορεί μεν να θυμίζει την πολιτική που ασκούσαν τα τελευταία 5 χρόνια και μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, οπότε μικρό το κακό, θα έλεγε κανείς, αλλά όχι: δεν είναι πια το ίδιο πράγμα. Ένα μάτσο Αυριανές, χάρτινες, ηλεκτρονικές και τηλεοπτικές, παίζουν ένα βρόμικο, ύπουλο, ύποπτο παιχνίδι συναγελαζόμενες φανερά με την εξουσία, για την οποία δεν τρέφουν κανένα σεβασμό, σε τόσο αισχρό, τόσο οργουελικό βαθμό, που ξεπερνούν την ίδια και την υποτάσσουν στα συμφέροντά τους. Τα Μέσα που βομβαρδίζουν με γελοιότητες ή φρικωδίες τον κόσμο, ή που στρώνουν το δρόμο στη δραχμή, δεν είναι σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης, κι αυτό το κακό θα το βρούμε μπροστά μας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός και οι δικοί του δεν είναι σε θέση, τώρα, να το καταλάβουν — ίσα-ίσα, χαίρονται με το αδιανόητο Χωνί, φέρ’ ειπείν, που παρουσιάζει τον Σόιμπλε με αίματα, σακατεμένο. Αλλά ήδη υποκαθίστανται από τα τέρατα που τους πλαισιώνουν, κι αυτό θα σκάσει μια μέρα στα χέρια τους. Κι όταν θα σκάσει, δεν θα είναι συμφέρον για κανέναν· ούτε για μας που είμαστε αντίπαλοι της κυβέρνησης. Γιατί, και εκτός όλων των άλλων: αυτά τα ίδια Μέσα, με πρώτες τις τηλεοράσεις, είναι που έβαλαν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή. Αυτά τα ίδια Μέσα. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι.
Το να είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας δεν είναι εύκολο, και το να είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας επί τέσσερις δεκαετίες είναι ακόμη δυσκολότερο: δεν μπορείς να χάσεις, δεν γίνεται να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μείνει πίσω, να ξεπεραστεί, ή έστω να ξεκουραστεί — κι αυτός ακριβώς είναι ο συντομότερος και ασφαλέστερος δρόμος για την καταστροφή, όχι μόνο για την εκθρόνισή σου. Όταν είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας είτε δεν μπορείς να το αντέξεις επί πολύ, οπότε και καταρρέεις, είτε είσαι ο Στίβεν Κινγκ. Και, όταν είσαι ο Στίβεν Κινγκ, απλώς δεν μπορεί να σε αγγίξει τίποτε, και σίγουρα όχι οι φωνές διαμαρτυρίας κάποιων: «Έι! αυτό δεν ήταν τόσο καλό — έι! σε τούτο εδώ πρέπει να βαριόταν, δεν το νομίζετε κι εσείς;» Γιατί είναι φωνές κούφιες και άνευ σημασίας. Και αστείες. [§] Η Αναβίωση είναι ένα από τα βασικότερα μυθιστορήματα του Κινγκ (και από τα πιο ανατριχιαστικά), και μιλώ για το κόρπους του πλέον. Μπορεί μόλις να υπαινίχθηκα πως το έργο του είναι τόσο σημαντικό στο σύνολό του που είναι ανόητο να ξεχωρίζεις αρνητικά κάποια βιβλία —σαν να χαρακτηρίζεις μέτρια κάποια σχέδια με κάρβουνο του Πικάσο—, αλλά δεν ισχύει καθόλου το αντίθετο. Είμαι σίγουρος πως στο προσωπικό Top-10 πολλών από μας, αν όχι των περισσοτέρων, η Αναβίωση θα βρει σίγουρα μία θέση. Και είναι το βιβλίο εκείνο που, περισσότερο από πολλά άλλα, έχει τα φόντα να γεννήσει άλλη μια γενιά αναγνωστών της πρώιμης περιόδου του. Γιατί; Όχι βέβαια μόνο επειδή είναι μια ιστορία καλογραμμένη, λεπτοδουλεμένη, απλωμένη σε πέντ’-έξι δεκαετίες, με δεκάδες αξιομνημόνευτες φράσεις, από αυτές που ο δάσκαλος μας χαρίζει όλη μας τη ζωή με απλοχεριά, με χιούμορ, με ζωντάνια, με κριτική στην κρατούσα θρησκεία, με φαντασία συγκρατημένα αχαλίνωτη, με μια πλοκή σχεδόν αόρατη, που σιγά-σιγά, και ανεπαίσθητα, τυλίγεται γύρω από τους ήρωες και τους σφίγγει (και τους σφίγγει το λαιμό), με έναν κεντρικό χαρακτήρα φοβερής, σπάνιας δυναμικής, με ένα καταληκτήριο κρεσέντο τόσο έντονο, τόσο παθιασμένο και τόσο τρομακτικό όσο λίγα, καθώς τέτοια ή παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν και άλλα του μυθιστορήματα· και, αν μη τι άλλο, όλα τους είναι καλά δουλεμένα και καλά, πολύ καλά κουρντισμένα, σαν λεπτεπίλεπτοι, ακριβοί ωρολογιακοί μηχανισμοί. Όχι γι’ αυτά. Αλλά —μολονότι, ξαναλέω, είναι όλα αυτά, και άλλα πολλά ακόμη— γιατί εδώ ο Κινγκ, τη στιγμή που λες ότι είναι πια καιρός να αλλάξει, και να κάνει ίσως άλλα πράγματα, τη στιγμή κατά την οποία πράγματι κάνει μία αδιανόητη στροφή με την τριλογία που ξεκίνησε με τον καταπληκτικό Κύριο Μερσέντες, που δεν τον έβαλε απλώς στη χορεία των συγγραφέων Αστυνομικών θρίλερ αλλά απευθείας στην κορυφή τους, εδώ, στην Αναβίωση, βάζει το κεφάλι κάτω (και βουτάει και το δικό μας από το σβέρκο), σφίγγει πεισματάρικα τα δόντια και ξαναγυρνά για μια τελευταία και αποστομωτική φορά σε όλο του το παρελθόν, κορφολογώντας ό,τι χρειάζεται για —θα έλεγες— να ξεμπερδέψει οριστικά μαζί του: με τον καλό ή με τον δύσκολο τρόπο. Και δεν παίρνει στοιχεία μόνο από το δικό του λογοτεχνικό παρελθόν, και μάλιστα πολλά, ούτε αποκλειστικά από την προσωπική του πορεία, από το βίο του: από την παιδική του ηλικία μέχρι την ομολογημένη εξάρτησή του από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, ή από τη σχέση του με το ροκ, και τις ροκ μπάντες, μέχρι το πάθος του με τα αυτοκίνητα, για να αναφέρω μόνο δυο-τρία: παίρνει στοιχεία, και το κάνει φανερά, δεν το κρύβει, κάθε άλλο, από τα νεανικά του διαβάσματα, από τον τρόπο που τον σημάδεψαν (όπως σημάδεψαν για πάντα και μας, και μας πονάνε) και από το πώς ένιωθε όταν πρωτοταξίδεψε μαζί μ’ εκείνους τους συγγραφείς. Το κάνει να φαίνεται απλό, ιδίως όταν επαναλαμβάνει κάποιες κλασικές, στερεότυπες φράσεις του Λάβκραφτ (δεν εννοούσα μόνο αυτόν και τον Κύκλο του όταν είπα για νεανικά διαβάσματα, κυρίως είχα κατά νου τους μεγάλους Αμερικανούς, όπως τον Χόθορν και τον Μέλβιλ), αλλά δεν είναι. Είναι δύσκολο (και επικίνδυνο), και για λίγους. [§] Η Αναβίωση, για να μην τραβήξει σε μάκρος η παρούσα καταχώριση, είναι με δυο λόγια ο Μόμπι-Ντικ της Λογοτεχνίας Τρόμου, κοιταγμένος σε έναν σπασμένο παραμορφωτικό καθρέφτη.[§] (Αυτό εδώ δεν είναι ένα σημείωμα που είχε σκοπό να εξετάσει «σφαιρικά» το αδιανόητα ποιοτικό και πρωτότυπο έργο, και μάλιστα σε τόσο μεγάλες ποσότητες του Κινγκ, ίσα-ίσα. Αλλά μέσα στις σελίδες του Ημερολογίου θα αναφερθώ πάλι και πάλι σ’ αυτόν, εξ ανάγκης).
Δεν ξέρω γιατί διαβάζουμε. Ίσως να το κάνουμε απλώς από καλά μπηγμένη στον κοινωνικό ιστό γενετική συνήθεια, ίσως η ανάγνωση να είναι ένα meme, μία μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης, καθώς είναι κάτι που μας ακολουθεί, ή το ακολουθούμε, από τότε που δεν υπήρχαν τα βιβλία, για την ακρίβεια: από πολύ πιο παλιά, από τότε που δεν υπήρχε καν η γραφή ή και αυτή η ιδέα της γραφής, από τότε που υπήρχαν μόνο οι λέξεις-που-σκαρώνουν-τις-ιστορίες, εκείνες τις παλιές, παμπάλαιες ιστορίες που πάλιωναν γενιά τη γενιά ακόμη περισσότερο και που ψιθυρίζονταν κοντά στη φωτιά. Τότε, τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών. Γιατί, στ’ αλήθεια, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις ιστορίες: οι ιστορίες γέννησαν ακόμη και τους θεούς, όλους τους θεούς, τότε, τα πρώτα-πρώτα χρόνια, τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών, τότε που γεννήθηκε η μαγεία, που γέννησε με τη σειρά της τη θρησκεία, που γέννησε με τη σειρά της την τέχνη, που γέννησε με τη σειρά της καινούριες θρησκείες και καινούριους θεούς — και καινούρια μαγεία: από τους τραγικούς, μέχρι τον Τζόις. Ίσως λοιπόν να διαβάζουμε επειδή έτσι μάθαμε: όπως μάθαμε να περπατάμε, να οργώνουμε και να κυνηγάμε, ή να πολεμάμε και να φτιάχνουμε οικογένειες και πόλεις και νόμους — εντέλει: να επιβιώνουμε. Και για τον ίδιο λόγο κάνουμε και αφηγηματικές τελετές, τελετές που επαναλαμβάνουν μία χιλιομυριοειπωμένη ιστορία (μα πάντα νέα, πάντα νεογέννητη, και πάντα για μας, είτε είναι μια βάπτιση είτε μια τελετή αποφοίτησης), και για τον ίδιο επίσης λόγο παρακολουθούμε θεάματα: είναι το ίδιο κι αυτά με τις προφορικές ή γραπτές ιστορίες, είναι μια ανάγνωση που γίνεται αλλιώς, χωρίς να ακούς και χωρίς να διαβάζεις, απλώς κοιτώντας και, λιγότερο ή περισσότερο, συμμετέχοντας: οι μαγικές τελετουργίες γεννήθηκαν επίσης τον παλιό-παλιό καιρό των αρχέγονων φυλών, και γέννησαν τα θρησκευτικά μυστήρια, και όλα τα είδη θεάτρου, και τον κινηματογράφο, και την τηλεόραση, και τα games. Ίσως λοιπόν να βλέπουμε σινεμά επειδή έτσι μάθαμε: όπως μάθαμε να επιβιώνουμε. Την ανάγκη μας για κινηματογράφο γεννά μία μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης μπηγμένη στο μυαλό μας. Είμαστε όλοι μας παιδιά της μεταφοράς και της αλληγορίας, του μύθου και των διδαγμάτων, του φόβου και της εκδίκησης, του διαρκούς πολέμου με τη μοίρα, των συμπτώσεων, των μαγικών περιπετειών, των θρυλικών αναζητήσεων, των ερώτων ανάμεσα στους θεούς, και ανάμεσα στους θεούς και στη θνητή ανθρωπότητα, του θανάτου και της αιώνιας καταδίκης, των αενάων επαναλήψεων και των καινοφανών συμβάντων, όλων των στοιχείων που συναπαρτίζουν μια ιστορία — και φυσικά είμαστε παιδιά των τεράτων που κρύβονται στο σκοτάδι περιμένοντας να περάσεις από μπροστά σου για να σε φάνε, αν δεν τα σφάξεις πρώτος με το σπαθί σου. Γι’ αυτό διαβάζουμε ίσως, γι’ αυτό πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, γι’ αυτό μάς συγκινούν και έλκουν τόσο μα τόσο πολλούς από μας οι ταινίες και τα βιβλία τρόμου, φρίκης και χαμού: επειδή αυτά, ή κυρίως αυτά, συνδιαλέγονται καλύτερα με τα παλιά, τα αρχέγονα, τα πρώτα-πρώτα, κι επειδή θέλουμε αυτό το δεσμό με το παρελθόν, τον αποζητούμε, επειδή το παρελθόν είναι μία μήτρα ζωής, κάτι που γεννά, ενώ το μέλλον είναι μία ανοιχτή προς το μέρος μας χοάνη, βαλμένη στο τέλος αυτής της κατηφόρας όπου έχουμε παρασυρθεί και πέφτουμε — επειδή το μέλλον είναι θάνατος. [§] Αλλά πάλι δεν ξέρω.
Είναι μία και τέταρτο, τελείωσε η συνάντηση Τσίπρα-Μέρκλε-Ολάντ, θα ακολουθήσουν δηλώσεις. Αλλά δεν θα τις διαβάσω, θα ’μαι στο κρεβάτι και θα διαβάζω. Ταλαιπωρώ ένα βιβλίο μια βδομάδα τώρα, ίσως και παραπάνω, περιτρέχοντας χιαστί κάπου δέκα-είκοσι σελίδες κάθε βράδυ, με τα μάτια μου να κλείνουν — καθόλου τίμιο για το βιβλίο. Οπότε, δεν θα ακούσω πόσο κοντά είμαστε σε μια κοινή συμφωνία για παράταση του Μνημονίου, της Συμφωνίας, και όλων αυτών. Δεν πειράζει, ήμουν τις προηγούμενες Πέμπτες απίκο. Και θα είμαι και τη Δευτέρα εδώ, που θα λέγονται, πάλι, τα ίδια άλλα: «Οι αχρείοι δανειστές μάς εξαπατούν, θέλουν το κακό του ελληνικού λαού, δεν θα υποχωρήσουμε πίσω από τις κόκκινες γραμμές μας», μπλα-μπλα-μπλα. Σκέφτομαι όμως αυτά: [§] 1. Τη ρήξη επιθυμούσε, και τη ρήξη θα προκαλέσει, η Κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου. Πιστή στις προεκλογικές εξαγγελίες της, και χωρίς ιταμές υπαναχωρήσεις και κωλοτούμπες. Και παρά τις δεύτερες, κρυφές σκέψεις των ψηφοφόρων τού ΣΥΡΙΖΑ (όχι των ΑΝΕΛ, των ΑΝΕΛ δεν είναι ανόητοι, το πήγαιναν ντουγρού για «ηρωηκή εξοδος»), ότι τάχα άλλα έλεγαν κι άλλα θα ’καναν. Απλώς ήταν αρκετά αφελείς και αστοιχείωτοι —οι νυν κυβερνώντες, εννοώ— να πιστεύουν, εντελώς αδικαιολόγητα, πως θα τους δίνονταν χρήματα από την ΕΕ για να στηρίξουν τον πρώτο κρίσιμο χρόνο ένα νέο, αυταρχικό κράτος, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους: αυτό που θα έχτιζαν έτσι και είχε τελειώσει η αξιολόγηση από την προηγούμενη κυβέρνηση, οπότε και θα είχε συνεχιστεί η αθρόα χρηματοδότηση της χώρας. Χρήματα για να στηρίξουν το νέο αυτό πελατειακό-κομματικό-αριστεροακροδεξιό κράτος δεν πρόκειται να τους δοθούν, δεν υπάρχει «ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο» να γίνει κάτι τέτοιο. Και όσο για… μεταρρυθμίσεις και φιλευθεροποίηση της οικονομίας από τον Τσίπρα, συγγνώμη αλλά πρόκειται περί αστειότητος. [§] 2. Θα κληθούμε κάποια στιγμή (μακάρι βέβαια, όπως λέω πάντα με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, να πέφτω ολοκληρωτικά έξω) να αντιμετωπίσουμε το μεγάλο πρόβλημα της διαχείρισης της ανθρωπιστικής βοήθειας που θα έρθει στη χώρα. Το μοίρασμά της σ’ αυτούς που θα έχουν, όχι τη μεγαλύτερη, αλλά την πιο άμεση ανάγκη. Θα αφεθεί σε δαύτους μια τέτοια δουλειά; Ενδεχομένως ναι, γιατί είμαστε και αυτοκτονικοί τύποι, όπως συχνά στην ιστορία μας αποδεικνύουμε. Αλλά θα πρόκειται για τρομερό και τελεσίδικο έγκλημα, πολύ μεγαλύτερο από τα επαχθέστατα για τους φτωχούς, τους νέους και τους ανέργους μέτρα που προτείνουν οι κυβερνητικοί νόες στην Τρόικα. [§] 3. Διαρκές και πάγιο αίτημά μας για να μη φτάσουμε στο #2 πρέπει να είναι η συγκυβέρνηση από όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μαζί (όσο φιλοευρωπαϊκά είναι, τέλος πάντων: αλλά αυτά έχουμε, μ’ αυτά θα προχωρήσουμε και όχι με άλλα), η καθημερινή πολιτική πράξη των οποίων πρέπει να παρακολουθείται και να αξιολογείται από τους εταίρους μας βήμα το βήμα. Οι συντεχνίες (όπως αυτή των φαρμακοποιών, καλή ώρα) θα λυσσάξουν, αλλά στο τέλος θα ηττηθούν — και κάποια στιγμή θα καταλάβουν πως τους συνέφερε κι αυτούς το άνοιγμα της αγοράς. Και θα ηττηθούν γιατί: εν τη ενώσει η ισχύς. [§] Αυτά. [§] Δεν έχω ιδέα πόσα ετερόφυλα ζευγάρια υπογράφουν σύμφωνο συμβίωσης χωρίς να παντρευτούν, υποθέτω κανένα. Καλωσορίζουμε σαν πάγιο αίτημά μας τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ένα ημίμετρο, ένα παραθυράκι: οι άνθρωποι πρέπει να παντρεύονται πολιτικά όποιον θέλουν: γάμο θέλουμε, δεν θα μείνουμε στα σύμφωνα. Γάμο — ναι, αυτό το μικροστικό κατάλοιπο, όπως θες πες το.
Το πρόβλημά μου σήμερα δεν είναι που πέρασε άλλη μία μέρα κατρακύλας, άλλη μια μέρα κατήφορου προς το τέλος, με τους ίδιους θλιβερούς πρωταγωνιστές να φορούν τις περούκες τους και να μπογιατίζουν τα μάγουλά τους για ακόμη μία φορά. Δεν είναι που ο διασυρμός της χώρας παίρνει παραμάζωμα τον κάθε ένα από μας, χωρίς να μας ρωτήσει (άλλωστε, τι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε;), κάτι που θα συναντούμε διαρκώς μπροστά μας μέχρι το τέλος του βίου μας («Α, Έλληνας; Μάλιστα…). Δεν είναι που, μολονότι τα άρθρα ανθρώπων με πέντε δράμια μυαλό πολλαπλασιάζονται (κάλλιο αργά παρά ποτέ), η αποχαύνωση του πληθυσμού τα καθιστά απολύτως αόρατα και καταφανώς άσφαιρα, όσο και εκείνα τα πρώτα που φώναζαν και έδειχναν με το δάχτυλο σαν τον τρελό του χωριού. Δεν είναι που άρχισαν και οι πιο δύσπιστοι να καταλαβαίνουν (έφτανε μια φωτιά: είμαστε μικρός τόπος) ότι σε πολύ λίγο, μέσα στο επόμενο δίμηνο, θα βρεθούμε σε ασύλληπτα δεινή θέση, καθώς δεν υπάρχουν πλέον τα μέσα και οι πόροι να αντιμετωπιστούν, όχι οι εμπρησμοί, αλλά ούτε καν οι εποχικές πυρκαγιές. Ούτε είναι που όλη αυτή η πυρκαγιά θα σαρώσει τα νοσοκομεία και τα σχολεία και τους Δήμους, που δεν θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν, όχι αξιοπρεπώς, αλλά να λειτουργήσουν απλώς. Δεν είναι που τα υψηλόβαθμα στελέχη των διεθνών οργανισμών εγκαταλείπουν ένας-ένας τον αγώνα απέναντι στη λαίλαπα της μικρονοϊκής αδιαλλαξίας και του τουρκομπαρό ακκισμού, ή υποπτευόμενα πως σ’ αυτό τον δούρειο ίππο, τον στραμμένο προς το εσωτερικό της χώρας, ίσως κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και μοιραίο. Δεν είναι καν η κούραση από τη δουλειά, και η αδυναμία μου να προλάβω την ημερομηνία παράδοσης παρά τα καθημερινά δωδεκάωρα. Δεν είναι όλα αυτά. Είναι πάνω απ’ όλα που δεν έχω καπνό —κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο εδώ και μισή ώρα— και καμία δύναμη να ψάχνω για διανυκτερεύον περίπτερο. Η κόπωση υπερτερεί της έξης, και θα κοιμηθώ με το στόμα μου να διαμαρτύρεται και το μυαλό μου να αρνείται να λειτουργήσει. Εδώ που τα λέμε, απορώ πώς έγραψα κι αυτές τις σκάρτες τριακόσιες πενήντα λέξεις: χωρίς τσιγάρο, δεν μπορώ, κι ούτε θέλω, να γράφω. Κι ούτε θέλω.
Οποιοσδήποτε σπεκουλάρισε πάνω σε ανθρώπους που φύγαν —κι εδώ αναφέρομαι στους «νεκρούς τής ΕΡΤ», το μεγαλύτερο χυδαιολόγημα που ακούστηκε ποτέ — λυπούμαι πολύ αλλά δεν είναι ιδεολογικός αντίπαλος, δεν είναι συμπολίτης με τον οποίο αναγκαστικά θα συμπορευτώ και μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια θα συγκρουστώ όταν —οσονούπω— γκρεμιστεί το καθεστώς των εθνικολαϊκιστών και επανέλθει η χώρα στην επίσης φυσιολογική της παθογένεια, με φτώχεια και με κακομοιριά και με ελπίδα, αλλά επικίνδυνος εχθρός από τον οποίο οφείλω να προστατευτώ παντί τρόπω ο ίδιος, και να προστατεύσω από δαύτον και άλλους. Όποιος σπεκουλάρει πάνω σε νεκρούς (η κολοσσιαία βρομιά με την εκμετάλλευση των αυτοκτονιών συνανθρώπων μας για να καταλάβει την εξουσία η κάθε Μακρή και ο κάθε πολιτικαντίσκος δεν είναι κάτι που θα ξεχαστεί κάποτε, όπως ποτέ δεν πρέπει να βυθίζεται στη λήθη καμία προσβολή νεκρού) είναι αυτόχρημα κοινωνικά επικίνδυνος και ικανός για τα πάντα: είτε πολιτευτής είναι αυτός, είτε ακόμα χειρότερα ένα ανθρωπάκι που παρακαλάει για το μεροκάματο. Είναι ένα πρόβλημα αυτό με τον απολυταρχισμό, και, για μας που θεωρούμε κάθε πολιτική βία φασιστική, το μεγαλύτερο της δημόσιας, ας την πούμε έτσι, ζωής μας: από ένα σημείο και μετά, ιδίως δε μετά την ήττα του, αλλά και πιο πριν, κατά τη διάρκεια της πάλης εναντίον του, ο απολυταρχισμός, η πολιτική τρομοκρατία, σε φτύνει στο στόμα και σε κάνει σαν τα μούτρα της. Μ’ αυτά τα πράγματα θα κληθούμε να παλέψουμε με τον εαυτό μας, και απ’ αυτά συχνά θα ηττώμεθα κατισχύοντας επί των προαναφερομένων. [§] Καμία όρεξη για Ημερολόγιο σήμερα, καμία απαντοχή, κι όχι μόνο επειδή δούλευα ώς αργά: πού και πού, η αίσθηση ότι κάποιοι βάζουν μπενζίνα στα τρίκυκλα των νέων Γκοτζαμάνηδων χτίζοντας μεθοδικά ένα νέο παρακράτος απλώς σε απομακρύνει από τον υπολογιστή και, για να ξεδώσεις, σε παρακινεί να χαϊδέψεις περισσότερο ένα σκυλί και να βυθίσεις τη μούρη σου στη γούνα του, για να αναπνεύσεις.
Στην εκπομπή που τυχαίνει και έχουμε στο ραδιόφωνο, ρωτώ κάθε Κυριακή τον κεντρικό καλεσμένο (και είναι όλοι τους κορυφαίοι: πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί) τι πιστεύει πως θέλει στ’ αλήθεια η κυβέρνηση. Μηδενός εξαιρουμένου, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο απαντούν, όλοι μα όλοι δεν κρύβουν την πεποίθησή τους ότι, μά έτσι μα αλλιώς, στο τέλος το κυβερνών κόμμα (εννοώ τον ΣΥΡΙΖΑ) θα συρθεί σε μία συμφωνία με τους εταίρους της χώρας. Ξαναθέτω, με άλλα λόγια, την ίδια ερώτηση, και πλέον την απαντούν αμεσότατα: ναι, αυτό ήθελαν εξαρχής τα γηραλέα παιδιά που πιάσαν τα πόστα, απλώς το ήθελαν με τους δικούς τους όρους, μα εντέλει είναι ηλίθιοι και υποπίπτουν σε αδιανόητα για έναν οποιοδήποτε σοβαρό άνθρωπο λάθη, εξ ου και η σωρεία (10/10) λανθασμένων επιλογών στις so called διαπραγματεύσεις — οτιδήποτε άλλο, λένε, στερείται λογικής, η ρήξη θα τσάκιζε το μηχανισμό του Τσίπρα και των συνεταίρων του, όχι για μια ή δυο τετραετίες, αλλά για πάντα, για τις μέλλουσες γενεές, άπαξ διά παντός. Το ομολογώ: οι ώρες της εκπομπής είναι οι ώρες της εβδομάδας κατά τις οποίες, ακούγοντας τις τέτοιες αναλύσεις, που στ’ αλήθεια εδράζονται στον Ορθό Λόγο, το ηθικό μου αναπτερώνεται και που μπορώ, για μια φορά, να ηρεμήσω κι εγώ σαν άνθρωπος. Κι ας μη συμμερίζομαι αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα — δυσάρεστη μόνο υπό την έννοια ότι, προφανώς-προφανέστατα, κάθε λάθος του πρωθυπουργού, κάθε βλακεία τού ΥΠΟΙΚ και κάθε ξετσίπωτη παρόλα τού ΗΕΘΑ Καμμένου και όλων των υπολοίπων απίθανων γραφικών χαρακτήρων αυτής της τραγικωμωδίας μόνο αποτέλεσμα έχουν να ρίξουν με τις χούφτες και με τη σέσουλα και με το φτυάρι φτώχεια και κακομοιριά σε εκατοντάδες χιλιάδες ήδη ταλαιπωρημένους από την Κρίση ανθρώπους (π.χ.: κάθε μήνας χωρίς υπογραφή Μνημονίου σημαίνει έναν επιπλέον χρόνο με τουλάχιστον δύο ΕΝΦΙΑ κατά κεφαλήν, συν ένα γήπεδο νέους ανέργους). Δεν τα συμμερίζομαι όλα αυτά γιατί (κι αν το έχω γράψει και χιλιοξαναγράψει… με σιχαίνεται η ψυχή μου από την επανάληψη) οι πελταστές επικυρίαρχοι επιζητούν τη χρεοκοπία, το κραχ, τη δραχμή, και τη συνακόλουθη έξοδο της Ελλάδας από καθετί δυτικό. [§] Ποιος έχει δίκιο; Για όνομα του Θεού, ελπίζω όχι εγώ. [§] Σήμερα (ή τέλος πάντων χτες) είχαμε τον Παντελή Καψή, και ήταν καταπληκτικός. Κι εγώ, φυσικά, υπέφερα από τρακ, για μισή ώρα πριν τον βγάλουμε, και για μισή ώρα μετά. Και σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας. [§] Βρέχει όλη μέρα σήμερα, και θα βρέχει κι όλη νύχτα. Και, με τη βροχή να πέφτει, όλοι θα περιμένουμε το καλύτερο, όλοι θα στοιχηματίζουμε στο αισιόδοξο σενάριο, όλοι θα παρακαλάμε να ’χουν δίκιο όσοι μιλούν με σιγουριά για το καλό και όχι για τ’ άδικο. Αμήν. [§] Αμήν. [§] Η Κ. έγραψε για ένα νουάρ του αμερικάνικου Νότου, θα το διαβάσω κι εγώ: https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10153062452073208&set=a.95809018207.88162.610398207&type=1&theater.
Οι νεκρές φύσεις στη ζωγραφική: δεν είναι απαραίτητο να παίζει κεντρικό ρόλο μια ψόφια πάπια στον πίνακα, ένα μπολ με φρούτα αρκεί· ή ένα μπουκέτο λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια έχουν αρχίσει να μαραίνονται ήδη από τη στιγμή που κόπηκαν από το βλαστό, και τα φρούτα να σήπονται. Συχνά, μια μύγα ή άλλο έντομο περπατάει επάνω τους, μια σαύρα χαρχαλεύει τη γύψινη προτομή κάποιου παλιού νεκρού, τονίζοντας τη δραματικότητα της σήψης: του θανάτου. Οι νεκρές φύσεις φαινομενικά μόνο δείχνουν την ευμάρεια του αόρατου ιδιοκτήτη. Είναι έργα με υψηλή ειρωνική αξία, καθώς παρουσιάζουν τον υλικό πλούτο να έχει κιόλας περιέλθει στο βασίλειο του θανάτου. Κάπου εκεί μέσα, αν παρατηρήσεις σωστά, βαθιά στο πιο σπαρταριστό άνθος, θα δεις τα σκουλήκια να μασούν περιστρεφόμενα τις ίνες, να απομυζούν τον φρέσκο χυμό, να δοξάζουν διά της θλιβερής ζωής τους το χαμό. Η μεταπολιτευτική πινακοθήκη της Ελλάδας δίνει άπειρα παραδείγματα νεκρών φύσεων, ήδη από τα εορταστικά χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου, για να περάσει από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες προσωπικότητες του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, καταλήγοντας θριαμβευτικά στη δεκαετία που είχε στο κέντρο της τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δω εκτεθειμένες σε γκαλερί μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες: τη Νεκρή Φύση του ελληνικού τρόπου. Κάποιοι επιμελητές, κάποια στιγμή, είμαι σίγουρος πως θα την ετοιμάσουν. [§] Έμαθα σήμερα από σύμπτωση πως μπαίνω στο Διαδίκτυο εδώ και μία δεκαπενταετία — νομίζω όχι πολλά χρόνια σε σχέση με άλλους της ηλικίας μου, ή και τουλάχιστον μια δεκαετία μικρότερους. Συμπτώσεις: Διάβαζα για μια εκδήλωση στην οποία θα μιλήσει μεθαύριο ο Βασίλης Μπαμπούρης, ρέκτης της Λογοτεχνίας Τρόμου, ανθολόγος, μεταφραστής και μέγας ειδικός. Από αυτόν έμαθα το 1999 τον σχετικώς άσημο συγγραφέα Τόμας Λιγκότι, του οποίου έβγαλα μία συλλογή ποιημάτων το 2002 (Έχω ένα ξεχωριστό σχέδιο γι’ αυτό τον κόσμο), ενώ διατήρησα μαζί του και μία αραιή ηλεκτρονική αλληλογραφία για μερικά χρόνια. Ο Λιγκότι δεν εμφανίζεται ποτέ στον Τύπο, ελάχιστες μόνο φωτογραφίες του έχουν κυκλοφορήσει λαθραία (πάσχει από αγοραφοβία, είναι με αγωγή), όπως ακριβώς κάνει και ο Πίντσον. Στην Αθήνα έχουμε Εβδομάδα Τόμας Πίντσον τούτες τις μέρες. Το σχετικό με τον Λιγκότι φόρουμ, στο οποίο ο ίδιος δεν έπαιρνε μέρος, ήταν το πρώτο στο οποίο έγινα μέλος. Θυμάμαι ακόμη τη λαχτάρα μου να δω και να μάθω. Θυμάμαι πώς ήμουν, πώς σκεφτόμουν, τι ένιωθα: πάνω-κάτω, ό,τι ακριβώς και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Εννοώ, αισθάνομαι ο ίδιος απολύτως με τότε. Θυμάμαι, δε, το καθετί τόσο καθαρά, λες και όλα αυτά έγιναν χθες. Κι όμως: πέρασαν δεκαπέντε γεμάτα χρόνια. Όχι πολλά για την ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια, όχι πολλά γενικά, ναι — αλλά αρκετά για να γεράσουν έναν άνθρωπο. Κι όμως: είμαι ο ίδιος. Ίσως μάλιστα να ’μαι ο ίδιος με τον ακόμη μία δεκαπενταετία νεότερο εαυτό μου. Ίσως από ένα σημείο και μετά, ας πούμε από τα δεκαεφτά με είκοσι, να μη μεγαλώνουμε άλλο. Μόνο εκείνο το σκουλήκι περιστρέφεται μέσα μας, δαγκώνοντας και απομυζώντας. Είμαστε νεκρές φύσεις. [§] Δούλευα πάλι ώς αργά, η δουλειά που κάνω αυτές τις μέρες είναι πραγματικά δύσκολη, σκέτο σκότωμα, αλλά σταμάτησα όταν άρχισε το ματς. Από το τέταρτο λεπτό και μετά ήμουν με τη Γιουβέντους. Δεν έχω κερδίσει ποτέ μου κανέναν Τελικό. Ούτε Εκλογές. [§] Η Κ., ο Α. και η Φ. κοιμούνται από ώρα, στον καναπέ.