Ο Μάριος Βάρβογλης (Βρυξέλλες 1883 - Αθήνα 1967) ήταν έλληνας συνθέτης. Θεωρείται ένας από τους δημιουργούς της σύγχρονης νεοελληνικής μουσικής σκηνής, μαζί με τον Αιμίλιο Ριάδη, τον Διονύσιο Λαυράγκα, τον Γεώργιο Λαμπελέτ και τον Μανώλη Καλομοίρη. Η συνέντευξη δόθηκε στον Ελεύθερο Λόγο, 19 Ιουλίου 1923, στον λογοτέχνη (και γιατρό) Άγγελο Δόξα (1897-1985).
Στήλες
Στα χρόνια 1903-1908, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε έστειλε δέκα γράμματα σε έναν άγνωστο νεαρό θαυμαστή του που του είχε ζητήσει να αξιολογήσει τα ποιήματά του. Τα γράμματα δημοσιεύθηκαν το 1929 σε ένα βιβλίο με τίτλο Γράμματα σε έναν νέο ποιητή και, έκτοτε, κατέχουν τη θέση μιας συνόψισης των αντιλήψεων του Ρίλκε για την ποιητική, αλλά και για την ίδια τη ζωή.
Σελίν, Θάνατος επί πιστώσει. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025, 686 σελ.
Το κράτος, η παιδεία, οι επιχειρήσεις, η δημόσια διοίκηση, η οικονομία, η πολιτική, τα πιστεύω και τα σύμβολα των ανθρώπων δεν είναι παρά ογκόλιθοι ψευδαισθήσεων. Ο Σελίν δεν έκρυψε ποτέ τον μηδενισμό του. Και ο μηδενισμός του δεν καταλήγει εν προκειμένω νιτσεϊκός, περιμένοντας ένα μέλλον που θα καθοδηγηθεί και θα ευεργετηθεί από τη βούληση του υπερανθρώπου, αλλά εντελώς γήινος, αν όχι και κάτω από τη γη, σε μια λασπερή τρύπα η οποία καταπίνει το σύμπαν.
Ζίγκμουντ Μινέικο, Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος. Η ματιά ενός Πολωνού μηχανικού στο ζήτημα της Β. Ηπείρου (1914-1916), μεταγραφή - μετάφραση: Αναστασία Χατζηγιαννίδη, εισαγωγή - σημειώσεις: Νίκος Σαραντάκος, Ρόπτρον, Αθήνα 2025, 224 σελ.
Πολλά είναι τα σημαντικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας που παραμένουν στην σκιά, όπως αυτά της Ηπείρου του 1914-1918. Το βιβλίο Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος του Ζίγκμουντ Μινέικο ή Σιγισμούνδου Μινέικου, όπως μεταφέρθηκε στα ελληνικά εκείνης της εποχής, έρχεται να φωτίσει πλευρές αυτού του κενού.
Συνέντευξη της ποιήτριας και συγγραφέα Γαλάτειας Καζαντζάκη (1881-1962) στον Φώτο Γιοφύλλη, στον Ελεύθερο Λόγο, 16 Ιουλίου 1923.
Είναι εδραιωμένη η πεποίθηση ότι η Τέχνη και η Επιστήμη διαφέρουν ως προς το αντικείμενό τους και ως προς τον τρόπο με τον οποίο το χειρίζεται η καθεμιά. Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν ότι οι τροχιές αυτών των δυο δραστηριοτήτων, συχνότατα, τέμνονται.
Στο προηγούμενο σημείωμα παρουσιάσαμε τη θεωρία του ελβετού βιοχημικού Χανς Κουν. Όπως και ο Άιγκεν, ο Κουν διατυπώνει ένα σενάριο βασισμένο σε ορισμένες αποδοχές, όπως η υπόθεση ότι τα ριβοπυρηνικά οξέα (RNA) ανήκαν στα πρώτα μακρομόρια που εμφανίστηκαν και ότι τα πρώτα πολυπεπτίδια, η κλάση των χημικών ενώσεων στην οποία ανήκουν και τα πιο πολύπλοκα οργανωμένα μόρια των ενζύμων και άλλων πρωτεϊνών, ήταν στην αρχή αποτέλεσμα της καταλυτικής δράσης του RNA. Η διαφορά ανάμεσα στη θεωρία του υπέρκυκλου και στο σενάριο του Κουν είναι ότι, στο τελευταίο, οι διαδικασίες που οδηγούν στην εμφάνιση αυτών των μακρομορίων λαμβάνουν χώρα σε ένα ανομοιογενές περιβάλλον, στο μεταίχμιο δηλαδή ανάμεσα σε μια υγρή και σε μια στερεή φάση, η οποία δρα ως καταλύτης των πρώτων βιοχημικών αντιδράσεων. Όπως είδαμε, το σενάριο του Κουν απέναντι στο σενάριο του Άιγκεν παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία όμως δεν αρκούν για να εξηγηθούν πλήρως θεμελιώδη γνωρίσματα που είναι κοινά σε όλα τα έμβια όντα.
Ο Δημήτρης Ταγκόπουλος (1860-1926), λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος, συνδέθηκε και ταυτίστηκε με την έκδοση του Νουμά, του σπουδαίου περιοδικού που στάθηκε ο μεγάλος υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας. Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε στον Φώτο Γιοφύλλη (Ελεύθερος Λόγος, 2 Ιουλίου 1923).
Ό,τι σχεδόν γνωρίζουμε στις νευροεπιστήμες τελικώς ανάγεται στην έρευνα, αλλά και στην καλλιτεχνική ματιά ενός επιστήμονα που τον βοήθησε να μη χαθεί στην πολυπλοκότητα του Νευρικού Συστήματος ώστε να «δει» την ενοποιητική αρχή που το διέπει.
Την 19η Οκτωβρίου του 1800, δύο πλοία του Γαλλικού Ναυτικού, ο Γεωγράφος και ο Φυσιοδίφης, απέπλεαν από το λιμάνι της Χάβρης έχοντας βάλει πλώρη για τις ακτές της Νέας Ολλανδίας – όπως τότε ονομαζόταν η Αυστραλία. Η αποστολή, που είχε οργανωθεί κατ’ εντολήν του Ναπολέοντα, αποσκοπούσε στην επέκταση της γαλλικής επικράτειας στην Ωκεανία και, για το λόγο αυτό, στο πλήρωμα, εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό, περιλαμβάνονταν γεωγράφοι, ζωολόγοι και βοτανολόγοι που με την άφιξή τους στην ήπειρο θα χαρτογραφούσαν την περιοχή και θα μελετούσαν τη Φυσική Ιστορία της.
Η συνέντευξη αυτή είναι ιστορική. Δόθηκε στον γερμανό δημοσιογράφο Βίλεμ Όττο, το 1905. Την εντόπισε το Ελεύθερον Βήμα 31 χρόνια αργότερα. Η σύνταξη της εφημερίδας επικοινώνησε με τον γερμανό δημοσιογράφο, ο οποίος έστειλε τις απαντήσεις του Βενιζέλου στην ελληνική εφημερίδα. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκαν στις 3 Απριλίου 1936, 15 μέρες μετά τον θάνατο του δημοφιλούς έλληνα πολιτικού. Οι απαντήσεις είναι σαφείς και ευθείες. Επικρίνει τόσο τον πρίγκιπα Γεώργιο (Ύπατο Αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας από το 1898 έως το 1906, σύζυγο της Μαρίας Βοναπάρτη), όσο και την ελληνική κυβέρνηση για τη στάση τους στο κρητικό ζήτημα.
Άρης Ι. Ξενόφος, Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν, Κέδρος, Αθήνα 2025, 52 σελ.
Το παιχνίδι, το οιοδήποτε παιχνίδι, δεν ενδιαφέρει –και δεν θα μπορούσε να ενδιαφέρει– την αγάπη επειδή το περιεχόμενό της είναι δραματικό και θέλει να μιλήσει πρωτίστως για τους άγονους αγώνες της (ακόμα κι αν ευοδώνεται) και για το θάνατο.
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982) υπήρξε ένας μεταρρυθμιστής της εκπαίδευσης, που μεταξύ άλλων συνέβαλε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Εργατικός και με πολλά βιβλία εκλαΐκευσης πτυχών της φιλοσοφίας και γνωριμίας με το έργο σημαντικών ελλήνων λογοτεχνών, ο Παπανούτσος ήταν αγαπημένος των εφημερίδων που επιδίωκαν μια συνέντευξη μαζί του. Μια τέτοια συνέντευξη, στη Μαίρη Παραπονιάρη, δημοσιευμένη στην εφημερίδα Ακρόπολις της 5ης Νοεμβρίου 1978 δημοσιεύεται παρακάτω:
Η Εβδομάς, έτος Η, περίοδος Δευτέρα, τεύχος 44, 21 Δεκεμβρίου 1891
Το Μικρό και το Μεγάλο σήμερα δεν αναφέρεται ως μεγάλο σε ένα μυθιστόρημα ή άλλο πεζογράφημα, αλλά σε ένα τεύχος ενός παλιού περιοδικού, της Εβδομάδος.
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω;, Περισπωμένη, Αθήνα 2025, 61 σελ.
Ο ποιητής αντί να ανατρέξει, να αναλογιστεί και να μνημονεύσει, αντί να χύσει για άλλη μία φορά δάκρυα για το σβησμένο επαναστατικό ήθος, προτιμά να φωνάξει και να εκραγεί, εγκαταλείποντας τα πάντα και λατρεύοντας μόνο αποκαΐδια.