Τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα έχουν την —πολύ μεγαλύτερη από το να υπερψηφίσουν το νέο Μνημόνιο— ιστορική ευθύνη να συνασπιστούν εκλογικά κάτω από μία υπερκομματική πλατφόρμα, και με έναν κοινής αποδοχής πρόεδρο (νομίζω πως όλοι ξέρουμε ποιος θα μπορούσε να ήταν, αλλά αν θέλουν να μας εκπλήξουν ευχάριστα ας το κάνουν), ώστε να διεκδικήσουν με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας την πρωτιά στις ερχόμενες Εκλογές, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατεβεί διαιρεμένος μετά το συνέδριό του στα δύο. Δεν έχουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτούς: είμαστε γυμνοί. Εξ ου και θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να προτείνουν και μετεκλογική συνεργασία με το δεύτερο τη τάξει κομμάτι τού ΣΥΡΙΖΑ, που καταπώς φαίνεται θα έχει αρχηγό του τον Τσίπρα. «Μα, ποιον; Αυτόν που μας κατέστρεψε και έφερε τα capitalcontrols, τις ουρές στα ΑΤΜ, τις κρατικά ελεγχόμενες εισαγωγές και τα βαρύτερα μέτρα που μπορούσαμε να δούμε στους εφιάλτες μας;» Ναι, αυτόν. Η αντιπολίτευση πρέπει να είναι μασίφ αντιευρωπαϊκή, με όλους τους τρελούς αντάμα. Και ο Τσίπρας θα κάνει πολύ μεγαλύτερο κακό εκτός κυβερνήσεως. [§] Όλο το παιχνίδι, με το Μνημόνιο, τα μέτρα που πρέπει να αμβλυνθούν και τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να εμπεδωθούν, θα παιχτεί μετά τις Εκλογές, με τη νέα κυβέρνηση. [§] Zoe delenda est.
Στήλες
Ένας φόβος: Φοβάμαι το Grexit πριν το πούνε έτσι, από το ’10. Και γράφω γι' αυτό από τότε. Μονομανιακά. Είδα έναν-έναν όλους τούς καταγεγραμμένους και πολλάκις δημοσιευμένους φόβους μου να επιβεβαιώνονται. Έναν-έναν, όλους. Πρώτον αυτό. Δεύτερον: πριν από δυο-τρεις μήνες, πολλοί από τους καλύτερους και εξυπνότερους φίλους μου γελούσαν με την πιθανότητα ενός δημοψηφίσματος, ή, το χειρότερο, εάν τους ενέπλεκες με το στανιό στη συζήτηση και τους ζητούσες να μιλήσουν γι' αυτό, έβλεπες ότι δεν ήταν δυνατόν να περάσει καν από το νου τους το πιθανό ενδεχόμενο ότι ο Τσίπρας θα επέλεγε το ΟΧΙ. Αυτά, ξαναλέω, όχι πέρσι και πρόπερσι, αλλά φέτος την άνοιξη. Αγνοούσαν, και δεν συζητούσαν ούτε γι’ αστείο, το προφανές, αυτό για το οποίο βοούσε το σύμπαν. Γι’ αυτό φοβάμαι. Για την ακρίβεια: γι’ αυτό τρέμω. Και, αδυνατώντας να κάνω συναλλαγές με τον Έξω Κόσμο (έστω: να ψωνίσω ένα βιβλίο, ένα περιοδικό), τρέμει το είναι μου. Αν τα ξένα Μέσα, Θεέ μου, δεν διέθεταν δωρεάν online το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου τους, με τα capital controls δεν θα είχαμε σήμερ καμία απολύτως ενημέρωση. Καμία! [§] Μια στάλα αισιοδοξία: Την αντλώ από την επισημοποίηση της σύγκρουσης ανάμεσα στον Τσίπρα και τους πρώην συντρόφους του δραχμιστές. Κυρίως όμως την αντλώ από την επισημοποίηση της επικοινωνίας τού Grexit ως απευκταίας και καταστροφικής κατάστασης από τον μόνο που μπορεί να το κάνει σήμερα: από τον Πρωθυπουργό — άλλον δεν έχει η χώρα, και δεν θα έχει για πολύ καιρό, μη γελιόμαστε. Μόνο ο Τσίπρας μπορεί να πείσει τους παραπλανημένους ψηφοφόρους του ότι τους έλεγε επί μακρόν ψέματα, και μάλιστα χωρίς να υποστεί ο ίδιος υπολογίσιμη ζημιά. Μας συμφέρει κάτι τέτοιο όλους εμάς που θέλουμε την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ, δηλαδή στην Ευρωζώνη, δηλαδή στην Ευρώπη, δηλαδή στη Δύση; Η γρήγορη απάντηση είναι: προφανώς. Και η λιγότερο γρήγορη είναι αυτή: αν έκανε το αντίθετο, ο Τσίπρας θα οδηγούσε την Ελλάδα στον απομονωτισμό διά της ψήφου των πολιτών. Επιθυμώ όσο τίποτε την ένωση όλων των βρόμικων δραχμικών δυνάμεων σε ένα μπλοκ: χρυσαυγίτες, Λαφαζάνηδες, Βαρουφάκηδες, Ζωές, μαζί με τους γραφικούς ιδεολόγους. Θα λιώσουν από τη μοναξιά, δεν θα τους υπολογίζει κανείς: θα είναι πάντα λούμπεν. Αυτά. [§] Αντιγράφω αυτούσιο, τώρα, το ποστ του Σταύρου Τσακυράκη, με το οποίο δεν χρειάζεται να πω πόσο συμφωνώ: [§] «Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση γνωρίζουν πολύ καλά ότι η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου δεν μπορεί να παραμένει Πρόεδρος της Βουλής. Είναι ακατάλληλη για να διευθύνει όχι τις εργασίες του νομοθετικού οργάνου αλλά οποιουδήποτε συλλογικού σώματος, ακόμη και μιας συνέλευσης ιδιοκτητών πολυκατοικίας. Τα συνεχή εριστικά και προσβλητικά σχόλιά της προς κάθε ομιλητή είναι ενδεικτικά της βαθιάς δυσανεξίας της προς το διάλογο και τη δημοκρατία, της απόλυτης αδυναμίας της να αντιληφθεί ότι είναι δυνατόν να υφίστανται απόψεις αντίθετες με τις δικές της. Την ανικανότητά της να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του θεσμικού της ρόλου εμμέσως την παραδέχθηκε και η ίδια, αφού στις δύο τελευταίες σημαντικές συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής αρνήθηκε (ευτυχώς) να προεδρεύσει. [§] Εκτός από το γεγονός ότι μετατρέπει κάθε συνεδρίαση της Βουλής σε επεισοδιακή διαδικασία, η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα ασκώντας προσωπική πολιτική, αντίθετη με αυτήν της κυβέρνησης. Η παιδαριώδης ιστορία με το χρέος είναι το πλέον τρανταχτό παράδειγμα. Τη στιγμή που η κυβέρνηση διαπραγματευόταν για νέο δάνειο αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί το χρέος ως παράνομο με βάση τα προκαταρκτικά πορίσματα μιας γελοίας επιτροπής που συνέστησε. Έχει προβεί σε δηλώσεις βαθύτατα προσβλητικές προς τους εταίρους μας, πρωτοφανείς για πολιτειακό παράγοντα δημοκρατικού κράτους, που ασφαλώς θα ήταν ικανές να δημιουργήσουν διπλωματικές διαμαρτυρίες και να δυσχεράνουν τη διεθνή θέση της χώρας αν δεν αντιμετωπίζονταν με συγκατάβαση από τους ξένους. [§] Το τελευταίο επεισόδιο ήταν η άρνησή της να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, όπως είχε ζητήσει ο Πρωθυπουργός. Στοιχειώδης συνέπεια θα επέβαλλε να συνοδεύσει αυτή την άρνηση με την παραίτησή της. Δεν νοείται Πρόεδρος της Βουλής να αντιτίθεται στη βασική πολιτική της κυβέρνησης. Η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου, όμως, όπως ακριβώς ο Λαφαζάνης και οι ομοϊδεάτες του υπουργοί, δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει με τη θέλησή της το θώκο της. Η συνταγματική τάξη επιβάλλει να κινηθεί αμέσως η διαδικασία αντικατάστασής της με την υποβολή πρότασης μομφής εναντίον της. [§] Η κυβέρνηση, άβουλη και αναβλητική –όπως με όλα τα ζητήματα–, διστάζει να πράξει το προφανές. Φαίνεται να κάνει λογαριασμούς και να νομίζει ότι αναβάλλοντας τη ρήξη μπορεί κάτι να κερδίσει. Δεν καταλαβαίνει ότι η προσπάθεια συνύπαρξης δεν οδηγεί μακριά, ακόμη και με αριθμητικούς όρους. Οι δυνατότητες αύξησης της δύναμής της με την ενσωμάτωση έξαλλων και αντιδραστικών στοιχείων είναι περιορισμένες και το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να την απομονώνουν από τα ευρύτατα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, την στήριξη των οποίων έχει ανάγκη. [§] Λάθος λογαριασμούς κάνει και η αντιπολίτευση που διστάζει να προχωρήσει στη συλλογή των 50 υπογραφών που απαιτούνται για την κατάθεση πρότασης μομφής εναντίον της Προέδρου της Βουλής. Πρυτανεύουν σκέψεις του τύπου: τι θα γίνει αν η πρόταση δεν υπερψηφιστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν περάσει; Δεν θα ενισχυθεί η θέση της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου σε αυτή την περίπτωση; Μήπως είναι καλύτερα να επικρέμεται η απειλή της πρότασης μομφής ώστε να αποφύγουμε ακραίες ενέργειες εκ μέρους της; Πρόκειται για σκέψεις μικροπολιτικών υπολογισμών που χάνουν τη γενική εικόνα και τη θέση που πρέπει να κρατήσει η αντιπολίτευση. [§] Η αντιπολίτευση (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ) στηρίζει την κυβέρνηση στην εθνική προσπάθεια για παραμονή της χώρας στην Ευρώπη και το ευρώ. Το νέο Μνημόνιο είναι το προαπαιτούμενο αυτής της προσπάθειας και, επομένως, η ψήφισή του είναι αυτονόητη. Οι όροι του, για τους οποίους την αποκλειστική ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, δεν μπορούν σήμερα να αμφισβητηθούν· είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη χώρα. Θα γίνουν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στο μέλλον. Η στήριξη, όμως, αυτή προφανώς περνά μέσα από ένα αδυσώπητο μέτωπο προς τις δυνάμεις που επιδιώκουν την εξαθλίωση της χώρας. [§] Η πρόταση μομφής εναντίον της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου αποτελεί θέμα τιμής για τον κοινοβουλευτισμό στη χώρα μας. Όποια και να είναι η τύχη της πρέπει επίσημα μέσα στη Βουλή να ακουστούν και να καταγραφούν οι καταγγελίες εναντίον της. Συγχρόνως η πρόταση μομφής δείχνει καθαρά την θέση της αντιπολίτευσης, το μέτωπό της προς τις αντιδραστικές δυνάμεις, και θέτει τον ΣΥΡΙΖΑ προ των ευθυνών του. Τον βοηθά να αντιληφθεί μια ώρα αρχύτερα με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει».
Είχαμε κάνει λάθος, και πληρώσαμε δύο συνδρομές αντί για μία σε ένα ξένο, πολύ μεγάλο, περιοδικό. Ανοησία δική μας. Το καταλάβαμε όταν ήρθαν μία… δύο… έξι φορές στη σειρά διπλά τεύχη, σε δύο φακέλους, την ίδια μέρα στο σπίτι. Στείλαμε μέιλ στο περιοδικό την Παρασκευή που μας πέρασε. Χθες Δευτέρα, την επόμενη εργάσιμη δηλαδή, λάβαμε πρωί-πρωί αυτή την απάντηση: «Hi, Kyriakos. Thanks for your email. Oh no, sorry about the duplicate. We should’ve noticed this. I have cancelled the extra one now. I’ll add the 6 issues you got duplicates of at the end of your current subscription, so you won’t end up paying any extra. I hope you are enjoying the magazine! Best wishes, Anna». Τόσο απλά, τόσο όμορφα, τόσο έξυπνα — και τόσο ευρωπαϊκά. Συμπέρασμα: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τον καλό, με τον κακό ή με τον άσχημο, από αυτό τον κόσμο δεν θα βγούμε. Η Ελλάδα θα αλλάξει. Θα την αλλάξουμε. Δεν θα παραδοθούμε στους συνωμότες της δραχμής και στα κλειστά σύνορα. Θα πάτε σπίτια σας και θα μας αφήσετε στην ησυχία μας, γιατί έχουμε και δουλειές και έχουμε και ζωή. [§] Δεν παίζουν με την ελευθερία, γιατί πονάει.
Αισιοδοξώ. Πρώτα-πρώτα, όλοι οι Έλληνες έμαθαν πλέον για τη συνωμοσία, την αποστασία της δραχμής, το πραξικόπημα που σκοπό είχε να απομονώσει φυσικά, νομισματικά, θεσμικά, ηλεκτρονικά, διαδικτυακά, την Ελλάδα από τον υπόλοιπο κόσμο και να τη μετατρέψει σε κράτος-παρία. Θα την πολεμήσουν. Το Grexit μάς τελείωσε: καμία νομοτέλεια, πλέον, δεν θα μας οδηγήσει εκεί: θα δουλέψουμε για την αποτροπή του. Κανείς δεν θέλει τη δραχμή, εκτός από κάποιους γραφικούς Αριστερούς που θέλουν να δουν την ιδεολογία τους να εφαρμόζεται «σωστά» αυτή τη φορά πριν πεθάνουν, τους ναζιστές για τους ίδιους λόγους, απλώς για δεύτερη φορά, και μια δράκα αυριανιστών με μεγάλη περιουσία που σε περίπτωση δραχμικής συντριβής θα αγόραζαν τη χώρα για ένα κομμάτι ψωμί. Δεύτερον, η Ευρώπη βγήκε σημαντικά ενισχυμένη από όλο αυτό: και επειδή νίκησε αποδεικνύοντας τη συνοχή της και την τρομερή δύναμη που έχει, και επειδή, ακριβώς λόγω του ελληνικού προβλήματος, η απαίτηση για περαιτέρω ενίσχυση της ένωσης, ακόμη και για ενιαία διακυβέρνηση, ενδυναμώθηκε: προσπαθώντας να επιτύχουν το αντίθετο, οι νάνοι της πεντάρας επιτάχυναν την ομοσποδοποίηση της ΕΕ. [§] Δεν αντέχω. Ένα μήνυμα στο Facebook, από μικρό εκδότη, καλό φίλο που ξέρω πόσο ματώνει κάθε μέρα, και όλη του τη ζωή, για τα Γράμματα: «Άσε. Με τα χρήματα έχουμε θέματα. Τα πάγωσα όλα, αφού κανένας δεν πληρώνει, χώρια που οι πωλήσεις έχουν πιάσει πάτο. Πολύ χειρότερα από το 2010». Έτσι θα πάμε. Δυστυχώς. Ζούμε επί ερειπίων. Και πάνω σ’ αυτά καλούμαστε, είτε παραμένοντας εδώ είτε φεύγοντας στο εξωτερικό, να ξαναχτίσουμε τη χώρα. Για να πουλιούνται και για να διαβάζονται τα βιβλία μας. [§] Δεν θα τους περάσει. Ποτέ δεν τους περνάει.
Για να σωθούμε, μία είναι η λύση: να εφαρμοστεί κατά γράμμα το Μνημόνιο, δηλαδή να αποκτήσει πολιτική και οικονομική παιδεία η χώρα. Οτιδήποτε άλλο είναι εκτός συζητήσεως. Για να εφαρμοστεί το Μνημόνιο, πρέπει η κυβέρνηση να το θέλει (γιατί, αν το θέλει, θα το εφαρμόσει). Για να το θέλει, είτε θα είναι οικουμενική υπό τον Τσίπρα, είτε θα είναι οικουμενική χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ των ΟΧΙ. Η πρώτη θα σημαίνει πως τα πράγματα πήγαν πολύ άσχημα, ότι απειληθήκαμε με απόλυτη και διαρκή έξοδο, όχι από την Ευρωζώνη, αλλά σχεδόν από κάθε ευρωπαϊκό και διεθνή θεσμό, ακόμη και από τη Συνθήκη του Σένγκεν. Η δεύτερη θα σημαίνει πως ένα σχήμα που περιλαμβάνει και τα τρία φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα έχει κερδίσει τις επόμενες Εκλογές. Για να τις έχει κερδίσει πάει να πει πως έπεισε με καθυστέρηση πέντε χρόνων τους πολίτες ότι το Μνημόνιο σημαίνει δυνατότητα πλούτου και ελευθερία, και πως η δραχμή σημαίνει φτώχεια και αυταρχισμό: μια δικτατορία μιζέριας, κτηνωδίας και βίας. Πάει να πει, πολύ απλά, πως τους έπεισε ότι με τη δραχμή πρέπει να ξεχάσουν σπίτια, δουλειές, κινητά τηλέφωνα, Ίντερνετ, πιστωτικές κάρτες, ταξίδια και πολλά ή λίγα χρήματα στο πορτοφόλι, και πως πρέπει να ανοίξουν την πόρτα τους στον έφορο, στον χωροφύλακα και στο χάος. Ιδού η Ρόδος, λοιπόν.
Καμία κυβέρνηση τεχνοκρατών, ή άξιων, λοιπόν μετά τον τύποις ανασχηματισμό (ένα σαχλό ανασχηματισμό, που μόνο καλό έφερε στον τόπο το ξήλωμα των τριών ανοιχτά δραχμικών συνωμοτών), και καμία, φυσικά, κυβέρνηση εθνικής ενότητας, σωτηρίας, ή όπως αλλιώς έπρεπε, όχι να ονομάζεται, αλλά να είναι — κάτι για το οποίο θα τρέχουμε κάποια στιγμή και δεν θα προλαβαίνουμε, ψάχνοντας ένα νέο Καραμανλή — και βέβαια εννοώ τον μακαρίτη. [§] Πού οδηγούμαστε; Πρώτα-πρώτα, στην εντέλει άνετη ψήφιση όλων των νόμων και όλων των αποφάσεων που σχετίζονται με το τρίτο Μνημόνιο: από όλους, πλην ναζιστών και κομουνιστών — και κάποιων γραφικών τού ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί αυτό; Ασφαλώς και όχι. Το Μνημόνιο (δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις, αυτές μάς νοιάζουν — τα μέτρα είναι άλλο πράγμα και κανένα δεν δυσαρεστούν από την κυβέρνηση: ίσα-ίσα, η κυβέρνηση μόνο με φόρους διεγείρεται), το Μνημόνιο Συνεργασίας της Ελλάδας λοιπόν με τους εταίρους της δεν είναι νόμος, είναι συνειδητή εμπέδωση από την κοινωνία μέσω των πολιτικών της, αυτών που κυβερνούν, και των μίντια των διαρθρωτικών, δομικών αλλαγών που θα την ωριμάσουν: είναι να μάθεις κάποιον που δεν πλένεται να πλένεται. Αυτές τις αλλαγές, όχι απλώς δεν υπάρχει κανείς να τις υποστηρίξει από την κυβέρνηση, αλλά ούτε καν να τις «επικοινωνήσει» — ακόμα καλύτερα, κανείς μέσα στην κυβέρνηση δεν τις θέλει, είναι άσχετοι άνθρωποι, του καφενείου, αμόρφωτοι, δεν έχουν διαβάσει βασικά βιβλία. [§] Οπότε; Οπότε δεν ξέρω. Δεν πιστεύω ότι, χωρίς διαρκή και έντονη πίεση από τη φιλελληνική Δύση, μπορούν να τηρηθούν οι μεταρρυθμίσεις. Και, εφόσον δεν τηρηθούν, θα φύγουμε από το ευρώ και από την Ένωση νύχτα: προειδοποιηθήκαμε, και η προειδοποίηση που λάβαμε ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας η τελευταία. Αν μη τι άλλο, πάντως, στις επικείμενες Εκλογές, εφόσον καταντήσουμε και σε κάτι τέτοιο (αντί να κάνουμε επιτέλους μία κυβέρνηση σοβαρή, όπου θα μετέχουν άπαντες πλην δραχμικών συνωμοτών), η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση, όπως κουραστήκαμε να λέμε, πρέπει να κατέβει ενιαία: σε ένα κόμμα· ελπίζοντας στο μπόνους. Όλα τ’ άλλα είναι παραμύθια. Με την αποπομπή από το ευρώ, δηλαδή από την ΕΕ, δηλαδή από τη Δύση, θα γίνουμε ένα παράνομο κράτος: ένα παράνομο κράτος-παρίας βουτηγμένο στο αίμα και στις πρησμένες πατούσες από τα γκλομπ. Πρέπει πάση θυσία να μείνουμε Ευρώπη. [§] ΥΓ. Να μη μας βρουν άλλες φωτιές, οι δομές του πανάκριβου φτηνού κράτους μας είναι καραγκιόζ μπερντές, θα καεί το σύμπαν. Το σταυρό μας να κάνουμε, όλοι — κι εσείς, κι εμείς που δεν έχουμε το θεό μας.
Προσπαθούμε να βρούμε από δω κι από κει μέχρι τη Δευτέρα τα χρήματα για τις δόσεις των χρεών μας (164 ευρώ σύνολο, πολλά λεφτά, για τα μισά απ’ αυτά και πάνω δεν είχαμε ιδέα, υπολογίζαμε γύρω στα 60 και οι δυο μαζί), ο Αρσέν χτύπησε το πόδι του και κουτσαίνει και κανείς μας δεν έχει όρεξη, ούτε αυτός ούτε εμείς ούτε καν η Φαντομά που κατάλαβε πάνω-κάτω τι έγινε και δεν τον ενοχλεί πολύ, καθόμαστε συνέχεια και κοιταζόμαστε όλοι μαζί, κι εκείνος λαχανιάζει και μας κοιτάζει περισσότερο, όπως κάνει πάντα, του κάναμε το μεσημέρι μια αναλγητική ένεση να μην πονάει τουλάχιστον, στο μεταξύ μείνανε σκάρτες εκατό μέρες για να τελειώσουν όλα, και με τη βούλα, με την τρίτη στη σειρά λαϊκή βούλα, όσα ακούμε και μαθαίνουμε μας σπρώχνουν κι άλλο στην απελπισία, κάνει ζέστη και οι δύο ανεμιστήρες δουλεύουν εναλλάξ στο φουλ, ο ένας στο γραφείο ή στο σαλόνι, ο άλλος στην κρεβατοκάμαρα, ανοίγει, είδαμε, ένα σουβλατζίδικο εδώ στη γωνία, εκεί όπου έκλεισε πέρυσι το άλλο μαγαζί που πουλούσε μπουγάτσες, κρέμασαν και ένα διαφημιστικό από μπίρα και φέραν και καρέκλες, τα λόγια απ’ τα βιβλία γλιστράνε σαν ιδρώτας απ’ τα μάτια μας και ούτε που τα καταλαβαίνουμε πια (πόσες λέξεις χάσαμε όλον αυτό τον καιρό δεν λέγεται), χίλια σχέδια εδώ κι άλλα χίλια πιο εκεί χάθηκαν, μαγαρίστηκαν και χάθηκαν και τα ξεχάσαμε και ξεχάστηκαν για τα καλά (κι ήταν καλά κάποια), οι καλύτεροι ετοιμάζονται για έξω στα μουλωχτά (στα μουλωχτά, χωρίς πολλά-πολλά: καλά κάνουν), οι πιο δειλοί και οι άφραγκοι ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε το δικό μας ’33, τη δική μας πολιτιστική επανάσταση, το δικό μας σκούπισμα των δρόμων — νά, κάπως έτσι. Και μένει τόσο λίγος χρόνος ώς τότε, που θα μας πνίξει, θα μας πνίξει. Τουλάχιστον να μας ξεφύγουν λιγότερες λέξεις μέχρι να τελειώσει όλο αυτό. Τουλάχιστον να σιάξει το πόδι του Αρσέν, μην τυχόν και του αφήσει κουσούρι. Ελπίζω.
Και τώρα τι; Γράφαμε προχθές: «Πρώτα, πρέπει να ψηφιστούν τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις. Εν μέσω οχλοβοής. Κατόπιν, να ξεκαθαρίσουν τα στρατόπεδα και να μετρηθούν οι δυνάμεις: από τη μία το ευρώ, από την άλλη η δραχμή. Στη συνέχεια, να κλείσει το δεύτερο εξάμηνο του τρομερού 2015 με θετικό πρόσημο: να έχουμε κάνει κάτι — όχι απλώς να έχει επιβληθεί επιπλέον φορολογία, απ’ αυτό χορτάσαμε πέντε χρόνια τώρα, αλλά να έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις (όχι κάποιες: οι), και να έχουν περιθωριοποιηθεί οι ομάδες συμφερόντων και οι χαμένοι και λιμασμένοι προσοδοθήρες που θα τις πολεμήσουν λυσσαλέα. Ακολούθως, να περάσει ένας χρόνος με το τρίτο και δυσμενέστερο Μνημόνιο και να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μέχρι τότε. Και καμία υποχώρηση. Και, τέλος, με την έως τότε αποκτηθείσα πείρα, να προχωρήσουμε μέχρι τις Εκλογές τού ’19». Δεν έχω να πω κάτι άλλο· είμαστε στα ίδια. Μπροστά μας έχουμε βουνό. Η κυβέρνηση έχασε τη δεδηλωμένη (αλλά δεν μπορεί να περάσει από τους συσχετισμούς δυνάμεων μία πιθανή πρόταση μομφής, καθώς τα τρία φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα τη στηρίξουν και εδώ), και θα κάνει ότι το ξεχνά. Θα κάνει επίσης ότι κυβερνά. Και η αντιπολίτευση θα κάνει ότι αντιπολιτεύεται. Αν μη τι άλλο, πάντως, η κυβέρνηση θα αλλάξει πρόσωπα σε καίρια υπουργεία, θα υπάρξουν παραιτήσεις και διαγραφές, και ίσως δημιουργηθεί ένα μικρομέγαλο κόμμα εθνικολαϊκιστών της Αριστεράς όμορο με τη Χρυσή Αυγή: οι καθαροί οπαδοί της δραχμής — αυτοί που δεν άλλαξαν ρότα στην πορεία. [§] Περάσαμε έναν κάβο, σειρά έχουν άλλοι πολλοί. [§] Είμαστε μια κουρασμένη χώρα, που θα δεχτεί ό,τι τής μέλλεται, αδιαμαρτύρητα.
Είναι αυτοί οι μίζεροι επαρχιακοί σταθμοί του τρένου, εκεί όπου σπάνια σταματά αμαξοστοιχία, και όταν σταματά είναι αργή, βρόμικη και εξίσου μίζερη. Στο τσιμέντο έξω από το σταθμαρχείο στέκονται και περιμένουν δυο-τρεις σκοτεινιασμένοι άνθρωποι για να πάνε κάπου, και ο κλειδούχος τούς κοιτάει καπνίζοντας απολύτως βαριεστημένος, κι ας στάθηκε επιτέλους στο σταθμό του αυτό το τρένο. Ξέρουμε πώς είναι να είσαι επιβάτης των άλλων τρένων, αυτών που δεν σταματούν στους μίζερους επαρχιακούς σταθμούς· ξέρουμε τι νιώθεις γι’ αυτά τα σκοτεινιασμένα χαμηλά κτίρια με τις κόκκινες σκεπές. Και ξέρουμε πώς νιώθουν κι εκείνοι οι δυο-τρεις σκοτεινιασμένοι άνθρωποι, και πώς —και τι— νιώθει και ο κλειδούχος. Με μια λέξη: μισιόμαστε. [§] Η Ελλάδα οφείλει να ξαναγίνει ό,τι υπήρξε: μια ευρωπαϊκή χώρα. Το να περιέλθει (ξανά και πάλι) στην κατάσταση του μίζερου επαρχιακού σταθμού δεν πρέπει να είναι επιλογή. Τουλάχιστον όχι ανθρώπων που δεν έχουν ιδεολογική συγγένεια με τους Λαφαζάνηδες ή τους Χρυσαυγίτες, ή όσων δεν είναι απολίτικοι, όπως μεγάλο μέρος των νέων. Μια δραχμική προοπτική θα βύθιζε την Ελλάδα στην ανυπαρξία, και θα τη βύθιζε και στο αίμα. Δεν θέλουμε ξανά και πάλι την UNRRA. Θέλουμε το γρήγορο τρένο. [§] Η Οικουμενική Κυβέρνηση, για την οποία γράφουμε μονομανιακά τα τελευταία πέντε χρόνια, είναι νομοτέλεια: αρκεί όμως να συσταθεί τώρα, για να εφαρμόσει το Μνημόνιο ώστε να παραμείνουμε ζωντανοί (και άμποτε να γίνουμε κάποια στιγμή και ανταγωνιστικοί), και όχι κατόπιν εορτής, όχι για να μοιράζει τα τρόφιμα της Ανθρωπιστικής Βοήθειας που θα στέλνει αθρόα —είμαι σίγουρος— η Δύση. Σε κάθε πάντως περίπτωση: είτε γίνουν πράγματι ένα κόμμα (για τον γνωστό λόγο), είτε μείνουν ένας συνασπισμός κομμάτων, είτε απλώς η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση στηρίξει απολύτως τον κομματικά τραυματισμένο πλην από κάθε άποψη ωριμασμένο Τσίπρα —και δημοφιλή όσο κανένας άλλος πολιτικός τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια—, παρέχοντάς του χρόνο να περάσει τις μεταρρυθμίσεις με τη βοήθεια εξωκοινοβουλευτικών υπουργών και έμπειρων τεχνοκρατών, το όνομα των ενωμένων πολιτικών δυνάμεων που θα κρατήσει τη χώρα στη Δύση το ξέρουμε: Μένουμε Ευρώπη.
Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο, αυτόν που κάποια στιγμή φαινόταν ότι θα μας έκανε μια χαψιά και θα μέναμε εκεί, πνιγμένοι, να παριστάνουμε τα ζόμπι που αλληλοφαγώνονται. Κι έχουμε ταξίδι πολύ ακόμα: για την ακρίβεια, αυτό το ταξίδι μόλις άρχισε. Πρώτα, πρέπει να ψηφιστούν τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις. Εν μέσω οχλοβοής. Κατόπιν, να ξεκαθαρίσουν τα στρατόπεδα και να μετρηθούν οι δυνάμεις: από τη μία το ευρώ, από την άλλη η δραχμή. Στη συνέχεια, να κλείσει το δεύτερο εξάμηνο του τρομερού 2015 με θετικό πρόσημο: να έχουμε κάνει κάτι — όχι απλώς να έχει επιβληθεί επιπλέον φορολογία, απ’ αυτό χορτάσαμε πέντε χρόνια τώρα, αλλά να έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις (όχι κάποιες: οι), και να έχουν περιθωριοποιηθεί οι ομάδες συμφερόντων και οι χαμένοι και λιμασμένοι προσοδοθήρες που θα τις πολεμήσουν λυσσαλέα. Ακολούθως, να περάσει ένας χρόνος με το τρίτο και δυσμενέστερο Μνημόνιο και να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μέχρι τότε. Και καμία υποχώρηση. Και, τέλος, με την έως τότε αποκτηθείσα πείρα, να προχωρήσουμε μέχρι τις Εκλογές τού ’19. Και να προχωρήσουμε ζωντανοί. Ακούγονται πολλά όλα αυτά, με δεδομένη τη διάθεση πολλών να μην ξεβολευτούν οι ίδιοι αρκεί να πεθάνουν της πείνας όλοι οι άλλοι και με την «σοφία» που έχουμε αποκτήσει από όλες τις προηγούμενες φορές, αλλά τούτη εδώ θα είναι οριστικά η τελευταία. Μετά, αν αποτύχουμε και τώρα, απλώς θα μείνουμε μονάχοι: οι Τούτσοι με τους Χούτου. Τίποτε περισσότερο από αυτό. Θα είναι πολύ δύσκολο ταξίδι. Ελπίζω (τι άλλο να κάνει κανείς;) χωρίς θύματα. Κι όταν λέω θύματα, δεν εννοώ εμάς που δεν έχουμε εισόδημα ή δεύτερο παντελόνι, εννοώ ακριβώς τους θεσμούς, τη δημοκρατία, και την πορεία προς αυτό που σημαίνει «ανεπτυγμένη, ευρωπαϊκή κοινωνία». Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο ερχόμενοι σε επαφή με τη σκληρή, πολύ σκληρή πραγματικότητα, με τα βράχια, αλλά έχει κι άλλους. Πολλούς. Που περιμένουν, αδημονούν και λυσσάνε ήδη. [§] Η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να στηριχτεί, και θα στηριχτεί, από όλες τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, ημών των πολιτών που τον πολεμήσαμε συμπεριλαμβανομένων. Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν, κι αυτό το ξέρει τόσο αυτός, όσο και όλοι εμείς. Είναι ισχυρός, έχει στήριξη τέτοια που δεν την ονειρευόταν καν οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός στην ιστορία μας, και μπορεί να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις. Εφόσον το θέλει πραγματικά, και για οποιονδήποτε λόγο το θέλει. (Κι αν επιμένω στις μεταρρυθμίσεις, είναι γιατί στα μέτρα θα εναντιωθεί ο ένας στους δέκα από τους εχθρούς του ευρώ — στις μεταρρυθμίσεις θα εναντιωθούν όλες οι οργανωμένες ομάδες. Όλες). Το ευρύ μέτωπο στήριξης της νέας κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τον ευρύ ανασχηματισμό είναι ένα γερό εφαλτήριο για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά. Δεν πρέπει να διαρραγεί, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν θανάσιμο. Θα ’ναι δύσκολο ταξίδι, αλλά θα είναι και συναρπαστικό. Θα το πάμε μέχρι το τέλος. [§] Η Αριστερά, από την άλλη, ένα κομμάτι της τέλος πάντων, καλά θα κάνει, από το να ωθεί το λαό στην αυτοκτονία και την πείνα, να τον συντρέξει: έρχονται δύσκολες ώρες. Αίφνης, για να δώσω ένα παράδειγμα, η περιφρούρηση των μαγαζιών για να μην ανοίγουν τις Κυριακές δεν είναι Αριστερή πρακτική, είναι φασιστική, και μάλιστα βαριά φασιστική: επαρχιώτικη. Αριστερή πρακτική είναι να φροντίσει να ανοίξουν πολλά συνεταιριστικά μαγαζιά που θα έχουν χαμηλές τιμές για τη φτωχολογιά, που λένε. Κι ας μην τα ’χουν ανοιχτά τις ώρες της λειτουργίας για να μη σκανδαλιστούν οι πιστοί, δεν πειράζει. Ας επικεντρωθούν στο τρίπτυχο μόρφωση-ψωμί-δουλειά. Ας φροντίσουν τους μετανάστες: κυρίως με τα έγγραφά τους, με τη γραφειοκρατία, με τη γλώσσα. Ας δώσουν βάρος στην εμπέδωση των δικαιωμάτων σε κατηγορίες πολιτών που πλήττονται. Και ας διαβάσουν. Τους κλασικούς, και άλλους. Θα είναι καλό για όλους μας. Κυρίως όμως: ας μην εκφασίζουν περαιτέρω την κοινωνία, αυτό το κάνει πολύ καλά η Χρυσή Αυγή. Η κοινωνία δεν βρίσκεται σε προεπαναστατική φάση: αντιθέτως, διολισθαίνει στον μαύρο φασισμό. Ας μην επιδιώξουν οι σύντροφοι, για μια φορά, την ανατροπή, γιατί πάλι και πάντα θα χάνουν, και μαζί τους θα χάνουμε κι εμείς, θα χάνουμε όλοι, και μαζί θα φτωχαίνει κι άλλο ο κόσμος. Ανέκαθεν η Αριστερά για να πλησιάσει στην εξουσία επιδιδόταν στο λαϊκισμό, και όπου την κατακτούσε γινόταν φασιστική. Μπορεί να σπάσει αυτή η συνήθεια; Πολύ δύσκολα. Ας γίνει τουλάχιστον μία προσπάθεια. Δεν υπάρχει περιθώριο πια. Κάποτε υπήρχαν πολλά. Τώρα όχι — ούτε ένα.
Αν όλο αυτό που ζούμε (όχι εμείς: η ήπειρος) ήταν κόμιξ, σε μας θα αναλογούσε ο ρόλος του villain. Και όχι του κύριου: ενός δευτερεύοντος, και κάπως κωμικού. Αφού κατακλέψαμε τους πάντες και πλιατσικολογήσαμε ό,τι μπορούσε να πλιατσικολογηθεί χωρίς να κάνουμε ούτε ένα βήμα σε κανέναν τομέα, είτε αυτό λέγεται πατατοχώραφο είτε οδική υποδομή μεταφορών είτε καινοτομία είτε μικροκαλλιέργειες είτε τουρισμός είτε πανεπιστήμια είτε δημόσια διοίκηση είτε αγορά, είτε οτιδήποτε, αφού τσακίσαμε, λοιδορήσαμε και περιθωριοποιήσαμε κάθε μειοψηφούσα φωνή που τολμούσε να αρθρώσει έναν άλλο λόγο —λόγο που μεσομακροπρόθεσμα προφανώς και μας συνέφερε—, έναν ορθό λόγο, αφού κατορθώσαμε να βρεθούμε οικονομικά πίσω από όλα τα Βαλκάνια, ενώ ξεκινούσαμε από θέση τρομακτικής ισχύος, μηδενίζοντας τις δυνατότητες παραγωγής για οτιδήποτε, αφού αναπτύξαμε ένα λόγο εθνικιστικό, και μάλιστα επαρχιώτικα εθνικιστικό, τόσο στα Δεξιά όσο και στα Αριστερά του πολιτικού φάσματος, ένα λόγο που συνορεύει με τον εθνικοσοσιαλιστικό, αφού καταγγείλαμε ζωντανούς, πεθαμένους, υπαρκτούς και ανύπαρκτους εχθρούς, φτάσαμε, στο χειρότερο ντεμαράζ χώρας που δεν έχει χούντα, όχι απλώς να αφανιστούμε οικονομικά και να χρεοκοπήσουμε θεαματικά, αλλά μέσα σ’ αυτό τον τελευταίο γύρο του ντεμαράζ, στο τελευταίο εξάμηνο, να διπλασιάσουμε τις δανειακές μας ανάγκες και να ισοπεδώσουμε ό,τι με αδιανόητο κόπο καταφέραμε να κερδίσουμε εδώ και πέντε χρόνια — και όχι μόνο: με μία σειρά πρωτοφανών ενεργειών, δόλιων και ηλιθίων ταυτόχρονα, στρέψαμε τους πάντες εναντίον μας για το τίποτε, για ένα καπρίτσιο, λέγοντας και κάνοντας πράγματα που και ο τελευταίος εξ ημών ήξερε πως ήταν προϊόντα απλής και ανόθευτης βλακείας στην καλύτερη περίπτωση. Είμαστε ο villain, και χάσαμε. Παταγωδώς. Τίποτε από αυτά δεν έπρεπε να συμβεί, αλλά τώρα που ο Τσίπρας και το freak show του τα έκαναν, υπό τα χειροκροτήματα των άπειρων θαυμαστών τους (κι ας τα γυρίζουν τώρα οι περισσότεροι), θα τα λουστούμε όλοι. Δεν είναι χούντα, δυο φορές ψηφισμένοι είναι. Θα τα λουστούμε και θα σώσουμε ό,τι σώζεται για να φτάσουμε μετά από καιρό εκεί όπου ήμασταν τον Ιανουάριο. Και βλέπουμε μετά. Αρκεί να μείνουμε στο ευρώ, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στην Ευρώπη: τον μόνο χώρο που προασπίζει συνειδητά και με επάρκεια τις ελευθερίες του ατόμου, παρέχοντάς του δυνατότητες ελευθερίας. Καμία άλλη πατρίδα δεν έχουμε από αυτήν. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να υπάρξει για μας — εκτός (ή: όταν) επιλέξουμε ξανά το θάνατο, πράγμα εν πολλοίς κατανοητό, καθώς είναι και πολύ πιο εύκολο. Τα δεινά μας δεν θα σιάξουν στην Ευρώπη, ούτε θα φιλελευθεροποιήσουμε καμιά αγορά, ούτε προτεστάντες θα βαπτιστούμε, ούτε πιο παραγωγικοί θα γίνουμε, ούτε λιγότερα σκουπίδια θα σκορπάμε στην πόλη, μη γελιόμαστε. Απλώς θα επιβιώσουμε. Απλώς δεν θα χυθεί αίμα. Απλώς θα μας έχει δοθεί μία τελευταία ευκαιρία. [§] ΥΓ1. Να 'ναι βέβαια καλά ο ΣΥΡΙΖΑ που χάρη σ' αυτόν και μόνο αδημονούμε πλέον άπαντες για ένα νέο Μνημόνιο, καθώς η «αντιμνημονιακή» φούσκα έσκασε με θόρυβο και χλαπαταγή κι έμεινε στα χέρια των ναζί. ΥΓ2. Αλλά φτάνει λίγο και με την κακιά και χαιρέκακη Ευρώπη που θέλει να μας ταπεινώσει. Δεν παίζουμε μπάλα με την πέρα γειτονιά. Έχουμε βάλει ένα μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο προς την ομοσπονδοποίηση (και, όπως μονομανιακά γράφουμε από το '11: το έχουμε βάλει από πολύ πριν το ξέσπασμα της Κρίσης μια δεκαετία πριν, με τον διόλου ανέξοδο, εντέλει, λαϊκισμό των «αντιμνημονιακών» στα νυν κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου, με πρώτη-πρώτη τη Δεξιά, και την εκμετάλλευση του λαϊκισμού αυτού από τους πολίτες), και πρέπει να βγει από τη μέση: όχι εμείς, το εμπόδιο. Η στοχοποίηση της κακούργας Ευρώπης που πίνει το αίμα των λαών ρίχνει νερό στο μύλο αποκλειστικά και μόνο των ευρωσκεπτικιστών, ένας ευφημισμός για τα ακροδεξιά και νεοναζιστικά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή. Η ριζοσπαστική Αριστερά δεν χρησιμοποιεί εθνικιστική φρασεολογία περί ταπεινωμένων χωρών.
Το βράδυ του Σαββάτου, όλη η Ευρώπη —και μαζί το κρατίδιο Ελλάς, η χώρα με τη βραχύτερη ιστορία όλων στην ήπειρο: σκάρτα διακόσια χρόνια κλεψιά— ξενύχτησε με τα μεθεόρτια, τα επίχειρα της βρόμικης πολιτικής τού ΣΥΡΙΖΑ. Ενός συμμορίτικου σχηματισμού που εκμαύλισε τον κλέφτη κόσμο και την πληθώρα ηλιθίων που μοιράζονται τον αέρα με τους εργαζόμενους εδώ και, μεθοδικά, συμμαχώντας με την εθνικιστική Ακροδεξιά, οδήγησε τη χώρα στα βράχια, για να την αγοράσουν μπιρ παρά τα ραμολί αφεντικά του κλόουν ούτε-ψύλλος-στον-κόρφο-του Βαρουφάκη και η φασιστική τσογλαναρία των σαλτιμπάγκων Λαφαζάνηδων, χειροκροτούμενα από το υποκείμενο που θαυμάζει ο Στόχος περισσότερο και από τον Μιχαλολιάκο: την Κωνσταντοπούλου, αυτό το τραγικό, κακοποιημένο ξόμπλι που δεν θα έχει άδικο πολιτικό τέλος. [§] Παρά ταύτα, τίποτε δεν έχει χαθεί. Η Ευρώπη, η Δημοκρατία, θα νικήσουν. Θα το δούμε το βράδυ, και θα επισφραγιστεί πριν τις 20 του μηνός. [§] Από την κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που θα έχουμε σύντομα, και για την αναγκαιότητα της οποίας ουρλιάζουμε εδώ και 4 χρόνια τώρα, κανένα κόμμα του δημοκρατικού τόξου δεν πρέπει να λείπει. Όποιο λείπει θα πεταχτεί μαζί με τα απόνερα στον υπόνομο.
Στις 22 του μηνός, είχαμε ανεβάσει στη Σελίδα τού Αρσέν μία φωτογραφία του από το Μένουμε Ευρώπη εκείνης της ημέρας στον Λευκό Πύργο. Οι αντιδράσεις που λάβαμε ποίκιλλαν, αν και κυρίως υπήρξαν αρνητικές, επικριτικές, κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 80% πάνω-κάτω. Υπήρξαν επίσης θορυβώδεις και μη αποχωρήσεις κάποιων, φυσικά αποδοκιμασίες, ενώ δεν έλειψαν και οι συμβουλές («Ναι, Αρσενάκο, όμως δεν είναι σωστό να είναι κανείς υπόδουλος στον εχθρό»). Αλλά είχαμε και μία φιλοζωική κουβέντα που μας τάραξε· τούτην εδώ: «Σε λυπάμαι, κακόμοιρο σκυλί, μ’ αυτούς που έμπλεξες», εννοώντας εμάς, τα αφεντικά του — τους γονείς του. Βέβαια, είναι μεμονωμένα άτομα αυτά, είναι περιθωριακά και σαφώς χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα, όπως με πληροφόρησαν (αν και το γνωρίζω πολύ καλά και εγώ, επειδή ασχολούμαι μεγάλο χρονικό διάστημα με διαταραγμένους): δεν έχει να κάνει με ιδεολογία όλο αυτό, είναι ψυχοπαθολογικό. Είναι συγγενές πρόβλημα. Νόσος. Ναι. Είναι. Αλλά στην ανάπτυξη τέτοιων ψυχοπαθολογιών λειτουργούν σαν καταλύτες συγκεκριμένοι εξωγενείς παράγοντες: χωρίς αυτούς, η διαταραχή, η νεύρωση, θα εξακολουθούσε να τελεί εν υπνώσει. Και ο συγκεκριμένος λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια στιγμή θα γίνει της μόδας στους ψυχοκοινωνιολόγους η ανάλυση, μέσω σχολίων στα social media, της συγκεκριμένης φρικτότατης περιόδου. Έχουμε υποστεί βλάβη, μεγάλη: σαν μηχανήματα που κάποιοι σπάσαν με βαριοπούλες. [§] Τρεις η ώρα τα χαράματα, η Βουλή έδωσε το οκέι στον Τσίπρα να διαπραγματευτεί το Τρίτο και φαρμακερό Μνημόνιο της Ελλάδας. Ένα Μνημόνιο που θα υλοποιήσει μια άλλη κυβέρνηση. Αυτή δεν μπορεί, και δεν τη θέλουμε. Αφάνισε το σύμπαν, και έκανε τους γονείς μας να κλαίνε. Αυτή: τέλος.
Χθες ήταν μια μέρα όλο αισιοδοξία, ανακούφιση, αστειάκια. Το φαινόμενο περιορίστηκε προς το βράδυ, όταν όλοι άρχισαν να μιλούν περί «κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος». Βρισκόμαστε πλέον λίγες ανάσες μόνο πριν από κάτι πρωτοφανές και μοναδικό στη ζωή μας. Και είμαστε κατάκοποι και ματωμένοι. Δεν θα ισχυριστώ πως μπορώ καν να σκεφτώ τι μπορεί να σημάνει για τη Βουλή, και για τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, αυτό που επιχειρείται σήμερα. Και, ειλικρινά, δεν με νοιάζει. Όχι εδώ που έφτασαν τα πράγματα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει πια, είναι να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας: να παραμείνουμε εταίροι των γειτόνων μας, να μην αποκοπούμε από το ευρώ, να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη όπου μας έριξε το freak show τού απεχθούς ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων εθνικιστών — αυτά. Και να επέλθει, ως εκ τούτου, η κανονικότητα στην Ελλάδα: μια κανονικότητα όμως ακραίας φτώχειας και ανυποληψίας, καθώς η δυσώδης λαίλαπα του Ιανουαρίου διέλυσε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε φτιάξει στη ζωή μας. Τα πάντα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει, είναι να γλιτώσουμε σ’ αυτή τη χρονική περίοδο από τη χούντα της δραχμής, γιατί οι χούντες στερούν από τους πολίτες τα αναφαίρετα και θεμελιώδη ατομικά δικαιώματά τους (τους φυλακίζουν, τους σπάνε τα κόκαλα, τους εκπαραθυρώνουν και τους πετούν από ελικόπτερα), ράβουν Κίτρινα και Ροζ Αστέρια στις μειονότητες και ματώνουν τους ξένους (όχι ότι αυτό το τελευταίο δεν το κατάφεραν και οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις — κάθε άλλο). [§] Όλοι έχουμε καταρρακωθεί εξαιτίας των Δραχμοφονιάδων του Τσίπρα, είμαστε ήδη χρεοκοπημένοι και μόνοι και ημιθανείς. Το μόνο που με νοιάζει είναι να υπογραφεί το Μνημόνιο για να συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου και να μην αναγκαστώ να τους πολεμήσω μέχρι να πέσουν. [§] Αλλά δεν το πιστεύω.
Επιχειρείται εκ νέου —γιατί η έρμη κοινή γνώμη αντιμετωπίζεται από τον κυβερνητικό συρφετό πρόστυχα, ακριβώς για να παραζαλιστεί ο αλλόφρων και κατάκοπος, άυπνος κοσμάκης και να υποκύψει αδιαμαρτύρητα στο μοιραίο— μία ακόμη, τελευταία αυτή, προσπάθεια χυδαίου και φτηνού, δραχμικού δηλαδή, αποπροσανατολισμού: δήθεν κάτι πάει να γίνει, δήθεν υπάρχει πλαίσιο συμφωνίας, δήθεν όλοι οι καλοί το θέλουμε αλλά ο παρανοϊκός Λαφαζάνης όχι, οπότε πρέπει να παρακαμφθεί ομαλά. Τίποτε τέτοιο δεν ισχύει. Το μόνο που ισχύει είναι το ραντεβού μας στο Σύνταγμα, το απόγευμα. Και στον Λευκό Πύργο. Η αποφασιστικότητά μας. Η οργή μας. Το Μένουμε Ευρώπη. [§] ΥΓ1. Δεν βλέπω να παραιτείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν βλέπω να κάνει κάτι ηχηρό η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Δεν βλέπω να αμβλύνει τη δημοκρατικότητά της η Ευρώπη προλέγοντας τι ακριβώς μάς περιμένει. Ως εκ τούτου, αυτό που από μιας αρχής έτρεμα θα πραγματοποιηθεί. Το επιχειρούμενο «δημοκρατικό» πραξικόπημα (δημοκρατικό υπό την έννοια ότι το στίφος του Τσίπρα απέσπασε τη συμφωνία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού με το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα) δεν θα σταματήσει στην έξοδο από το ευρώ και, αυτομάτως, στην αποπομπή της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα σημάνει αμέσως συντριβή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: θα σταματήσει με το κλείσιμο των συνόρων (και τη συνεπακόλουθη επιβολή στρατιωτικού νόμου, είτε ηθελημένου είτε από τρίτους, όπως γίνεται πάντα, χωρίς εξαιρέσεις, όταν οι μειοψηφίες επιβάλλονται στη θέληση των πολλών). Δεν θα ταχθώ στον αγώνα για το άνοιγμά τους επειδή ούτως ή άλλως είμαι προγραμμένος και, άρα, δεν έχω τίποτε να χάσω, αλλά επειδή έτσι μού επιβάλλει η συνείδησή μου. Και σ’ αυτό τον αγώνα δεν θα ’μαι μόνος.